Το κοινωνικό χάος στη νεωτερικότητα

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019 - 13:30

Το κοινωνικό χάος στη νεωτερικότητα

Μέρος 1

 Μία από τις μεγάλες ‘’κατακτήσεις’’ της επανάστασης της ‘’τρίτης τάξεως’’, η οποία υπήρξε η κατακλείδα του τελευταίου εκ των παραδοσιακών πολιτισμών, ήτο η κατάργηση της ‘’κλειστής κοινωνίας’’, η δυνατότητα ‘’κοινωνικής ανέλιξης’’ όσων δεν κατάγονταν από αριστοκρατική γενιά, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ελεύθερη πρόσβαση όλων των μελών της κοινωνίας (ειδικότερα, για τον κόσμο του 18ου αι., της ανερχόμενης αστικής τάξης) στα υλικά αγαθά και τα κυβερνητικά αξιώματα, μονοπώλια, κάποτε, της τάξης των αριστοκρατών. Υπόσχεση και στόχος των Διαφωτιστών (δηλαδή των ιδεολογικών ταγών της επανάστασης), η εξασφάλιση της ατομικότητας ως αυτοτελούς αξίας, η οποία εκφράζεται μέσω της κοινωνικής θέσης, αποτέλεσμα πλέον (στη σύγχρονη εποχή) της οικονομικής και επαγγελματικής κατάστασης του υποκειμένου.

Αυτή η αντίληψη της ατομικότητας ως αξίας ικανής να επιφέρει την ευδαιμονία των ανθρώπων (και συνεπώς, η απρόσκοπτη επιδίωξη της ‘’ατομικής ολοκλήρωσης’’ μέσω αυτής της οδού), που αποτελεί πλέον τη Λυδία λίθο των νεωτερικών πολιτικών ιδεολογιών, δεν έχει καταφέρει τίποτε παρά την διάλυση της κοινότητας και την ριζική ρήξη του ανθρώπου με το μεταφυσικό και το μυητικό στοιχείο, με την ομολογία πίστης δηλαδή όλων των παραδοσιακών πολιτισμών.

Στο μνημειώδες έργο του ‘’Η Κρίση του Σύγχρονου Κόσμου’’ ο γάλλος εσωτεριστής Ρενέ Γκενόν, σκιαγραφώντας τις ιδεολογικές παραμέτρους του σύγχρονου πολιτισμού, αναφέρεται , μεταξύ άλλων, και στο κοινωνικό χάος που προκάλεσε (και έκτοτε συνεχώς διαιωνίζει) η ατομικιστική αντίληψη. Κατ’ αυτόν, ουδείς άνθρωπος τον 20ο αι. (το εν λόγω έργο του δημοσιεύτηκε το 1927) δεν βρίσκεται στην θέση εντός της κοινωνίας που αναλογεί στη φύση του.

Αυτό σημαίνει πως το άτομο βρίσκεται ‘’εκτός κάστας’’ ή αλλιώς ότι ‘’δεν υπάρχουν κάστες’’, με τον όρο ‘’κάστα’’ να σημαίνει ατομική φύση, η οποία εμπεριέχει το σύνολο των αναγκαίων για την εκπλήρωση ενός σκοπού ιδιοτήτων. Εφόσον, πλέον, η ανάληψη ενός ρόλου εντός μιας κοινότητας δεν επιβάλλεται από οποιονδήποτε κανόνα, ο καθένας καταλήγει να διεκπεραιώνει οποιαδήποτε λειτουργία/εργασία του προσφέρουν οι περιστάσεις, πολύ συχνά αυτήν για την οποία είναι περισσότερο ακατάλληλος.

Ο ρόλος, λοιπόν, που αναλαμβάνεται από τον καθένα καθορίζεται όχι από την τύχη (που στη πραγματικότητα σημαίνει άγνοια των σχέσεων αιτίας-φαινομένου), αλλά από μία σειρά αστάθμητων και περιστασιακών επιρροών . Αυτό το οποίο ασκεί την ασθενέστερη επίδραση στα πράγματα, η διαφορά στη φύση του καθενός, είναι το μοναδικό ουσιαστικό στοιχείο. Είναι ακριβώς η εξάλειψη αυτών των διαφορών και, ακολούθως , της κοινωνικής ιεραρχίας καθ’ αυτής, που οδήγησε στην «κονιορτοποίηση» των ανθρώπινων κοινωνιών. Αυτή η διάλυση, ενδεχομένως να υπήρξε πρώτα πρακτική και έπειτα να θεμελιώθηκε θεωρητικώς, από τη στιγμή που ξεκίνησε η ανάμειξη των καστών ή, τουλάχιστον , από τη στιγμή που παραγνωρίστηκε ο αληθινός χαρακτήρας των προσωπικοτήτων, μέχρις ότου αυτός να αγνοηθεί παντελώς.

Σε όλες τις περιπτώσεις, αυτή η άρνηση, έχει αναχθεί από τους νεώτερους στην ψευτο-αρχή της ‘’ισότητας’’, ιδέα ευκόλως αναιρέσιμη , δεδομένου ότι είναι λογικά αδύνατο να υπάρχουν παράλληλα δύο όντα απολύτως πανομοιότυπα και ταυτόχρονα εγγενώς διαφορετικά, μια ιδέα στην οποία απηχούν όλες οι προσπάθειες ομογενοποίησης των ανθρώπων, από την παροχή της ίδιας παιδείας σε κάθε νέο/νέα με διαφορετικές ικανότητες και κλίσεις (και της συνεπακόλουθης θέσης, ότι οι πάντες είναι ικανοί να κατανοήσουν κάθε πτυχή της ανθρώπινης γνώσης, με τις ίδιες μάλιστα μεθόδους διδασκαλίας που ταιριάζουν ανεξαιρέτως στους μαθητές), έως και την οικονομική και πολιτική/πολιτισμική υποδούλωση της παγκοσμιοποίησης.

Σε αυτό το σημείο, διαφαίνεται καθαρά η ‘’διανοουμενίστικη’’ αντίληψη των νεώτερων για την ανθρώπινη γνώση, η σχετιζόμενη περισσότερο με την ‘’απομνημόνευση’’ παρά με την ‘’κατανόηση’’. Θα μπορούσαμε να πούμε, πως πρόκειται για τη θυσία της ποιότητας στο βωμό της ποσότητας, φαινόμενο οικείο και αναπόσπαστο από τον σύγχρονο κόσμο

Φυσικά, όποτε πραγματοποιούνται επικλήσεις στο τρίπτυχο-ομολογία πίστεως του σύγχρονου πολιτισμού (ήτοι το μότο ‘’ελευθερία-ισότητα-αδελφότητα’’), ο παραδοσιακά σκεπτόμενος άνθρωπος δεν δύναται να δεχτεί πως αυτές οι ιδέες –οι οποίες προέκυψαν κατά τον 18ο αι. – εμφανίστηκαν αυθόρμητα στο διάβα της ανθρώπινης διηνεκούς πορείας προς την πρόοδο (μιας έννοιας εξίσου σκοτεινής), ή μάλλον, κατά την διατύπωση του μεγάλου Εμμανουήλ Καντ , «επανακτήθηκαν μετά από μια περίοδο ανωριμότητας της ανθρώπινης σκέψης».

Ωστόσο, παρά την παντοδυναμία τους στον μοντέρνο και μεταμοντέρνο κόσμο, αυτές οι ιδέες δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν δεκτές σε μια κοινωνία που δεν ήταν έτοιμη να τις δεχτεί. Μπορούμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε, ότι η προκείμενη ‘’κοσμική ιδεολογική σταθερά’’ λειτουργεί μόνο ως συντηρητική και προπαγανδιστική δύναμη, η οποία οφείλει την επιτυχία της κυρίως στην αοριστία των αρχών της (πχ. πόσες άραγε διαφορετικές και αντιφατικές ερμηνείες υπάρχουν για την έννοια της ελευθερίας;) και στο γεγονός ότι επικαλείται τα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπινου ψυχισμού (πχ. η έννοια της ισότητας συνήθως μεταφράζεται στην κοινή ομιλία ως πρωτίστως οικονομική θέση και συνεπώς οποιοσδήποτε μεσοαστός θα μπορούσε να συναινέσει στην υπεράσπιση της).

Επίσης, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποφανθούμε οριστικά για τον αν οι προπαγανδιστές αυτών των αρχών (πχ. οι τέκτονες «philosophes» του 17ου -18ου αι.) έδρασαν και δρουν συνειδητά ή εάν έπεσαν θύμα πλάνης, στην προσπάθεια τους να αμφισβητήσουν τις παραδοσιακές αρχές σχετικά με την γνώση, την κοινωνία και τον κόσμο, εφόσον οι εν λόγω ‘’ιδέες’’ δεν παρουσιάζουν τίποτα κοινό με τον παραδοσιακό-πλατωνικό ορισμό των ιδεών, (ήτοι αυτών των μη αισθητών, αιώνιων και αυθύπαρκτων αρχών). Είναι, λοιπόν, πιο δόκιμος ο όρος ‘’ψευδο - αρχές’’, από τη στιγμή που αυτές δεν απηχούν στο λογικό, παρά μόνο στο θυμοειδές της ανθρώπινης ψυχής. Έτσι, στην σύγχρονη πολιτική έχει δημιουργηθεί η έννοια του ‘’βερμπαλισμού’’, προκειμένου να περιγραφεί η τάση των διαφόρων ‘’επιτήδειων’’ να χρησιμοποιούν όρους, στερούμενους κάθε νοήματος.

Ας επιστρέψουμε όμως στο κυρίως θέμα αυτής της εργασίας. Εύκολα μπορεί κανείς να παρατηρήσει στον κοινωνικό και επαγγελματικό του περίγυρο, ότι πολύ ισχνές είναι οι περιπτώσεις όπου κάποιος πολίτης εκπληρώνει την σύμφωνη με την ιδιαίτερη φύση του λειτουργία μέσα στο κοινωνικό σύνολο όπου ανήκει. Πολλές φορές, μάλιστα, οδηγείται σε αυτόν τον δρόμο από τυχαία περιστατικά και καταστάσεις ‘’παράδοξες’’, γεγονός, επιφανειακά τουλάχιστον, αντιφατικό, σε μία κοινωνία ‘’εξειδίκευσης’’ σε όλους τους τομείς. Και όμως, αυτή η παράδοξη κατάσταση έχει την εφαρμογή της παντού και ιδίως στον χώρο της πολιτικής, παρουσιάζοντας μάλιστα μια εκλεκτική συγγένεια με την “δημοκρατική”-ισοπεδωτική ιδεολογία και την θεμελιώδη, εκφραζόμενη εμμέσως πλην σαφώς, αρχή της: ‘’το ανώτερο προκύπτει από το κατώτερο’’. Είναι λογικά αδύνατη η άποψη ότι ένα πολιτικό σύνολο (δηλ. ο λαός) μπορεί να ασκήσει μίαν εξουσία την οποία δεν κατέχει ως παράγωγο της βούλησης του, έστω και αν έχει παραχωρήσει αυτήν την εξουσία στους εξουσιοδοτημένους ‘’εκπροσώπους’’ του, με τους οποίους έρχεται τακτικά σε διαφωνία.

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΙΔΗΣ