Η Ρωσο - Ιρανική εποχή αντικαθιστά την σιωνιστική “αραβική άνοιξη” στην Μέση Ανατολή

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017 - 10:36

Η Ρωσο - Ιρανική εποχή αντικαθιστά την σιωνιστική “αραβική άνοιξη” στην Μέση Ανατολή

Ο συμμοριτοπόλεμος στην Συρία και στο Ιράκ σε μεγάλο βαθμό έχει τελειώσει, εφόσον στο άμεσο μέλλον δεν υπάρξουν προσπάθειες από τους σιωνιστές της Ουάσιγκτον και του Ισραήλ να προκαλέσουν τοπικές αναταραχές και επαναφορά της περιοχής σε χαοτικές καταστάσεις. Πολύ λίγοι πιστεύουν όμως σε αυτή την δυνατότητα και τούτο αποδεικνύεται από  την αλλαγή πλεύσης της Τουρκίας και Σαουδικής Αραβίας που προσπαθούν να εξοστρακίσουν τους πρώην μισθοφόρους τους τζιχαντιστές.

Η καταβαράθρωση του σουνιτικού-βαχαμπιστικού ISIS (Islamic State of Iraq and Syria) και ο πλήρης μετασχηματισμός του σε μια διεθνή τρομοκρατική οργάνωση, η οποία δεν δύναται πλέον να διαχειριστεί ή να προστατεύσει εδαφικά σύνορα, δημιούργησε ένα παράθυρο ευκαιρίας για την Ρωσία και το Ιράν για να επεκτείνουν την επιρροή τους και τους περιφερειακούς τους στόχους στην Μέση Ανατολή.

Οι πρώτες προτεραιότητες για την Μόσχα και την Τεχεράνη είναι ο Λίβανος, η Συρία, το Ιράκ και η Υεμένη, περιοχές στις οποίες ήδη υπάρχει μια ισχυρή πρόσφυση από τις δυο αυτές δυνάμεις. Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι ένεκα της δημογραφικής-θρησκευτικής σύνθεσης της περιοχής και της ανταγωνιστικής επίδρασης των άλλων παικτών δεν μπορεί να παγιώσει μια σφαίρα επιρροής χωρίς την βοήθεια της Μόσχας. Από την πλευρά της η Μόσχα έχει συνειδητοποιήσει ότι χωρίς το σιιτικό Ιράν που μπορεί να δραστηριοποιηθεί με μεγάλες χερσαίες δυνάμεις στην περιοχή, τίθεται εν κινδύνω η φιλοδοξία της για εγκαθίδρυση μιας μόνιμης ρωσικής παρουσίας στην Μέση Ανατολή και ανατροπή του μέχρι πρότινος αμερικανικού status quo.

Το τέλος του συμμοριτοπολέμου δημιουργεί εκ των πραγμάτων ένα κενό ασφαλείας ταυτόχρονα με ένα κενό πολιτικής στην Μέση Ανατολή το οποίο ευελπιστούν να πληρώσουν η Ρωσία με το Ιράν, καθώς αναντίρρητα είναι οι μόνες δυνάμεις που βοήθησαν στρατιωτικά και πολιτικά να απαλλαγεί η περιοχή από τους τζιχαντιστές και να ματαιωθούν τα σιωνιστικά σχέδια κατακερματισμού της Μέσης Ανατολής. Ας αναλύσουμε λοιπόν τους στρατηγικούς στόχους για την Μέση Ανατολή των δυο αυτών δυνάμεων.

Και οι δυο δυνάμεις επιθυμούν να αυξήσουν την επιρροή τους σε κρατικές οντότητες και οργανισμούς της περιοχής, εμποδίζοντας παράλληλα δυνάμεις που είναι υπό την προστασία των ΗΠΑ και της Δύσης να ανατρέψουν τα γεωπολιτικά τους σχέδια που τα θεωρούν ζωτικής σημασίας. Ποια είναι αυτά τα σχέδια; Κυρίαρχο σχέδιο είναι η διασφάλιση και η διαμόρφωση του Συριακού καθεστώτος. Η διαφύλαξη του καθεστώτος Άσαντ ως στρατηγικού συμμάχου σημαίνει για την Μόσχα ανενόχλητη πρόσβαση στα μεσογειακά λιμάνια και στον εναέριο χώρο της Συρίας, σημαίνει επίσης και προώθηση της ηγεμονίας στην περιοχή καθώς η Συρία θεωρείται η καρδιά της Μέσης Ανατολής. Ο σημαντικός ρόλος της Συρίας για το Ιράν απορρέει από το γεγονός ότι η λιβανέζικη Χεζμπολάχ βασίζεται στον κρίσιμο συριακό κόμβο για να απολαμβάνει υλικοτεχνικής υποστήριξης-βοήθειας από την Τεχεράνη. Επιπλέον η γεωγραφική θέση της Συρίας επιτρέπει στο Ιράν να εφαρμόσει μια ανατρεπτική πολιτική για την προώθηση των περιφερειακών του σχεδίων, του Ισραήλ μη εξαιρουμένου (στρατιωτικές δυνάμεις του Ιράν στο άμεσο μέλλον θα βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από τα υψώματα του Γκολάν που παρανόμως κατέχει το Ισραήλ).

Ποιος είναι όμως ο ρόλος της Τουρκίας στην νέα δυναμική που διαμορφώνεται στην Μέση Ανατολή, μια δυναμική που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ρωσο-σιιτικό τόξο επιρροής, μια δυναμική που μπορεί να οδηγήσει σε ανεξάρτητο κουρδικό κράτος. Για πρώτη φορά μετά την συνθήκη των Σεβρών (1920) που κατακερμάτιζε την Οθωμανική Αυτοκρατορία και αναγνώριζε ανεξάρτητο Κουρδιστάν, συνθήκη που ποτέ δεν υλοποιήθηκε, στον χάρτη της Μέσης Ανατολής κάνουν δειλά την εμφάνιση τους αυτόνομες κουρδικές περιοχές. Λαμβάνοντας υπόψη τις δύσκολες σχέσεις μεταξύ των κουρδικών φυλών και των εδαφικών θυλάκων που κατέχουν στην Συρία και στο Ιράκ είναι ακόμη νωρίς για να μιλήσουμε για ανεξάρτητο Κουρδιστάν. Όμως σε αυτό τον κόσμο τίποτε δεν είναι αιώνιο και τα σύνορα Τουρκίας-Συρίας-Ιράκ δεν αποτελούν εξαίρεση. Βεβαίως και η παγκόσμια κοινότητα πολλές φορές έχει δώσει υποσχέσεις στους Κούρδους για μια κρατική υπόσταση, υποσχέσεις τις οποίες δεν εκπλήρωσε.

Μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας, παρά την πρόσφατη επαναπροσέγγιση, υπάρχουν τεράστιες ασυνέπειες όσον αφορά το κουρδικό ζήτημα και την αντιμετώπιση των de facto κουρδικών περιοχών στην Συρία (στο Ιράκ ήδη υφίσταται αυτόνομη περιοχή με πρωτεύουσα το Αρμπίλ). Η Ρωσία ήδη έχει καλέσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για το μέλλον της Συρίας την κουρδική οργάνωση PYD, την οποία η Άγκυρα θεωρεί τρομοκρατική και υποσκάπτουσα μαζί με το PKK την εδαφική της ακεραιότητα. Την ίδια οργάνωση υποστηρίζουν οι ΗΠΑ με υλικοτεχνική βοήθεια, μάλιστα η κυβέρνηση Τραμπ έχει αναγνωρίσει ότι η κουρδική αυτή οργάνωση ήταν πρωτοπόρος στον αγώνα κατά των τζιχαντιστών. Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να εγκαταλείψουν την συνεργασία τους με τους Κούρδους της Συρίας, καθώς έτσι θα χάσουν την τελευταία σφαίρα διαπραγματευτικής επιρροής στην περιοχή. Ο Ερντογάν έχει ζητήσει επανειλημμένα από τον Τραμπ να αποσύρει την υποστήριξη του από τους Κούρδους της Συρίας και του Ιράκ, χωρίς μέχρι στιγμής να τύχει θετικής ανταπόκρισης. Η Τουρκία ως εκ τούτου δεν θεωρεί πλέον τις ΗΠΑ ως εταίρο όσον αφορά το μέλλον της Συρίας και του Ιράκ και εναποθέτει τις ελπίδες της στην Ρωσία και στο Ιράν.

Ο στόχος της Ρωσίας όσον αφορά την Τουρκία είναι να την αποσυνδέσει από την συμμαχία του ΝΑΤΟ. Η αποσύνδεση αυτή και η συνακόλουθη απώλεια εξουσίας της Δύσης στην περιοχή επιφέρει τεράστια γεωπολιτικά οφέλη που απλώνονται από τον Βόσπορο έως την Κασπία και Νοτιοδυτική Ασία. Το γεγονός ότι η αποχώρηση της Τουρκίας από τις «δυτικές αξίες» φέρνει μαζί της την τελική πτώση του λεγόμενου κοσμικού κράτους ουδόλως απασχολεί τον Πούτιν, καθώς είναι ένα πρόβλημα το οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί αργότερα. Όσον αφορά το Ιράν, η απομάκρυνση της Τουρκίας από τον δυτικό κόσμο απελευθερώνει το σιιτικό τόξο προς το Ιράκ, την Συρία, τον Λίβανο και την Μεσόγειο. Είναι δευτερεύον για το σιιτικό Ιράν ότι ο μισός πληθυσμός της Τουρκίας είναι σουνίτες, καθώς μεγαλύτερη σημασία για την Τεχεράνη έχει η βαρύτητα στην παγκόσμια σκηνή και η περιφερειακή επιρροή.

Η Μόσχα όσον αφορά την Τουρκία και τους Κούρδους δεν διακινδυνεύει σύγκρουση με την Ουάσιγκτον, κάτι που γνωρίζει η Άγκυρα. Η υποστήριξη του Τραμπ στους Κούρδους της βόρειας Συρίας (οργάνωση PYD) δημιουργεί δυναμική συμφωνίας Μόσχας-Ουάσιγκτον για μια συνταγματική διευθέτηση του κουρδικού ζητήματος (π.χ. ομοσπονδιακό κρατίδιο ή αυτονομία) χωρίς να αμφισβητείται η εδαφική ακεραιότητα και ενότητα της Συρίας. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση που έκανε ο Ερντογάν μετά την συνάντηση του με τον Πούτιν στο Σότσι (13 Νοεμβρίου), μια συνάντηση που είχε ως θέμα την συγκρότηση «Εθνικού Διαλόγου» για το μέλλον της Συρίας και την δέσμευση για την προστασία της εθνικής της κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας, της ενότητας και της ακεραιότητας της. Ο Τούρκος πρόεδρος στην διφορούμενη δήλωση του τόνισε ότι «η επιτυχία του Συνεδρίου Εθνικού Διαλόγου που θα πραγματοποιηθεί στο Σότσι εξαρτάται από το καθεστώς της Συρίας και την αντιπολίτευση, καθώς και από την αμοιβαία αίσθηση σεβασμού και συναίνεσης της Άγκυρας, της Τεχεράνης και της Μόσχας.

Από αυτή την άποψη ο αποκλεισμός των τρομοκρατικών στοιχείων (εννοεί του Κούρδους της Συρίας) που απειλούν την εθνική ασφάλεια της χώρας μας  θα συνεχίσει να είναι στις προτεραιότητες μας. Αν εκφράσουμε την δέσμευση μας για την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική ενότητα της Συρίας, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε μια αιματηρή συμμορία (εννοεί τους Κούρδους) ως νόμιμους δράστες». Σημειώνεται ότι ο Ρώσος πρόεδρος πριν την συνάντηση του με τον Ερντογάν είχε τηλεφωνική συνδιάλεξη μιας ώρας με τον Τραμπ, το κύριο συστατικό αυτής της συνομιλίας ήταν βέβαια η Συρία όπου φαίνεται να υπάρχει σημείο διεπαφής μεταξύ των δυο ανδρών.

Η Ρωσία με την στρατιωτική της επέμβαση στην Συρία, ένα ιστορικό γεγονός μεγίστης γεωπολιτικής αξίας, έδειξε την πρόθεση και την θέληση της να επανακάμψει ενεργά στην Μέση Ανατολή. Με την επέμβαση της η Ρωσία δεν ενίσχυσε μόνο το καθεστώς Άσαντ, αλλά ενίσχυσε εκ των πραγμάτων και το σιιτικό τόξο της Μέσης Ανατολής. Η ρωσική επέμβαση έδωσε μια γεωπολιτική πνοή στην Χεζμπολάχ του Λιβάνου, στους αλαουίτες και σιίτες της Συρίας και του Ιράκ, στους Χούθι της Υεμένης και βέβαια στο σιιτικό κράτος του Ιράν. Το Ιράν με την στρατιωτική και πολιτική βοήθεια που παρείχε όλα αυτά τα χρόνια στην Δαμασκό ενίσχυσε το ρόλο του στην Μέση Ανατολή, κάτι για το οποίο η Μόσχα δεν είχε ούτε έχει επιφυλάξεις. Η Μόσχα έχει συνειδητοποιήσει ότι το Ιράν που ηγείται του σιιτικού τόξου της Μέσης Ανατολής δεν δημιουργεί πρόβλημα στην Ρωσία, τουναντίον εξυπηρετεί τα ρωσικά συμφέροντα στην περιοχή ενώ ταυτόχρονα δρα ως εξισορροπητική δύναμη στον σουνιτικό πληθυσμό των μουσουλμανικών επαρχιών της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Η «αραβική άνοιξη» των σιωνιστών, ουσιαστικά ένα νεοιμπεριαλιστικό σχέδιο κατακερματισμού της Μέσης Ανατολής, τελείωσε άδοξα για τους εμπνευστές του. Μια νέα εποχή ανατέλλει στην Μέση Ανατολή, μια εποχή που σίγουρα δεν ευνοεί την Νέα Παγκόσμια Τάξη.

Γ. Λιναρδής