Το υπόγειο

Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017 - 07:28

Το υπόγειο

Το ερώτημα που πολλοί συμπολίτες μας απευθύνουν , «τι γίνεται, πότε θα φτιάξουν τα πράγματα», δείχνει ότι η κοινωνία ζει ακόμη σε κατάσταση άρνησης της πραγματικότητας. Η νοσταλγία για τα χρόνια της ευμάρειας που πέρασαν και η ελπίδα ότι όταν ξημερώσει θα έχουν επιστρέψει , δείχνει ότι η ελληνική κοινωνία αρνείται ακόμη να καταλάβει ότι ζούσε σε ένα ψέμμα από το οποίο πρέπει τάχιστα να βγει.

Το λεωφορείο Αθήνα – Παρίσι μέσω Εκάλης – Γλυφάδας στην πραγματικότητα δεν ξεκίνησε ποτέ. Οι Έλληνες ακούμπησαν τις ελπίδες τους μαζί και τις οικονομίες δεκαετιών των γονέων τους στις μπιλιές του ψηφιακού καζίνο των πραγματικά πλουσίων. Η μιζέρια του δήθεν κάλυψε περιστασιακά τον μέσο όρο της μάζας. Μόνο οι κουζίνες μαρτυρούσαν πού και πού ότι στα οροφοδιαμερίσματα των προαστίων που ολοένα επεκτείνονταν γεωγραφικά για να μεγαλώσουν τη φούσκα της κτηματαγοράς, κατοικούσαν κυρίες που το αγαπημένο τους φαγητό παρέμεινε το κουνουπίδι καπαμά.

Όσο κι αν η μυθολογία της μετά νεοπλουτισμόν εποχής επιχείρησε να παρουσιάσει την αδήριτη αναγκαιότητα της επιστροφής στις ρίζες ως ελιτίστικη επιλογή, η αλήθεια είναι ότι οι ρίζες του Έλληνα είναι τόσο βαθιές που τον κρατούν θέλοντας και μη, τραγικά δέσμιο της πανάρχαιης μοίρας του.

Είναι καιρός να αντιληφθεί ο Έλληνας την ευχή και την κατάρα της ράτσας του. Να πεθαίνει και να ξαναγεννιέται και να ξαναγεννά τον κόσμο.

Το άλμα εις Παρισίους δεν θα γίνει ποτέ. Καλύτερα να το συνειδητοποιήσουμε όλοι τώρα. Οι πολιτικοί που ισχυρίζονται ότι θα μας βγάλουν από την κρίση λένε ψέμματα εξαγοράζοντας λίγο ακόμη χρόνο στην δουλειά πριν το εργοστάσιο «Η ωραία Ελληνογαλλία» κλείσει και τους αφήσει άνεργους.

Ακόμη κι αν η κρίση τελείωνε αύριο το πρωί, στις μεζονέτες με το γκαζόν και τους Πακιστανούς κηπουρούς, τα άδεια ψυγεία λόγω διαίτης δηλαδή λόγω πείνας, τα πολυτελή αυτοκίνητα που έγιναν ποδήλατα όχι λόγω επιφοιτήσεως αλλά ελλείψεως μετρητού για καύσιμα, και οι επιτηδευμένοι τρόποι που μιμούνται ξεπεσμένους επτανησίους δούκες, δεν θα μπορέσουν να κρύψουν ποτέ την πραγματικότητα του Βαλκάνιου νεοέλληνα: Η έπαυλη θα έχει πάντα στο αυθαίρετο υπόγειο «το ταβερνάκι» όπου ο ιδιοκτήτης θα αφήνει τα Gucci παπούτσια του και θα πατά στις φλοκάτες με τρύπια κάλτσα. Εκεί θα βρίσκει τον εαυτό και την ευτυχία του πίνοντας ξύδια απ’ το χωριό του που θα του μυρίζουν νέκταρ, θα ψήνει παϊδάκια λαδορίγανη και θα ακούει τη μουσική του τόπου του ξαπλωμένος σαν αρματωλός σε νταγκερογραφία ξένου περιηγητή. Η Μαντάμ, ντυμένη πατόκορφα την ωραία και επιτυχημένη, θα βγάλει το τακούνι που της έχει τσακίσει τη μέση και θα χορέψει συρτό όπως στα πατρικά μωσαϊκά Δυτικών Προαστίων, ενώ από το φούρνο θα έρχονται μυρωδιές από κατσικάκι με πατάτες. Το μανιτάρια και η κρεμ φρες μπορούν να περιμένουν. Στο σπίτι των νεοελλήνων ο μόνος χώρος που κατοικείται πραγματικά είναι το υπόγειο.

Σ’ αυτό το υπόγειο κατεβαίνει η Ελλάδα αύτανδρη. Κάποιοι ξεπουλούν τα ασημικά στα μουλωχτά, ελπίζοντας ότι θα διατηρήσουν το στάτους τους στα μάτια των γειτόνων στα δεξιά που με τη σειρά τους ελπίζουν ότι οι γείτονες στα αριστερά δεν θα τους πάρουν μυρωδιά.

Αστεία πράγματα. Όχι, φίλε μου, δεν πρόκειται να βγούμε από την κρίση. Όχι, δεν βλέπω φως στην άκρη του τούνελ. Όχι, αν δεν κατέβεις από το καγιέν και το δωδεκάποντο, όχι, αν δεν βάλεις πλάτη , όχι αν εξακολουθείς να πιστεύει ότι η πλατεία Ομονοίας συνορεύει με τις Βερσαλλίες.

Είτε αρέσει είτε όχι, τα σπίτια χτίζονται ξεκινώντας από τα θεμέλια. Όσο το γρηγορότερο κατέβεις λοιπόν από το ρετιρέ, φίλε αναγνώστη που αγωνιάς για το πότε θα δεις ξανά μια άσπρη μέρα, και βάλεις ένα χεράκι στο έργο μας, τόσο πιο γρήγορα θα σηκωθεί το οικοδόμημα της νέας, δυνατής Ελλάδας που θέλει να χτίσει και θα χτίσει ο Έλληνας της Χρυσής Αυγής.

Η ΟΧΙΑ