Τρομοκρατία και Γεωπολιτική

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019 - 10:02

Μέρος 2

Με το ξεκίνημα του 1849 υπήρχε μόνον ένας σοβαρός διεκδικητής της επαναστατικής πρωτοκαθεδρίας σε εθνικό επίπεδο στην Ιταλική χερσόνησο. Η Βενετία-Λομβαρδία βρισκόταν ακόμη υπό την σιδηρά αυστριακή ηγεσία. Προφανώς η Ρώμη θα εξαιρείτο,(μολονότι ο ιδιαιτέρως δραστήριος περί τα πολιτικά πράγματα Πάπας Πίος ο ΙΧ ήταν εδώ και ολίγες εβδομάδες αυτοεξόριστος), καθώς το δυναστικού τύπου πρόβλημα του παπισμού –άρα και των «Παπικών κρατών» που χώριζαν τη χερσόνησο στα δύο– ουσιαστικώς παρέμενε άλυτο. Η Νάπολη,  δεν πληρούσε σχεδόν καθόλου τις προϋποθέσεις της αρχηγίας μιας εθνικής αναγεννήσεως, καθώς βρισκόταν υπό την εξουσία ενός θλιβερά αποδιοργανωμένου και παρανοειδούς άνακτος, του διαβοήτου  «Bασιλιά Βόμβα» [Φερδινάνδος Β΄ (1810 – 1859) - βασιλεύς των «Δύο Σικελιών» που ετοίμασε στρατό 20.000 ανδρών ώστε να καταπνίξει την Σικελική λαϊκή επανάσταση, επαναφέροντας την Σικελία υπό το αποτυχημένο απολυταρχικό του καθεστώς. Βομβάρδισε ανηλεώς την Μεσσήνη, παρόλον που οι κάτοικοι είχαν ήδη παραδοθεί και επιδόθηκε επί οκτώ ώρες σε αναίτιες σφαγές με συνεχείς κανονιοβολισμούς των αμάχων], ενώ τα υπόλοιπα κρατίδια της  Ιταλίας ήσαν πληθυσμιακώς πολύ μικρά και στρατιωτικώς πολύ αδύναμα.

Η προφανής επιλογή ήταν το Πεδεμόντιο – Πιεμόντε. Αν και εξακολουθούσε να φέρει βαρέως την πολυαίμακτη ήττα που είχε υποστεί τον προηγούμενο χρόνο από την Αυστριακή Αυτοκρατορία, ήταν ιδιαιτέρως δραστήριο, φιλόδοξο και αυξανόταν διαρκώς σε μέγεθος. Ο βασιλιάς του, ο ενθουσιώδης Κάρολος Αλβέρτος, ήταν στον θρόνο από το 1831, και παρέμενε ανυποχώρητα αντιαυστριακός.  [Το Πεδεμόντιο, (ιταλιστί: Piemonte) είναι μια περιφέρεια της Ιταλίας. Συνορεύει δυτικά με την Γαλλία, βορειοδυτικά με την Κοιλάδα της Αόστης, βόρεια με την Ελβετία, ανατολικά με τη Λομβαρδία, νοτιοανατολικά με την περιφέρεια της Εμίλια-Ρομάνια και νότια με τη Λιγουρία. Πρωτεύουσά του είναι το Τορίνο.]

Ο Κάρολος Αλβέρτος, ως μονάρχης, δεν μπορούσε να δώσει στο κίνημα της «Αναβιώσεως» – που άλλωστε στο μεγαλύτερο μέρος του ήταν δημοκρατικό– εκείνη την χαρισματική προσωπική ηγετική παρουσία που τόσο είχε ανάγκη. Την ευθύνη για κάτι τέτοιο, τουλάχιστον κατά τα πρώτα χρόνια, επρόκειτο να την αναλάβει ο αδίστακτος και «σκοτεινός» Τζουζέπε Ματσίνι. Ο Ματσίνι είχε γεννηθεί στη Γένοβα το 1805, όμως δέκα χρόνια αργότερα –χάρη στις ειδικές ρυθμίσεις που προέκυψαν από το Συνέδριο της Βιέννης– μετετράπη αυτομάτως σε πολίτη του Πιεμόντε. Αν και εσπούδασε Ιατρική και Νομική,  από τα φοιτητικά του χρόνια και μετά τον είχε κυριεύσει η ιδέα της ιταλικής αναγεννήσεως.

Ενόσω εσπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας, ο Ματσίνι έγινε τέκτων 33ου βαθμού και προσεχώρησε στην διαβόητη μυστική οργάνωση γνωστή ως «Ανθρακείς» [(Καρμπονάρι –Carbonari) με δηλωμένο στόχο τους από το 1818: «Ο τελικός στόχος μας είναι εκείνος του Βολταίρου και της Γαλλικής Επαναστάσεως - η πλήρης εξόντωση του Καθολικισμού και τελικά όλου του Χριστιανισμού»)], όπου κατέστη φανατικά αφοσιωμένος στην υπόθεση της ιταλικής ενοποιήσεως, έως σημείου που οι ανατρεπτικές του δραστηριότητες τον οδήγησαν σε μια σύντομη φυλάκιση και εν τέλει σε εξορία στην Μασσαλία, τον Φεβρουάριο του 1831. Διαμένοντας πότε εκεί και πότε στο Λονδίνο, τελικώς θα παρέμενε εξόριστος για όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Μόλις ο Ματσίνι έφθασε στη Μασσαλία ίδρυσε το κίνημα που απεκάλεσε «La Giovine Italia» («Η Νέα Ιταλία»). Όπως δηλώνει εμμέσως και το όνομά του, το κίνημα απευθυνόταν κυρίως σε ανθρώπους κάτω των 40 ετών, σε μια προσπάθεια να τους διαμορφώσει μιαν ενιαία εθνική συνείδηση. Επρόκειτο για μια «Μεγάλη Ιταλική Εθνική Ένωση», η οποία είχε ως δεδηλωμένο στόχο της την απελευθέρωση της Ιταλίας, ακόμη, αν ήταν απαραίτητο και μέσα από γενικευμένη επανάσταση. Είχε άμεση επιτυχία: Μέσα σε δύο χρόνια από την στιγμή της ιδρύσεώς του το Κίνημα είχε να επιδείξει 60.000 μέλη. Εξέδιδε επίσης και ένα περιοδικό –συνώνυμο με την ένωση– το οποίον εκυκλοφόρησε έξι τεύχη μέσα στα δύο πρώτα χρόνια του, επίτευγμα καθόλου ευκαταφρόνητο, αν σκεφθεί κανείς ότι κάθε τεύχος περιείχε περίπου 200 σελίδες, πολλές από τις οποίες είχε γράψει ο ίδιος ο Ματσίνι. Σε πολλές περιοχές των ιταλικών κρατιδίων όποιος συνελαμβάνετο με το έντυπο του Ματσίνι είχε για ποινή τον άνευ δίκης άμεσο τυφεκισμό του.

Το 1833 ο Ματσίνι ήταν πλέον έτοιμος για εκτεταμένη δράση. Η «Νέα Ιταλία» είχε προσελκύσει έναν εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό νεαρών αξιωματικών και ανδρών του στρατού του Πεδεμοντίου. Μαζί με τον παιδικό του φίλο, τον Τζιάκοπο Ρουφίνι, σχεδίαζαν ταυτόχρονες εξεγέρσεις στην Γένοβα και στην Αλεξάνδρεια, οι οποίες θεωρούσαν ότι θα εξαπλώνονταν σε ολόκληρη τη χώρα, ανατρέποντας την κυβέρνηση και οδηγώντας τελικά σε πτώση τον Κάρολο Αλβέρτο, που τον έβρισκαν «ανίκανο και μετριοπαθή». Αλίμονο όμως, η συνωμοσία αυτή απεκαλύφθη προτού καν ξεκινήσουν οι εξεγέρσεις. Στην πραγματικότητα, για την αποκάλυψη δεν ευθυνόταν κανείς από τους δύο συνωμότες, απλώς πράκτορες των δυνάμεων ασφαλείας των κρατών είχαν διεισδύσει  στην οργάνωσή τους. Ουσιαστικώς όλοι οι συνεργάτες τους  συνελήφθησαν, ενώ δώδεκα από αυτούς οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Ρουφίνι έκοψε τις φλέβες του στην φυλακή. Ο Ματσίνι, που βρισκόταν εκτός συνόρων, στη Γαλλία, δεν διέτρεξε άμεσο κίνδυνο, η Μασσαλία όμως ήταν γεμάτη από πράκτορες του Πιεμόντε, οπότε αμέσως μετά έφυγε αναζητώντας μεγαλύτερη ασφάλεια στη Γενεύη. Ωστόσον, τρία χρόνια αργότερα, έπειτα από αρκετές πιο ανεπιτυχείς συνωμοσίες, ακόμη και η ελεύθερη και ουδέτερη Ελβετία είχε αρχίσει να γίνεται υπερβολικά επικίνδυνη γι’ αυτόν.

Ο Ματσίνι, ο οποίος έγινε γνωστός και ως η «Κακή ιδιοφυία της Ιταλίας», προσεπάθησε να συνεχίσει συγκαλυμμένα τις δραστηριότητες των Πεφωτισμένων - Illuminati μέσω της Στοάς «Υψηλή Αγορά» (Alta Vendita), της ανωτάτης στοάς των Καρμπονάρων. Από το 1814-48, η ομάδα που έγινε γνωστή-πρώτον στην Γαλλία- ως «Ρωμαϊκή Υψηλή Αγορά» («Haute Vente Romaine») καθοδήγησε τις δραστηριότητες των περισσοτέρων ευρωπαϊκών μυστικών εταιρειών.

Τον Απρίλιο του 1836, ο επικεφαλής της «Haute Vente», του οποίου το ψευδώνυμο ήταν «Nubius», έγραψε στον «αδελφό» «Beppo» (υποκοριστικό του Giuseppe): «Ο Ματσίνι συμπεριφέρεται πάρα πολύ ως συνωμότης μελοδράματος για να ταιριάζει στον σκοτεινό ρόλο τον οποίον  αποποιούμεθα να παίξουμε μέχρι τον θρίαμβό μας. Αρέσκεται να ομιλεί για πολλά πράγματα, αλλά πάνω απ ' όλα για τον εαυτό του... Ποτέ δεν σταματά να γράφει ότι ανατρέπει τους θρόνους και τους βωμούς, ότι γονιμοποιεί τους λαούς, ότι είναι ο προφήτης του ανθρωπισμού ...»

Τον Ιανουάριο του 1837 έφθασε στο Λονδίνο, όπου και επρόκειτο να περάσει τα επόμενα ένδεκα χρόνια, σε μια πόλη που θα γινόταν τελικά η δεύτερη πατρίδα του. Εκεί ερρίφθη  για μιαν ακόμη φορά σε μια δίνη πυρετώδους επαναστατικής και συνωμοτικής δραστηριότητος: Έδωσε νέα, ανανεωτική πνοή στην καταβληθείσα «Νέα Ιταλία», κατέβαλε διαρκείς και άοκνες προσπάθειες για να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των Ιταλών μεταναστών, ίδρυσε δωρεάν σχολείο για τα παιδιά των Ιταλών, ίδρυσε ακόμη και μιαν εφημερίδα, ενώ έγραφε καθημερινώς δεκάδες επιστολές στους Ιταλούς πατριώτες και στους εξορίστους σε όλο τον κόσμο – διότι υπήρχαν πλέον επαναστατικές επιτροπές όχι μόνον στην ιδίως Ιταλία αλλά και σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στην Κούβα και στην Λατινική Αμερική.

Το 1860, ο Ματσίνι εσχημάτισε μιαν οργάνωση που ονομάσθηκε «Oblonica», (νοηματικά «Οβελίστρια») ένα όνομα που προέρχεται από τον λατινικόν όρο «obelus» - «οβελός» / σούβλα,  με σύνθημα  «Γνέφω με οβελό» (με σουβλί- εγχειρίδιο-στιλέτο). Μέσα σε αυτήν την ομάδα, ίδρυσε έναν εσώτερο κύκλο που ονομάσθηκε Mafia - Μαφία. Περίπου το 1000 μ. Χ., αφού οι Νορμανδοί εξεδίωξαν  τους Άραβες από την Σικελία, εγκατέστησαν εκεί να φεουδαρχικό σύστημα. Επιτηρητές για να φυλάσσουν κάθε φέουδο επελέγησαν από γνωστούς εγκληματίες. Οι αψιμαχίες μεταξύ των βαρόνων διεξήχθησαν από αυτούς τους εγκληματίες. Αν και τα φεουδαρχικά προνόμια καταργήθηκαν το 1812, αυτοί οι «εποπτικοί φορείς» διετήρησαν τον έλεγχο της γης μέσω συμφωνιών μισθώσεως. Αυτή ήταν η ομάς των εγκληματιών στους οποίους  ο Ματσίνι έδωσε το όνομα «Μαφία», ένα αρκτικόλεξο για την φράση «Ο Ματσίνι εξουσιοδοτεί κλοπές, εμπρησμούς, δηλητηριάσεις» («Mazzini Autorizza Furti Incendi Avvelenamenti»). Οι γνωστοί ως Μαφιόζοι, εξουσιοδοτήθηκαν λοιπόν από τον Ματσίνι  να διαπράττουν κλοπές, εμπρησμούς και δολοφονίες. Αυτή ήταν  η οργάνωση που μετέβη στην Αμερική κατά την δεκαετία του 1890 με την αρχή της εκεί ιταλικής μεταναστεύσεως.

Συνεργαζόμενος με το βρετανικό κατεστημένο, ο Ματσίνι ήταν ενός ακραίος εθνικιστής Ιταλός ακτιβιστής και συνάμα προβοκάτορας, ο οποίος είχε πάντοτε ένα στιλέτο στο γραφείο του για να το στρέψει εναντίον όποιου διαφωνούσε μαζί του. Οι Βρετανοί (και δη οι  μυστικές τους υπηρεσίες) διαχειρίστηκαν την δράση του και την εθνικιστική τρομοκρατική προβοκάτσια για να υποθάλψουν διάφορες εξεγέρσεις στην Ιταλία και γενικά στον Νότο, μέχρι περίπου το 1848. Στις 7 Απριλίου 1848, όταν ο Ματσίνι έφθανε στο Μιλάνο, ο πληθυσμός είχε εξεγερθεί εναντίον της αυστριακής φρουράς και εγκατέστησε εκεί μιαν επαρχιακή κυβέρνηση. Ο Πρώτος «Ιταλικός Πόλεμος της Ανεξαρτησίας» άρχισε από τον Βασιλέα του Πεδεμοντίου – Πιεμόντε, Κάρολο Αλβέρτο, ο οποίος επεχείρησε να αξιοποιήσει την εξέγερση του Μιλάνου αλλά απέτυχε.

Τελικώς, ο Ματσίνι, [ο οποίος δεν ήταν ποτέ δημοφιλής στο Πιεμόντε, διότι αντί του Πιεμόντε ήθελε να γίνει ανεξάρτητο κράτος η Λομβαρδία], εγκατέλειψε το Μιλάνο και πήγε στην Ελβετία μαζί με τον Τζουζέπε Γκαριμπάλντι τον τελικό ελευθερωτή και ενοποιητή της Ιταλίας.

Όταν το 1871 ο επιφανής αγωνιστής της ιταλικής ενοποιήσεως επιτίθεται στη «Διεθνή Ένωση των Εργαζομένων» και στην «Παρισινή Κομμούνα», ο μέγας ευγενής αναρχικός Μπακούνιν δεν χάνει την ευκαιρία για να του αντιπαρατεθεί, μέσω άρθρων, επιστολών και ενός μεγαλύτερου κειμένου, συντάσσοντας την «Απάντηση ενός Διεθνιστή στον Τζουζέπε Ματσίνι», γραμμένη αποκλειστικώς από τον ίδιον τον Μπακούνιν.

Αλέξανδρος Γέροντας