Πορεία αναζήτησης των Εθνικών Ιδεών

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019 - 19:00

Πορεία αναζήτησης των Εθνικών Ιδεών

Μέρος Β’

Μετά την πολυώδυνο καταβαράθρωση της Μεγάλης Ιδέας στην Μικρά Ασία το γεγονός ότι το Εθνικόν Όραμα έπρεπε απαραιτήτως να ανανεωθεί και να προσαρμοσθεί στις νέες συνθήκες, ώστε να είναι εφικτόν αλλά και να παραμείνει ζείδωρο, ελκυστικό και πειστικό, έγινε καταρχήν αντιληπτό κυρίως στις τάξεις του «Βενιζελισμού».

[Ως Βενιζελισμός ορίζεται ένα ευρύ πολιτικό κίνημα, του οποίου σκοπός ήταν ο «αστικός εκσυγχρονισμός» της Ελλάδος κατά τα πρότυπα των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών, σε συνδυασμό με την εκπλήρωση του περιεχομένου της Μεγάλης Ιδέας. Ο βενιζελισμός υπήρξεν ο πειστικότερος εκφραστής των ελληνικών αστικών επιδιώξεων για εθνική ολοκλήρωση. Ο ιδιότυπος εθνικισμός που εξέφραζε δεν αφορούσε μόνον στους Έλληνες εντός Ελλάδος αλλά και στους Έλληνες της Διασποράς, οι οποίοι εχρειάζοντο επιτακτικώς ένα εθνικό κέντρο, ένα κράτος που να τους προστατεύει στις διεθνείς οικονομικές τους δραστηριότητες και μιαν ενιαία χώρα που να είναι το έσχατο καταφύγιο σε ώρα ανάγκης. Οι βενιζελικοί σε αυτό το «εθνικίζον» χαρακτηριστικό τους δεν διέφεραν πολύ από τους συντηρητικούς - αντιβενιζελικούς αντιπάλους τους].

Επειδή ακριβώς, τόσον κατά την πρώτην, όσον και κατά την δευτέρα φάση του, το βενιζελικό σχέδιο του «αστικού εκσυγχρονισμού» διακρίνεται από την οργανική και άρρηκτο σύνδεση του με τις -εκάστοτε- προτεραιότητες «εθνικής ολοκληρώσεως», ο Βενιζελισμός είναι εκείνος ο πολιτικός χώρος ο οποίος μετά το 1922, πλήττεται πολύ περισσότερον και εν πολλοίς «απειλείται» από την γενικοτέρα ιδεολογική κρίση την οποίαν επέφερε η Μικρασιατική Καταστροφή. Έτσι, από τις τάξεις αυτού του πληττομένου, του «υποχωρούντος» πολιτικού μορφώματος, θα προέλθουν εύλογα ως αντίδραση και οι πρώτες απόπειρες ανανεώσεως, ανασυγκροτήσεως του Εθνικού Οράματος, οι πρώτες εναλλακτικές προτάσεις για μια νέα «Μεγάλη Ιδέα».

Οι ιδεολογικοπολιτικές διαφοροποιήσεις, μετατοπίσεις, μεταλλάξεις και εξαλλαγές τώρα είναι πλέον σαφείς, καθώς η σημασιοδότηση και το εννοιολογικό βάθρο του όρου «Εθνική Ολοκλήρωση» ήλλαξαν ολοκληρωτικώς, αναγκαστικώς και ριζικώς. Τους παλαιούς στόχους της απελευθερώσεως των αλυτρώτων Ελλήνων αδελφών και της εδαφικής επεκτάσεως με ιστορικούς όρους «Μείζονος Ελληνισμού», οι οποίοι είχαν ιδεολογικό επιστέγασμα και προμετωπίδα την Μεγάλη Ιδέα, έρχονται να υποκαταστήσουν η προσπάθεια συστηματικής εντάξεως και κοινωνικής αφομοιώσεως των «πρώην αλυτρώτων» (είτε ως κατοίκων των Νέων Χωρών -στην έννοιαν των οποίων περιλαμβάνονται: η Θράκη, η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Κρήτη και το Βορειοανατολικόν Αιγαίο-, είτε ως προσφύγων), οι ενέργειες για την ολοκληρωτική επίτευξη της ευκταίας εθνικής ομοιογενείας, καθώς και η φιλοδοξία εγχαράξεως μιας νέας «Εθνικής Ταυτότητος», τούτη την φορά μέσα στα περιορισμένα ελλαδικά κρατικά σύνορα, τα οποία αντιμετωπίζονται πλέον ως οριστικά. Και ο ίδιος ο Βενιζέλος, αλλά κυρίως άλλες έγκριτες φυσιογνωμίες της πολιτικής ζωής, (αστικής προελεύσεως και έως σοσιαλδημοκρατικής «εκπομπής»), όπως ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο Γεώργιος Παπανδρέου (ο διάσημος πάππος του φαιδρού Jeffrey), ο Αλέξανδρος Δελμούζος  και ο Γεώργιος Θεοτοκάς, αναζητούν ουσιαστικώς το ακριβές στίγμα ενός νέου Εθνικού Οράματος, ικανού να αντικαταστήσει πειστικώς και με αξιόπιστον επάρκεια το παλαιό του ανάλογο, το οποίον εφάνη πως έχει απολεσθεί αμετακλήτως.

Κατά την δευτέρα αυτή περίοδο του Βενιζελισμού, ο επιδιωκόμενος «αστικός εκσυγχρονισμός» θα συναρθρωθεί ικανά με την διαδικασία της εθνικής ομογενοποιήσεως, μάλιστα δε και με συγκεκριμένο πολιτειακό ιδεολογικό επιστέγασμα : την «Αβασίλευτο Δημοκρατία», για την οποίαν θα καταβληθεί σύντονη προσπάθεια ώστε να προσλάβει ευρύτερο ιδεολογικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Ωστόσον η «Αβασίλευτη Δημοκρατία» δεν θα καταστεί δυνατόν να αποκτήσει, τουλάχιστον στην δεδομένη ιστορική συγκυρία, εκείνο το ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο που ευχολογιακώς επεδίωκαν να της προσδώσουν ορισμένα στελέχη του Βενιζελισμού, (προ πάντων δε ο ευρυμαθής πατριώτης σοσιαλδημοκράτης Αλέξανδρος Παπαναστασίου), δεν θα λειτουργήσει ως πανάκεια των «μεταμικρασιανών» νοσημάτων. Συνεπώς ο «ύστερος Βενιζελισμός», με το ευρύ οικονομικό και κοινωνικό πρόγραμμα της τετραετίας 1928 - 1932, απλώς θα εισηγηθεί και πάλιν ένα διαμαρτικό σχέδιο αστικού εκσυγχρονισμού το οποίον μάλιστα θα προσπαθήσει να το περιβάλλει με την αίγλη μιας νέας «Μεγάλης Ιδέας».

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε για λόγους ενημερώσεως και ακριβολογίας ότι η πολιτική φιλοσοφία του «αστεφούς μονάρχου» Ελευθερίου Βενιζέλου εμπεριείχε σαφέστατα μιαν απολύτως αριστοτελική άποψη της πολιτικής, αποδίδουσα μείζονα σημασία στον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματος, μεγαλυτέρα  απ’ ότι στην μορφή του, ταυτιζομένη  σαφώς με την άποψη του Αριστοτέλους - που εθεώρει πως υπάρχουν καλές αλλά και διεφθαρμένες όψεις των τεσσάρων πολιτευμάτων (αριστοκρατικό, ολιγαρχικό, δημοκρατικό, οχλοκρατικό). Μάλιστα η πεμπτουσία της πολιτικής αντιλήψεως του Ελευθερίου Βενιζέλου ήδη κατεγράφη σαφώς στην πρωιμοτέρα – «προκαταστροφική» φάση, κατά την ομιλία του της 5ης Σεπτεμβρίου 1910 στην Πλατεία Συντάγματος, όπου  μεταξύ  άλλων είχε ειπεί: «…Ο Αριστοτέλης είπεν ότι όταν ο εις, ο μονάρχης δηλαδή εν τω μοναρχικώ πολιτεύματι ή οι ολίγοι εν τω αριστοκρατικώ ή οι πολλοί, τα πολιτικά δηλαδή κόμματα, εν τω δημοκρατικώ και σήμερον εν τω συνταγματικώ πολιτεύματι, άρχωσι προς το κοινό συμφέρον, η Πολιτεία είναι ορθή. Όταν δε ο εις ή οι ολίγοι, ή οι πολλοί άρχωσι προς το ίδιον συμφέρον η Πολιτεία αυτή αποτελεί παρέκβασιν Πολιτείας οδηγούσα εις την κακοδαιμονίαν των λαών.». Αυτός ήταν ο «χαρισματικός» (ως σωτήρ και ως δαίμων συνάμα) άνδρας, ο οποίος υπήρξεν ο «δημοκρατικός δικτάτωρ» της Ελλάδας. Ουδέποτε πλήρως δημοκράτης και ουδέποτε αρκούντως τολμητίας για να κυβερνήσει φανερά ως δικτάτωρ !   

Πρωτεργάτης στην προσπάθεια ιδεολογικοπολιτικής και πνευματικής ανασυγκροτήσεως μετά το βαθύ (και ακόμη ανεπούλωτο) τραύμα της Μικρασίας, εστάθη ο Βενιζέλος αυτοπροσώπως, ο οποίος κατ' επανάληψη και συρροή θα τονίζει με έμφαση ότι οι αγώνες για την εδαφική επέκταση ετελείωσαν οριστικώς, ενώ συχνά θα καλέσει τους Έλληνες να συγκεντρώσουν την προσοχή τους στη δημιουργία ενός «συγχρονισμένου κράτους», η έννοια του οποίου επαναλαμβάνεται διαρκώς και κατέχει πρωταγωνιστική θέση στα άρθρα και τους λόγους του Ελευθέριου Βενιζέλου αυτής της περιόδου.

Χαρακτηριστικώς σ’ έναν λόγο του - 28 Μαΐου 1930, Καλάβρυτα- θα τοποθετηθεί σαφώς οριοθετών τις κατά την γνώμη του προοπτικές του Έθνους ως εξής : «…Είμεθα σήμερον έθνος που επέρασε την παιδικήν ηλικίαν, συμπληρώνει την νεανικήν και αρχίζει να εισέρχεται εις την ανδρικήν. Όποιος έχει αυτό υπ' όψιν, πως είναι δυνατόν να αμφιβάλλη ότι η σταδιοδρομία του έθνους κατά την δευτέραν εκατονταετίαν του ελευθέρου βίου του θα είναι καλυτέρα της πρώτης; Εγώ είμαι βέβαιος ότι, κατά την δευτέραν εκατονταετίαν θα φθάσωμεν εις μεγάλα αποτελέσματα, προς άλλην εννοείται κατεύθυνσιν, όχι προς ουσιώδη εδαφικήν επέκτασιν ή απελευθέρωσιν υποδούλων αδελφών, οι οποίοι, δεν θέλω να εξετάσω πως συνεκεντρώθησαν εντός των συνόρων της ελευθέρας πατρίδος, αλλά προς δημιουργίαν κράτους συγχρονισμένου, το οποίον, εάν δεν είναι πρωτοπόρον, θα ευρίσκεται, πάντως, ακολουθούν, μέσα εις την πρωτοπορίαν των άλλων εθνών που πρωτοστατούν εις τον πολιτισμόν» .

Σε αντίθεση με τις έντονες ιδεολογικές αναζητήσεις που περιρρέουν και διαπερνούν τον ύστερο, «μετακαταστροφικό» Βενιζελισμό, ο αντιβενιζελικός συντηρητικός χώρος δείχνει να διακρίνεται από μια σχεδόν εμμονοϊδεακή και συνάμα παιδιάστικα απλοϊκή, αβίαστη προσήλωση στις μέχρι τότε δεδομένες «εθνικές παραδόσεις». Η αυτάρεσκη (συχνά πομπώδης) και ενίοτε αγκυλωτική   στειρότης που διακρίνει τον εν πολλοίς βασιλόφρονα Αντιβενιζελισμό, σε συνδυασμόν με την εύλογο πιεστική ανάγκη του να ασκήσει αντιπολίτευση στην βενιζελική πολιτική, οδηγεί συχνότατα αρκετούς από τους αντιβενιζελικούς, στην υπεράσπιση διαφόρων επεκτατικών εκδοχών της Μεγάλης Ιδέας ! Κάποιοι άλλοι κρίνουν το ιστορικό δρώμενο με ωμή ρεαλιστική επιφύλαξη, όπως ο Παναγιώτης Πιπινέλης, ένας από τους επιφανείς εκπροσώπους της αντιβενιζελικής παράταξης, ο οποίος  θα γράψει ότι : «…..η αποτυχία της μικρασιατικής εκστρατείας 1919-1922, της τελευταίας αυτής εξορμήσεως του ελληνισμού προς την Μεγάλην Ιδέα, κατέδειξε με την άπειρον συμφοράν εις ην οδήγησεν, ότι μια νέα πραγματικότης είχε δημιουργηθεί εν τοις Βαλκανίοις, η οποία καθιστά ανέφικτον την αναβίωσιν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».

Συνεπώς η καταστροφική και τραυματική κατάληξη της μικρασιατικής περιπέτειας, απέκλεισεν πλέον την δυνητικήν επικράτηση του Ελληνισμού επί των γειτόνων του με πολιτικά και στρατιωτικά μέσα. Τώρα πλέον η έμφαση εδόθη στην «οικονομική διείσδυση» της Ελλάδας στις «γειτνιάζουσες γαίες», μ’ απώτερο στόχο την δι’ αυτής επικράτηση του Ελληνισμού. Στα πλαίσια αυτά η πνευματική ανωτερότης των Ελλήνων θεωρείται αμετροεπώς a priori δεδομένη, ωσάν «θεία επίπαση» ή ως νομοτελειακό θέσμιο. Ο Μεσολογγίτης δημοσιογράφος, εκδότης και πολιτικός Θεολόγος Νικολούδης, αντιβενιζελικός και κατοπινό στέλεχος του μεταξικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, υπεστήριξε με έμφαση «Η Ελλάς δεν θα εβράδυνε να δεσπόση από απόψεως εμπορικής και εκπολιτιστικής του βαλκανικού συγκροτήματος»

[Ο πολυπράγμων Νικολούδης εξέδιδε την εφημερίδα «Πολιτεία» από το 1917 έως το 1935 από τις στήλες της οποίας πολέμησε με σφοδρότητα τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Βενιζελισμό και το 19236 επί κυβερνήσεως Ιωάννου Μεταξά την 4ην Αυγούστου 1936, έγινε επικεφαλής και ηγήθη του νεοδμήτου «Υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού», με εκτενή δικαιοδοσία σε εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία, θεατρικές και κινηματογραφικές παραγωγές και εκθέματα, διαλέξεις και σεμινάρια, ηχογραφήσεις γραμμοφώνου και ραδιοφωνικά προγράμματα. Με το υπουργείον του, εβοήθησε στην διάδοση των αρχών και αξιών του Εθνικού Κράτους της 4ης  Αύγουστου, ενώ διεξήγαγε λίαν επιτυχώς την αντικομμουνιστική προπαγάνδα. Ο Νικολούδης υπήρξεν επίσης ιδρυτής του μηνιαίου περιοδικού «Το Νέον Κράτος», το οποίον είχε ως στόχο να παρέχει έναν τόπον διαλόγου στους διανοούμενους, ώστε να συζητήσουν μέσω διαλέξεων για την 4ην  Αυγούστου και να ευρεθούν οι λύσεις στα πολυποίκιλα προβλήματα της νεωτερικότητος που ανέκυψαν για την Πατρίδα. Ο Νικολούδης διατήρησε τη θέση του ως Υπουργός Προπαγάνδας μέχρι το τέλος του Καθεστώτος της 4ης  Αυγούστου τον Απρίλιο του 1941, όταν τα Γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στην Αθήνα. Στην συνέχεια κατέφυγε στην Αίγυπτο, (μια χώρα όπου είχε ζήσει στη νεότητά του και εγνώριζε καλώς) μαζί με την εξόριστο κυβέρνηση με νέο Πρωθυπουργό, τον Εμμανουήλ Τσουδερό. Ολίγες εβδομάδες αργότερον παρητήθη λόγω των αμφισβητήσεων που αντιμετώπιζε με τον Τσουδερό. Τον Αύγουστον του 1941, εδιορίσθη πρέσβης στην Πρετόρια (Νότιος Αφρική), όμως η σχέση του με την κυβέρνηση παρέμεινε  προβληματική, ενώ  τον Νοέμβριον του 1942 εξηναγκάσθη σε παραίτηση λόγω εγκωμιαστικών δηλώσεων  για το καθεστώς του Εθνικού Κράτους. Το 1945, έγραψε ένα (εξόχως σπανίζον) βιβλίο με τίτλον «Η ελληνική κρίσις» (Κάϊρον εκδόσεις «Φως»), όπου ύμνησε το Εθνικόν Κράτος,  υπεστήριξεν ότι ο Ιωάννης Μεταξάς εδολοφονήθη και ότι υπ’ αυτόν ο Ελληνικός Στρατός θα ανθίστατο στην γερμανική εισβολή επί πολύ μεγαλύτερον διάστημα, οπότε το αποτέλεσμα της ελληνογερμανικής συγκρούσεως θα ήταν διαφορετικό. Μετά το πέρας του πολέμου και την συμμαχική νίκη των επέστρεψε στην Αθήνα, όπου και απέθανε το 1946.]

Ο επίσης σφόδρα αντιβενιζελικός Αθανάσιος Ευταξίας συνεπλήρωνε ευχολογιακώς με θρησκευτικού τύπου εθνοκεντρική μεγαλοστομία : «Η Ελλάς κέκληται να πρωτοστατήση, υπό έποψιν οικονομικήν και εκπολιτιστικήν».

Στα πλαίσια αυτά το προτεινόμενο από τον Βενιζελισμό «Εθνικόν Όραμα» του αστικού εκσυγχρονισμού, το οποίον εχαρακτηρίσθη από μερίδα του αντιπολιτευομένου τύπου, ως «κακόηθες κήρυγμα εναντίον των ιδανικών και των παραδόσεων» εδέχθη αμέτρητες, συνεχείς και συστηματικές βολές των αντιβενιζελικών. Θεμελιώδης γεννήτρια παραδοχή αυτών των επιθέσεων υπήρξε  η εκτίμηση ότι «παρά την ηδυπαθή αποχαύνωση του Έλληνος δια της υλιστικής ευμαρείας» που, κατά τη γνώμη των αντιπάλων του, επεδίωξε σκοπίμως ο δαιμόνιος λαοπλάνος Βενιζέλος, ο ελληνικός Λαός «προορίζεται για να επικρατή και να ηγεμονεύη»,όπως χαρακτηριστικότατα έγγραφε ο αξέχαστος πολυμαθής και πολυτάλαντος Φώτος Πολίτης (εθνοκεντρικός συγγραφεύς, κριτικός, μεταφραστής, ο πρώτος σκηνοθέτης του Ελληνικού Εθνικού Θεάτρου, αρθρογράφος και δοκιμιογράφος) στην επιφυλλίδα του στην συντηρητική – πατριωτική εφημερίδα «Πρωία». Ευλόγως λοιπόν ξιφουλκεί κατά του Βενιζέλου ο ανανήψας φιλελεύθερος Μεσσήνιος δημοσιογράφος Νικόλαος Βεντήρης, όταν γράφει στο εθνικό – πατριωτικό περιοδικό της δεκαετίας του 1930 «Πειθαρχία» : «…ο κ. Βενιζέλος κάμνει πολύ άσχημα να θέλη να κόψη τα πληγωμένα φτερά της Μεγάλης Ιδέας, η οποία εκράτησεν όρθιον επί πέντε εκατονταετίες το Ελληνικόν Γένος».

Η συζήτηση που πραγματοποιείται τον Δεκέμβριον του 1930 στην Βουλή μετά από τις (κατά πολλούς επονείδιστες) ελληνοτουρκικές συνθήκες που υπέγραψαν ο Βενιζέλος και ο Κεμάλ Πασάς τον προηγηθέντα Οκτώβριον μας προσφέρει την δυνατότητα σχετικώς εκτενούς και ευκρινούς καταγραφής των σφοδρά αντιτιθέμενων απόψεων.

Η πλέον ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο ρευστών «μετακατοστροφικών» όψεων της νέας «εθνικής πολιτικής» εντοπίζεται στο ότι, ο πρωθυπουργός Βενιζέλος και ο υπουργός των Εξωτερικών (1928-1933) Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, (με τους οποίους συμπαρετάσσετο και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου), αναγνωρίζουν την νέα κεμαλική πραγματικότητα στην Τουρκία και επιδιώκουν την εδραίωση «ειλικρινούς φιλίας» (!) και συνεργασίας με την γείτονα χώρα σε όλα τα επίπεδα.

Αντιθέτως, αυτός ο προθύμως συναινετικός «πολιτικός ρεαλισμός» των βενιζελικών «εκσυγχρονιστών», (όπως άλλωστε και των συγχρόνων μας σοσιαλφιλελευθέρων εκσυγχρονιστών κάθε χροιάς)  με την άμεσο και αβίαστη διαγραφή των μέχρι τότε ιστορικώς εδραιωμένων και παραδοσιακώς  σφυρηλατημένων «αυτοκρατορικών» - επεκτατικών αντιλήψεων,  δεν διακρίνει τον αντίπαλο ιδεολογικοπολιτικό χώρο του «Λαϊκού Κόμματος», με το οποίον συμπαρατάσσονται στο συγκεκριμένο θέμα και ορισμένες βενιζελογενείς (!) πολιτικές δυνάμεις, όπως η «Προοδευτική Ένωση» του Κωνσταντίνου Ζαβιτσιάνου [που εισηγήθη τον αντικομμουνιστικό νόμο «Περί μέτρων ασφαλείας του Κοινωνικού καθεστώτος» (Ιδιώνυμο) και κατόπιν εχρημάτισεν Αντιπρόεδρος του Εθνικού Κυβερνήτη Ιωάννου Μεταξά]  κι οι  «Προοδευτικοί Φιλελεύθεροι» του Γεωργίου Καφαντάρη.

Εδώ, για λόγους ακριβολογίας και προς άρση παρεξηγήσεως περί κάποιου αστηρίκτου αβενιζελσιμού παρατίθενται δύο εξόχως σημαντικές και αρνητικές για τον Κρήτα πολιτικό αποφάσεις του: Η μια όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τον Οκτώβριοn τους 1931 κατεδίκασε την εξέγερση των Κυπρίων κατά των Άγγλων ιμπεριαλιστών - αποικιοκρατών, (κατά τα γνωστά ως «Οκτωβριανά») για να μην δυσαρεστήσει τους αποικιοκράτες «συμμάχους» του που όριζε ως «συμμάχους»  της Ελλάδος!

Η δευτέρα απόφαση αφορά την με σχετική επιστολή του πρόταση  απονομής του βραβείου «Νόμπελ Ειρήνης» (sic !) στον σφαγέα του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, Κεμάλ Ατατούρκ! Ιδού το τελευταίον μέρος της επιστολής την οποία απέστειλεν ο ίδιος στον πρόεδρον απονομής των βραβείων «Νόμπελ» το 1932, για να απονείμει η επιτροπή το «Νόμπελ Ειρήνης» (;!), στον Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος κατέσφαξε περί τα 2,5 εκατομμύρια Έλληνες και Αρμενίους : « … Έχοντας, από τήν επαύριον της καταστροφής στην Μικρά Ασία, διακρίνει τήν πιθανότητα μιας συνεννόησης μέ τήν αναγεννημένη Τουρκία, η οποία βγήκε από τον πόλεμο ως εθνικό κράτος, της τείναμε τό χέρι τό οποίο εκείνη δέχθηκε και έσφιξε μέ ειλικρίνεια. Από τήν προσέγγιση αυτή, ή οποία μπορεί νά χρησιμεύσει ώς παράδειγμα τών δυνατοτήτων συνεννόησης ανάμεσα σε δύο λαούς τους οποίους έχουν διαιρέσει οί πλέον σοβαρές διαφορές, εφ’ όσον αφεθούν νά διαποτιστούν από τήν ειλικρινή επιθυμία τής ειρήνης, δέν προέκυψαν παρά μόνο ευεργετήματα, τόσο γιά τις δύο χώρες, όσο και γιά τήν ειρηνική τάξη στην Εγγύς Ανατολή. Ό άνθρωπος στον όποιο οφείλεται ή πολύτιμη αυτή συμβολή στην υπόθεση τής ειρήνης είναι ό πρόεδρος τής Τουρκικής Δημοκρατίας, Μουσταφά Κεμάλ Πασάς. Έχω λοιπόν τήν τιμή, μέ τήν ιδιότητα μου ώς αρχηγού τής ελληνικής κυβέρνησης τό 1930, όταν ή υπογραφή του έλληνο-τουρκικού συμφώνου σημάδεψε μια νέα εποχή στην πορεία τής Εγγύς Ανατολής προς τήν ειρήνη, νά θέσω πρό τών εξεχόντων μελών τής επιτροπής του βραβείου Νόμπελ για τήν ειρήνη τήν υποψηφιότητα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά, ώς άξιου αυτής τής επιφανούς τιμής». Δεχθείτε, κύριε πρόεδρε, τήν έκφραση τής μέγιστης εκτίμησης μου.

Υπογραφή, Ελευθέριος Βενιζέλος, Πρωθυπουργός τής Ελλάδος».

Α. Κωνσταντίνου