Όψεις των αντιπάλων μας

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019 - 12:00

Όψεις των αντιπάλων μας

Ο φιλελευθερισμός εκφράζει μιαν άτολμη και υπολογιστική αγνωστικιστική αντίληψη γύρω από τα αξιακά και ηθικά ζητήματα του ανθρώπου και θέλει την εξουσία «ηθικά ουδέτερη», φλεγματικά αμέτοχη απέναντι σε τέτοια διακυβεύματα. Κατά τον φιλελευθερισμό, το κράτος δεν πρέπει να λαμβάνει θέσεις ηθικού χαρακτήρα, οφείλει να είναι «άχρωμο», ουδέτερο και να περιορίζεται μόνον στην διασφάλιση των ατομικών - τυπικών δικαιωμάτων και στην προστασία των οικονομικών δοσοληψιών.

Ο μαρξισμός από την πλευρά του τοποθετείται μεν αξιακά και ιδεολογικά, ερμηνεύοντας όμως τον Εθνικισμό, τον πατριωτισμό και την μεταφυσική πίστη, (που ήσαν κυρίαρχα γνωρίσματα της εποχής της εμφάνισής του), ως δήθεν «νοσηρά παράγωγα του καπιταλισμού», τα οποία βεβαίως  εμποδίζουν την κοινωνική εξέλιξη κι εξαπατούν την  φύσει «πανάγαθη» κι «εκλεκτή» εργατική τάξη.

Υφίσταται μια απόλυτη ιδεολογική αδυναμία του Μαρξισμού να εξηγήσει επαρκώς το εθνικό φαινόμενο (πέρα από ρηχά .. πασαλείμματα, «διαλεκτικούς βρόχους» και φλύαρα ψεύδη). Ο Έλληνας μαρξιστής στοχαστής Νίκος Πουλαντζάς παραδέχθηκε με αρρενωπή ειλικρίνεια, στο βιβλίο του «Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός» με ασυνήθη για τους μπολσεβίκους “ανασφάλιστη” ειλικρίνεια: «Πρέπει να συνηθίσουμε σε τούτο το ολοφάνερο γεγονός : δεν υπάρχει μαρξιστική θεωρία του έθνους. Το να λέμε – παρά τις ζωηρές συζητήσεις πάνω σε τούτο το θέμα μέσα στο εργατικό κίνημα – ότι υπάρχει υποτίμηση από μέρους του μαρξισμού της εθνικής πραγματικότητας, είναι ακόμα παρά πολύ μακριά από την αλήθεια».

Αυτό όμως που δεν κατόρθωσε ο ιστορικός μαρξισμός, ανέλαβε να το πραγματώσει η  ελεεινή, πολυπρόσωπη και αθλίως υποκριτική μετα-μαρξιστική «Αριστερά», μέσα από τους εκουσίως διατηρούμενους παραμορφωτικούς και ιδεοληπτικούς φακούς της, που οδηγούν τους οπαδούς της σε μονοχρωματική «σηραγγώδη όραση» και άθλια μανιχαϊκή ανομολόγητη μισαλλοδοξία. Ο ιστορικός μαρξισμός και τα δαιμονικά βλαστήματά του, λενινισμός και σταλινισμός, δεν κατενόησαν την φύση και την ουσία του Έθνους.

Όμως η μεταλλαγμένη Νέα  «μετα-μαρξιστική» Αριστερά, υβρίδιο μονοθεϊστικού φανατισμού, marketing και μακροοικονομίας, τις κατάλαβε και για αυτό ανέλαβε να τις αποδομήσει, να τις αποσαθρώσει ύπουλα και μεθοδικά στην σκέψη και στην συνείδηση των ανθρώπων, συνεπικουρούμενη από δεκάδες «αντιφασιστικές»-«αντιρατσιστικές» (δηλαδή εν τέλει αντεθνικές) ΜΚΟ κι εκατοντάδες πανεπιστημιακούς σκοταδιστές.

Ο ξακουστός ιστορικός ηγέτης του Κομουνιστικού Κόμματος Ιταλίας Antonio Gramsci (Γκράμσι) έθεσε το άκρως σπουδαίο πολιτικοϊδεολογικό ζήτημα της «ιδεολογικής ηγεμονίας». Τον Gramsci τον απασχόλησε ιδιαίτερα το γεγονός γιατί η Ιταλία των αγροτών και των προλεταρίων κατέστη η φασιστική «Νέα Ρώμη» του Ντούτσε των μελανοχιτώνων κι όχι κομμουνιστική, καθώς επίσης και το ερώτημα γιατί η πολυπληθέστατη και οργισμένη από την αφόρητη διαρκή καταπίεση εργατική τάξη δεν επανεστάτησε πρώτη υπό την κόκκινη σημαία, αλλά ένα ικανό τμήμα της είτε ανέχθηκε το φασιστικό καθεστώς είτε και συμπορεύθηκε ενεργά μαζί του, στον σχηματισμό και την διατήρηση της «προλεταριακής και φασιστικής Ιταλίας».

Κατά τον ευρυμαθή κι ευφυέστατο Gramsci, αυτό συνέβη διότι η εργατική τάξη είχε γαλουχηθεί «εξ απαλών ονύχων» με τις «εθνικές αξίες» της αστικής τάξης και της Καθολικής Εκκλησίας, για τούτο και δεν μπόρεσε ν’ αναπτύξει μιαν επαρκή επαναστατική συνείδηση, επιτρέποντας τελικά στον Φασισμό να υπερφαλαγγίσει τον Κομμουνισμό και να κατακτήσει εκείνος την εξουσία επαναστατικά. Για ν’ αλλάξει αυτό, ο Gramsci είπε ότι το Κόμμα κι η Αριστερά ευρύτερα, πρέπει να κατακτήσουν πρώτα την «πολιτιστική εξουσία», τους «οργανικούς διανοουμένους», τους καθηγητές, τους συγγραφείς, τους δημοσιογράφους, δηλαδή όλους εκείνους που διαμορφώνουν την δημόσια σφαίρα και την κοινή γνώμη στην πολιτική.

Αυτό το «γκραμσιανό» πλαίσιο που σκιαγραφεί ότι η επικράτηση στον χώρο των ιδεών θα οδηγήσει στην πολιτική επικράτηση, ονομάσθηκε «ιδεολογική ηγεμονία». Επειδή αυτή η θέση αντιστρατεύεται την υλιστική θεωρία του μαρξισμού και αυτονομεί τελικώς τις ιδέες από τις οικονομικές σχέσεις παραγωγής, αποκαλέστηκε μετα-μαρξιστική. Κατά τον ίδιο τον Gramsci  η «πάλη των τάξεων» έπρεπε πάντοτε να λαμβάνει μέρος στο ιδεολογικό πεδίο, με την θεμελιώδη παραδοχή ότι μόνον οι ιδέες μπορούν να επιφέρουν την επανάσταση ή αντίθετα να την αποτρέψουν (ενώ ο Κεσιλί – Μαρξ, υποστήριζε πως μια ξαφνική τεχνολογική αλλαγή είναι ικανή να αναγκάζει τις κοινωνίες ν’ αλλάξουν το ίδιο αιφνίδια την παραγωγική και οικονομική τους δομή, αλλά και το ίδιο βίαια τις κοινωνικές τους συνέργειες και παραμέτρους, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν χώρα επαναστατικές διαδικασίες με νομοτελειακά εξασφαλισμένη την νίκη του προλεταριάτου). Στο τρίτομο έργο του «Quaderni del carcere» («Τετράδια της φυλακής») ο Gramsci γράφει χαρακτηριστικά : «Η υπεροχή μιας κοινωνικής ομάδας λαμβάνει δύο μορφές : κυριαρχία, αλλά και πνευματική και ηθική διεύθυνση. Μία κοινωνική ομάδα κυριαρχεί πάνω σε εχθρικές ομάδες και είναι διευθύνουσα πάνω σε συγγενικές». Αυτή η «Διεύθυνση» είναι ένα ξεκάθαρο παράγωγο της ιδεολογικής ηγεμονίας!

Α. Κωνσταντίνου