Υπέρ Ιδεών Θυσία

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016 - 07:27

Υπέρ Ιδεών Θυσία

Η ζωή μοιάζει με έναν τροχό που ακατάπαυστα κινείται, μεταβαλλόμενος συνεχώς, καθώς το οδόστρωμα στο οποίο βαίνει φθείρεται και συγχρόνως φθείρει. Φαίνεται σαν ένα ατέλειωτο ευθύγραμμο μονοπάτι, που στολίζει με την μονοτονία του την περιβαλλόμενη σκοτεινή ανυπαρξία. Το μονοπάτι μοιάζει φωτεινό στην αρχή. Ο οδοιπόρος φέρεται να αντικρίζει τόσο νωρίς ακόμη και το τέλος της διαδρομής και περιχαρής ξεχύνεται να το κατακτήσει. Γεμάτος ζωντάνια και όντας υπέρμετρα φιλόδοξος διαβαίνει την κλίμακα της ζωής με πραγματική σιγουριά για την συλλογιζόμενη και ευχάριστη βραχύτητα της. Σύντομα, η ταχύτητα του βαδίσματος μειώνεται, την στιγμή που οι παρυφές του οδοστρώματος ξεχειλίζουν από την κενότητα του χαώδους εισβολέα. Μαύρα νέφη πλημυρίζουν τον ορίζοντα και κάνουν τον δρόμο να ξεθωριάζει. Συνεχίζει να βαδίζει μέχρις την στιγμή που κάθε άλλο βήμα φαντάζει αβέβαιο και επικίνδυνο. Ο οδοιπόρος και οι υπόλοιποι όμοιοι του σταματούν έντρομοι!

Στο βάθος κάποιος δύσμορφος αυτόκλητος σωτήρας ανταλλάσει επτάφωτες λυχνίες αντί ψυχών. Το πλήθος συρρέει να λάβει το σωτήριο αντίδωρο...

Οι οδοιπόροι ικανοποιημένοι από τις επιβλητικές λυχνίες, χωρίς δισταγμό ξεκινούν, ώστε να συνεχίσουν το μονοπάτι που προ ολίγου τους είχε τρομάξει. Το φως που τους αποφέρουν οι λυχνίες είναι αμυδρό. Μια αρρωστημένη και ρηχή λάμψη, αφού το φως της ψυχής τους είχε πλέον χαθεί. Μια γέρικη σπίθα τους ακολουθούσε πλέον, σαν μια αλυσίδα, αφού συνηθισμένοι στην μετριότητα που επέλεξαν, τυχόν έλλειψη αυτής θα σήμαινε αυτομάτως την αυτοκτονία. Ελάχιστοι ήταν αυτοί, που στη θέα του ενεχυροδανειστή των ψυχών είδαν όχι σωτήρα, αλλά ερπετό επιμελώς μεταμφιεσμένο. Αρνήθηκαν να συναλλαχθούν με αυτό το ον, που από την δολερή ρινική κορυφή του έρεε άφθονο το δηλητήριο. Πεισμωμένοι, συμβιβάζονται με την πραγματικότητα και καθώς τυφλωμένοι από το σκότος βαδίζουν, ένα εσωτερικό φως σαν πυξίδα τους καθοδηγεί εν μέσω μιας θυελλώδους καταιγίδας, στην δίχως σχήμα άβυσσο που ελεύθεροι ακροβατούν.

Δεν τους κρατούν αλυσίδες, μα μονάχα η θέληση για το επόμενο βήμα.

Τα βήματα των ελαχίστων ουδόλως διστακτικά ή κουρασμένα, εν αντιθέσει με των κρατούντων τις ανούσια πολύφωτες λυχνίες. Εκείνοι υποφέρουν από τη δυσχερή διαδρομή και συχνά αρκούνται να ακολουθήσουν κάποιον από τους αρνητές της άθλιας ανταλλαγής. Τα βήματα των αρνητών είναι στιβαρά, καθότι φρόντισαν να εξοικειωθούν με τον περίγυρο τους. Κάθε κίνηση των μυών, τους φέρνει όλο και πιο κοντά στην λήξη του αρχικώς ευφάνταστου διαδρόμου. Μερικά βήματα εξ αυτών παύουν να κοσμούν με τον τακτικό εκκωφαντικό ήχο τους την άμορφη ομίχλη. Κάποιοι παραπάτησαν, γινόμενοι βορρά των θανατηφόρων κυμάτων, που πλαισιώνουν τη στενότατη έμβια λωρίδα. Άλλοι δείλιασαν έμπροσθεν της ζωτικής ανάγκης για γοργό βηματισμό και επίδειξη αδίστακτης αυτοπειθαρχίας. Έπεσαν στους φθονερούς άψυχους όνυχες των αντίζηλων ζωντανών νεκρών.

Τι είναι άραγε αυτό που εξώθησε τους ολίγους σώφρονες οδοιπόρους να απολέσουν την βιοτική τους συνέχεια και ηρεμία, ως μια θυσία;

Περί Ιδεών ο λόγος, αφού αυτές οι παντοδύναμες θεότητες αψηφούν τους κανόνες του νου, μαστιγώνοντας τον εσωτερικό κόσμο κάθε ευσυνείδητου όντος. Παραμένουν παγερά αδιάφορες σε αυτά που οι οφθαλμοί νομίζουν ότι βλέπουν, πλανεμένοι από την θνητή πλάνη στην οποία είναι καθυποταγμένοι. Αρνούνται να ξεδιψάσουν με ύδωρ μολυσμένο από παραφροσύνη, κι ας είναι αυτές που από τους αμαθείς καταγγέλλονται ως οι εμπνευστές αυτής. Ανυπάκουες σέρνουν το πνεύμα και το συγκρατούν εντός των συνόρων της ορθότητας. Η Ιδέα είναι φυσική απόρροια της γνωστικής και νοητικής ικανότητας του ατόμου, ενώ αυτή αφότου γεννηθεί, υπόκειται σε μια αεικίνητη και αυτοτελή επεξεργασία. Ωριμάζει εν καιρώ, με την υπόσταση της να παραμένει ευμενώς εύπλαστη, όμως με υφή ατσάλινη ώστε να αντέχει την αδυσώπητη τριβή που θα προσπαθήσουν να της επιφέρουν οι κακόβουλοι μνηστήρες της. Ιδέες, η ύστατη άμυνα της ψυχής ενάντια στην σήψη. Η δύναμις που εμπλουτίζει την άυλη αυθυπαρξία του ανθρώπου με ζωτική ενέργεια. Η κόπωση ή ο θάνατος εξαιτίας αυτής αποκτάει αθάνατη αξία.

Είναι αυτός ο άγνωστος οδοιπόρος, με τους αδελφούς του ο φορέας της Ιδέας. Είναι αυτός που σαν από προαιώνιο θείο κάλεσμα, κρίθηκε να λάβει αυτό το καταραμένο δώρο. Αληθινός ασκητής τιθασεύει τα συναισθήματα που η ίδια η πλάση του εμφύσησε, αφιερώνοντας τον εαυτό του, όσο επίπονο κι αν φανεί, στην επίτευξη των Ιδεών των οποίων φέρει, με πλήρη επίγνωση του χαμού των λοιπών απόψεων που θα μπορούσε να κατέχει η ζωή του. Η αφιέρωση αυτή συνεπάγεται φυσικά της ίδιας της υλικής ύπαρξης, για τον οδοιπόρο, αφού αυτής η αξία δεν αποτελεί παρά το μέσο για την πραγμάτωση των Ιδεών.

Ο βίος όλος αποτελεί μια θυσία, την οποία αντιλαμβάνεται ο Ιδεοφόρος ως ένα αναγκαίο απότοκο της ιδεολογικής του υποχρέωσης.

Αντιλαμβανόμενος την ανωτερότητα της άυλης φύσης του, ο οδοιπόρος είναι έτοιμος να δεχθεί όποιο δεινό εμπεριέχεται μέσα στην ζωή του, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει τον τερματισμό αυτής, χάριν των Ιδεών του. Χάνεται μέσα στις σκιές που απαρτίζουν τον δυσνόητο κόσμο του. Απρόσκοπτος βαδίζει ολοένα εγγύτερα στο τέλος. Πορεύεται με ανέπαφες τις ενδότερες αρχές του, αναμένοντας με την αρετή που επιδεικνύει να γευτεί το αποτέλεσμα που θα επιφέρουν οι Ιδέες του. Η μοναχική του φιγούρα υποκινεί το δέος, στην προσπάθεια της να μεταγγίσει την μοναδική της ικανότητα. Την δυνατότητα να παρεισφρήσει το κράμα σκότους και φόβου που ζώνει τη ζωή, αναζητώντας το φως, μέσα από την αυτοθυσία.

Όλα στην ζωή κινούνται αδιάκοπα, σαν ένα ποτάμι. Σαν έναν τροχό που συνεχώς γυρίζει. Και μπορεί τώρα οι οδοιπόροι να είμαστε έρμαια των ερπετών αυτών, όμως η επόμενη ημέρα δεν θα αργήσει να φανεί. Και όταν αυτός ο τροχός γυρίσει, οι ρόλοι θα αλλάξουν. Το δηλητήριο του ερπετού θα τελειώσει και το μόνο που θα του μένει θα είναι να τρέξει. Η ζωή είναι σαν τον συνεχώς κινούμενο ήλιο. Εμείς αναμένουμε αυτόν τον πυρωμένο ήλιο να φτάσει στην ακμή του.

Η ζωή μοιάζει με έναν τροχό. Με ένα δύσβατο μονοπάτι, στου οποίου το τέλος μπορεί να υπάρχει μόνο η Νίκη!

Αντεπίθεση