Παράδοση και νεωτερικότητα στην ιδεολογία της Εθνεγερσίας - Μέρος Β΄

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019 - 17:00

Πάγια θέση των θεολόγων ήταν η προσκόλληση στην θρησκευτική προσέγγιση του μεσαιωνικού ελληνισμού, πεποίθηση η οποία, σε συνδυασμό με την όλο και αυξανόμενη επίκληση των αρχαίων εκ μέρους των διαφωτιστών, όξυναν την κριτική τους απέναντι στους αρχαίους φιλοσόφους, αγνοώντας, προφανώς, την διαλεκτική σχέση αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και ορθόδοξης θεολογίας, όπως αυτή διαφαίνεται στους Απολογητές και τους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ως μακροπρόθεσμο στόχο, το Πατριαρχείο και οι υψηλότεροι αξιωματούχοι του είχαν την κατάληψη ‘’εκ των έσω’’ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία θα έπεφτε ως ‘’ώριμος καρπός’’ στα χέρια των Ελληνορθοδόξων (εφόσον, κατά σειρά αιώνων και σχεδόν αδιάκοπα στον χρόνο, Έλληνες κατείχαν τα υψηλότερα και κρατικά και εκκλησιαστικά αξιώματα).

Ωστόσο, αυτή τους η διάθεση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο παθητική στην πράξη σε σχέση με τις επαναστατικές διακηρύξεις των διαφωτιστών, την ίδια στιγμή που η εχθρική τους στάση απέναντι στους τελευταίους επικρίθηκε και θεωρήθηκε ανθελληνική από πολλούς σύγχρονους μελετητές. Είναι αναγκαίο, όμως , να τονίσουμε ότι η επιρροή και η συμμετοχή προσώπων της Εκκλησίας στον Αγώνα έδωσε στην Επανάσταση εκείνη την αναγκαία ώθηση η οποία την γλίτωσε από την άκρατη αποδοχή του αγγλο-γαλλικού φιλελεύθερου μοντέλου της επανάστασης. Ενώ στην Γαλλία, την περίοδο της Τρομοκρατίας, ο Ροβεσπιέρος θεσμοθετούσε την λατρεία του <<Ανώτατου Όντος>>, ενός μασονικού δηλαδή κακέκτυπου θρησκευτικότητας, οι Έλληνες στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ίδρυσαν το κράτος τους ‘’Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος’’. Ακόμη και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, προσπάθησε να αποκαταστήσει με την παίνα του τις επιφανειακά ασύμβατες διδαχές του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και της ορθόδοξης θεολογίας.

Παρά τις τίμιες προθέσεις αμφότερων των κινημάτων και σχολών σκέψεως, αυτές ταλανίζονταν από μία σειρά αδυναμιών. Καταρχάς, και οι δύο θεωρούσαν δεδομένη την διχοτόμηση της εθνικής μας ιστορίας, οι μεν (υπό το πρίσμα του φιλελευθερισμού) αναγνωρίζοντας μόνο την περίοδο της αρχαιότητας (και σε επίπεδο πολιτισμού, μόνο ό,τι θεωρούσαν πρόγονο της δικής τους κοσμοθεωρίας) ως κληρονομιά του Γένους, οι δε, υιοθετώντας μια επιφυλακτική στάση απέναντι στους πρώτους και την συνεχή (και καταχρηστική κατά τον γράφοντα) επίκληση στους αρχαίους φιλοσόφους. Ακόμα πιο δύστυχες, όμως, είναι το γεγονός ότι στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής πραγματικότητας της εποχής, θέσεις όπως οι ανωτέρω αδιάκριτα κατένειμαν τους θιασώτες τους είτε στο στρατόπεδο των Μ. Δυνάμεων- φορέων των ‘’Φώτων’’ είτε στο στρατόπεδο των Ρώσων (βλ. τον Οικονόμου και τη στροφή του προς τη Ρωσία) είτε, στην χειρότερη περίπτωση, στους πολέμιους της Επανάστασης (όπως δηλαδή έβλεπαν οι διαφωτιστές τον Κλήρο).

Το χάσμα στην ιστορική αυτοσυνειδησία των Ελλήνων ήρθε να γεφυρώσει στο ελεύθερο ελληνικό βασίλειο και ιδιαίτερα την περίοδο 1850-1880 (σύμφωνα με την χρονολόγηση του Κ. Θ. Δημαρά)  ο ελληνικός Ρομαντισμός σε όλες τις εκφάνσεις του, από την λογοτεχνία και την ζωγραφική έως και την ιστορική και λαογραφική επιστήμη. Στην λογοτεχνία, συγγραφείς όπως οι αδερφοί Σούτσοι, ο Αχιλλέας Παράσχος, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής άντλησαν θέματα και εικόνες απ’ όλες  τις φάσεις της  ελληνικής ιστορίας ανεξαιρέτως (δυστυχώς οι ρομαντικοί λογοτέχνες έπεσαν θύματα του γλωσσικού εξαρχαϊσμού που στέρησε τα έργα τους από την αναγνώριση των νεότερων ιστορικών της λογοτεχνίας), ενώ ζωγράφοι όπως ο Νικόλαος Γκύζης, ο Θεόδωρος Βρυζάκης, ο Κωνσταντίνος Βολανάκης και ο Νικηφόρος Λύτρας ακολούθησαν την ίδια καλλιτεχνική γραμμή στην νεογέννητη  ελληνική ζωγραφική. Η σημαντικότερη συνεισφορά του Ρομαντισμού υπήρξε, αναμφιβόλως, στον τομέα της επιστήμης. Ως πρωτεργάτης της εθνικής μας ιστοριογραφίας, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος  εξέδωσε το 1852 το έργο Άσματα δημοτικά της Ελλάδος, μια μελέτη επί των δημοτικών τραγουδιών με την οποία υποστήριξε τον αδιαμφισβήτητο εξελληνισμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά τους τελευταίους αιώνες του βίου της. Από αυτόν πρωτοχρησιμοποιήθηκε ο όρος "ελληνοχριστιανικός" προκειμένου να τονισθεί η πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού: "εάν ποτέ εκ των Ελληνικών και Βυζαντινών ερειπίων πέπρωται να ανεγερθή Νέα Ελλάς, δυο τίνες αρχαί θέλουσι συντρέξει εις την αναγεννηθησόμενη εθνικότητα α’: η αρχή της ελληνικής παραδόσεως […] β’ η αρχή της νεομεσαιωνικής εθνολογίας".[ii]

Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκε ο οριστικός θεμελιωτής της ελληνικής ρομαντικής ιστοριογραφίας, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Το 1853 κυκλοφόρησε η μονότομη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους ενώ από το 1860 έως το 1874 η εκτεταμένη της έκδοση.  Έχοντας ως αιχμή του δόρατος της επιστημονικής του μεθόδου την αντίληψη ότι ‘’ τα έθνη δημιουργούσι την Ιστορίαν, ουχί η Ιστορία τα έθνη’’, θωράκισε επιστημονικά την θεωρία του περί ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού και την τριμερή υποδιαίρεση σε αρχαίο-βυζαντινό- νεότερο ελληνισμό, ανασκευάζοντας παράλληλα ανθελληνικές αναγνώσεις της ιστορίας της φυλής μας, όπως αυτή του Φαλμεράγιερ, η οποία μετρά ακόμα και σήμερα υποστηρικτές ανάμεσα στους κύκλους των επιτήδειων ‘’αναθεωρητών’’ (ποικιλόχρωμων η αλήθεια είναι) της τρισχιλιετούς παρουσίας των Ελλήνων στον ιστορικό τους χώρο.

Το αποκορύφωμα της ρομαντικής ενασχόλησης με το παρελθόν και του αιτήματος της για συνέχεια και ενότητα απετέλεσε το έργο του πατέρα της ελληνικής λαογραφίας, Νικολάου Πολίτη. Το 1873-74 εξέδωσε τις Μελέται επί του Βίου των νεοτέρων Ελλήνων ,συστηματοποιώντας το έργο της λαογραφίας, ώστε να καλύπτει όλο το φάσμα των εκδηλώσεων του παραδοσιακού βίου: μνημεία λόγου (τραγούδια, παροιμίες, ευχές, διηγήσεις κ.α.), κοινωνική οργάνωση, καθημερινή ζωή (ενδυμασία, τροφή, κατοικία), επαγγελματικό βίο (γεωργικό, ποιμενικό, ναυτικό), θρησκευτική ζωή, δίκαιο, λαϊκή φιλοσοφία και ιατρική, μαγεία και δεισιδαιμονικές συνήθειες, λαϊκή τέχνη, χορός και μουσική. Η ενθάρρυνση της μελέτης της παραδοσιακής ζωής αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη θεματική και την τεχνοτροπία τών ποιητών της Γενιάς του 1880 και των εκπροσώπων της ηθογραφικής πεζογραφίας. Παρόλο που ο ίδιος, διακατεχόμενος από μία ασύγκριτη αρχαιολατρία στράφηκε κατά του χριστιανισμού κατά τη θητεία του ως Υπουργός Παιδείας  (1884-1887), προτείνοντας την αντικατάσταση του μαθήματος των θρησκευτικών από την διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, συνέβαλε τα μέγιστα στην υπεράσπιση της ελληνικής ιστορικής συνείδησης, διακηρύσσοντας με το έργο του τις θέσεις των Ελλήνων Ρομαντικών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δύσκολα μπορεί να εκτιμηθεί επαρκώς η συνεισφορά αυτής της σχολής σκέψης στην διαμόρφωση και παγίωση της Μεγάλης Ιδέας στην λαϊκή συνείδηση, από την  περίφημη ομιλία του Ι. Κωλλέτη το 1844 στο ελληνικό κοινοβούλιο μέχρι και σήμερα, όπου παραμένει ο ευσεβής πόθος όλων των ελευθεροφρόνων Ελλήνων. Σε αυτές τις ιδέες οφείλουμε πρωτίστως το αξιόμαχο του ελληνικού λαού κατά τις νικηφόρες πολεμικές επιχειρήσεις της περιόδου 1912-1920, που είχαν ως αποτέλεσμα τον διπλασιασμό της ελληνικής επικράτειας παρά τις αντιξοότητες της εποχής (διχασμός, οικονομικοπολιτική εξάρτηση από την Δύση). Το γεγονός ότι ακόμη και σήμερον, οι πολιτικώς ορθοί καρεκλοκένταυροι της ακαδημαϊκής μας κοινότητος, σαφώς  επηρεασμένοι από την μαρξιστική υλιστική ανάγνωση της ιστορίας , αναθεματίζουν και πολεμούν το έργο των εθνικών μας ιστοριογράφων , αρκεί για να μας πείσει προς την ίδια κατεύθυνση.

Έχοντας, λοιπόν, διατρέξει την ιστορία των ιδεολογικών αντιμαχιών της κομβικής σημασίας  για το έθνος περιόδου του τέλους του 18ου- 19ου αι., αναφερόμενοι στις σημαντικότερες φυσιογνωμίες των προστριβόμενων παρατάξεων και υποδεικνύοντας τα καλά και τα κακώς κείμενα τους , έχουμε την αξίωση, εκ μέρους του νέου αέρα σκέψεως που καθοδηγεί την σκέψη των Νέων Ελλήνων της ετοιμοθάνατης Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, να προβούμε σε ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με την πνευματική κληρονομιά των ανωτέρω κινημάτων. Σαφώς και ο νεοελληνικός διαφωτισμός ανέλαβε την μεταφορά των δυτικών επιστημονικών αρχών στον ελληνικό χώρο, αρχές χωρίς τις οποίες δεν διανοείται η υλική επιβίωση ενός εθνικού κράτους.

Στην Δύση, ωστόσο, οι αρχές του εμπειρισμού και της αισθησιοκρατίας χρησιμοποιήθηκαν από τους Γάλλους διαφωτιστές ως πολιορκητικός κριός έναντι του τελευταίου παραδοσιακού πολιτισμού στον ευρωπαϊκό γεωγραφικό χώρο, ήτοι τον Μεσαιωνικό, (ο οποίος είχε προ πολλού εισέλθει στην πιο παρηκμασμένη φάση του) καθώς και ως προάγγελος των αρχών της αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, χάριν στις οποίες έκτοτε βασιλεύει ο Μαμωνάς και η αριστοκρατία του. Στην Ελλάδα, οι αρχές αυτές οφείλουν να παύσουν την επίθεση τους προς την Ορθοδοξία και να λάβουν την προσήκουσα θέση τους στην παραδοσιακή ιεραρχία της γνώσης, καθώς και να αναγνωρίσουν την πολιτική ηγεμονία του ελληνικού ρομαντισμού , ο οποίος με τη σειρά του αποσκοπεί στην <<συμφιλίωση των αντιθέσεων>> (κατά το ποιητικό πρότυπο του Σικελιανού) και την εγκαθίδρυση της Νέας Ελληνικής Πολιτείας, απ’ όπου η μασονική ιδεολογία του παγκοσμιοποιημένου διεθνισμού (άμεσος απόγονος του κοσμοπολιτισμού και της οικουμενικότητας του διαφωτισμού) σε όλες τις διαφοροποιήσεις της θα είναι παρελθόν.

ΧΑΡΙΛΑΟΣ  ΠΡΟΔΡΟΜΙΔΗΣ

Ενδεικτικά βλ. Ομιλία ΚΒ’. Προς τους νέους. Όπως αν εξ Ελληνικών ωφελοίντο λόγων. (PG 31, σελ. 564 – 589).

[ii] Βίκυ Καραφουλίδου, <<…της μεγάλης ταύτης ιδέας…>>. Όψεις της εθνικής ιδεολογίας, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2018, σελ. 320