Το κλεινόν άστυ ως πρωτεύουσα των μεταναστών

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017 - 07:28

Το κλεινόν άστυ ως πρωτεύουσα των μεταναστών

Αθήνα, μια σύγχρονη πόλη που χάνεται στο χρόνο. Ένας τόπος που ακτινοβολεί από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Μία πνευματική οντότητα που η αίγλη της ξεχωρίζει σε ολόκληρη την οικουμένη.

Η ιερότητα του χώρου, το εκθαμβωτικό της φως, το ψυχικό κάλλος, η αισθητική ανωτερότητα είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα, που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν, την πόλη – κράτος με την σημερινή πρωτεύουσα του Νεοελληνικού Κράτους.

«Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα», της Αθήνας, έγραφε σ΄ένα ποίημά του ο Κώστας Καρυωτάκης εξυμνώντας την αιώνια ομορφιά της. Γι αυτή τη μοναδική γη που γέννησε τον σύγχρονο κόσμο ο δημοτικιστής Γ. Ψυχάρης με τον δικό του ξεχωριστό λόγο έγραφε στο «Ταξίδι» του: «Μικρός τόπος και γέμισε την γις. Από δω μας ήρθανε και νους και σκέψη κ΄ ιδέες· Αφτή μας έκαμε ανθρώπους. Αθήνα τη λένε και ποτές όνομα στον κόσμο με τόσο λίγες συλλαβές, δε σήμαινε τόσα. Φτάνει τόνομά της να πης και τα λες όλα. Με σέβας το χώμα της να πατήσης, εσύ που έρχεσαι σε τέτοια χώρα· τον ουρανό που βλέπεις, τονέ βλέπανε και τότες οι μεγάλοι· τον ορίζοντα που κοιτάζεις με τόση χαρά, τον κοιτάζανε τα μάτια τους κάθε μέρα, Μέσα σ΄αφτή την ατμόσφαιρα γεννιόντανε οι φωτεινές ιδέες, βγαίνανε ποίηση και φιλοσοφία. Όταν ανεβαίνανε οι γενναίοι στην Ακρόπολη απάνω, την ίδια θάλασσα θωρούσανε που θωράς τώρα και συ.

Με πόση χάρη, με πόσα νόστιμα, η φύση αράδιασε μια μια τις κορφούλες και τα βουναράκια που βλέπεις γύρω γύρω στην Αθήνα! Τι ωραία, τι χαδεφτική μορφή κατώρθωσε να τους δώση! Με τι γλύκα, με πόση αγάπη ζουγράφισε κάθε γραμμή! Με πόσο ρυθμό και μέτρο με πόση αρμονία σκάλισε τη για, έστρωσε τα περγιάλια και στρογγύλωσε τους γιαλούς! Στόλισε την Αθήνα με τις πιο χαριτωμένες, με τις πιο απαλές της ομορφιές. Την έκαμε με πόθο και χαρά, τη συγύρισε σαν παιδί της. Όλα τάχει ταιριασμένα· ταριστουργήματα της τέχνης φαίνουνται σα να βγήκανε από το χώμα, σα να είναι του τόπου γεννήματα».

Κι όμως σ΄αυτόν τον Ιερό Τόπο κάποιοι ασεβείς νεοέλληνες – ραγιάδες ασελγούν με τον πλέον αισχρό τρόπο.

Χυδαία ανθρωπάκια που αδυνατούν να σηκώσουν το βάρος ενός τόσου λαμπρού πολιτισμού, προσπαθούν με τις πράξεις τους να διαγράψουν την ιστορική της διαδρομή, να ανακόψουν την λαμπρή της πορεία, να υποβαθμίσουν την πανανθρώπινη εμβέλειά της.

Κάποιοι άμυαλοι από άγνοια, αλλά και κάποιοι αρνησιπάτριδες με δόλο ασχημονούν στοχεύοντας στη μοναδικότητα αλλά και στην πολιτιστική της ανωτερότητα.

Τις μέρες μας η Αθήνα «η ζαφειρόπετρα στης γης το δακτυλίδι» κατά τον Κ. Παλαμά έχει χάσει την αίγλη της, την φυσιογνωμία της, την δική της προσωπικότητα.

Έχει χάσει τώρα πια τα χρώματά της, έχει καταντήσει μια πόλη μουντή. Η ζωντάνια της έχει σβήσει μες στην νωθρότητα και τη νωχελικότητα των τριτοκοσμικών της αποίκων.

Οι γεύσεις της, οι μυρωδιές της χαθήκαν μες στην πολυπολιτισμική λαίλαπα που έχει σαρώσει την πόλη.

Οι ήχοι της, οι φωνές της, οι ψίθυροί της δεν θυμίζουν τώρα πια τίποτε από την μητρική μας γλώσσα.

Τα οικεία αισθήματα που ένιωθαν οι Αθηναίοι κάποτε για την πόλη τους έχουν πλέον εξανεμιστεί. Ένα αίσθημα ανασφάλειας έχει κάνει τους ίδιους τους κατοίκους του Κλεινού Άστεως να νιώθουν ξένοι στην πόλη τους. Ο Έλλην αισθάνεται τώρα πια ως μετανάστης στην ίδια του την πατρίδα.

Μπορεί λοιπόν κάποιοι θλιβεροί μισέλληνες να επιδιώκουν την αρχιτεκτονική της μετάλλαξη για να διασπάσουν την πολιτιστική της συνέχεια, αλλά και την αλλοίωση του κοινωνικού της ιστού για να συντρίψουν τη φυλετική της ομοιογένεια.

«Μπορεί να σε καταπατήσουνε οι βάρβαροι, μπορεί τα σκυλιά στον Παρθενώνα σου να χυθούνε. Ήσυχη να είσαι! Θα καταστραφούνε τα σκυλιά και θα χαθούνε οι βάρβαροι, μια μέρα θα δέρνουνται και θα κλαίνε για την τόση τους τόλμη. Εσύ πάντα θα βασιλέβης· εσύ θα στέκεσαι παντοτινά, γιατί εσένα πάντα σε κοιτάζει η γλαφκομάτα μεγάλη Θεά, γιατί εσένα πάντα σε προσέχει το πελώριο μάτι του Δία!».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΤΑΓΟΣ