Οι επιχειρήσεις Τηλλυρίας (4-8 Αυγούστου 1964), η πολεμική δράση της 31ΜΚ και ο Στρατηγός Νικόλαος Ντερτιλής

Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017 - 07:28

Οι επιχειρήσεις Τηλλυρίας (4-8 Αυγούστου 1964), η πολεμική δράση της 31ΜΚ και ο Στρατηγός Νικόλαος Ντερτιλής

Εικόνα: Άνδρες της 31 ΜΚ με τον Λοχαγό Κωνσταντίνο Μπεκιάρη, επιδεικνύοντας λάφυρα από την μάχη της Μανσούρας

Η συγκρότηση της Εθνικής Φρουράς και των Δυνάμεων Καταδρομών της στην Κύπρο, είναι συνυφασμένη με τις πρώτες μάχες που ξέσπασαν σε κυπριακό έδαφος, με την οργανωμένη στρατιωτικά από Τούρκους αξιωματικούς τουρκοκυπριακή κοινότητα. Οι συγκρούσεις άρχισαν όταν πλέον οι Τουρκοκύπριοι εκδηλώθηκαν αρνητικά στην πρόθεση της κυπριακής κυβέρνησης να αναθεωρήσει διατάξεις του Συντάγματος οι οποίες είχε αποδειχθεί στην πράξη ότι δεν ήταν λειτουργικές. Οι Τουρκοκύπριοι, εκμεταλλευόμενοι τα δυσανάλογα μεγάλα προνόμια που τους είχαν δοθεί, εμπόδιζαν τη σωστή λειτουργία του κράτους, επιδεικνύοντας πλήρη κακοπιστία.

Τον Δεκέμβριο του 1963, μετά από τυχαία επεισόδια, οι Τουρκοκύπριοι και η ΤΟΥΡΔΥΚ αντέδρασαν στρατιωτικά, επιλέγοντας να απομονωθούν από τους Ελληνοκυπρίους και την κυβέρνηση στην οποία συμμετείχαν και να αποσυρθούν από τις δημόσιες υπηρεσίες.Υποχρεώνοντας σε μετακίνηση μεγάλο αριθμό Τουρκοκυπρίων, οργάνωσαν δικούς τους θυλάκους στους οποίους δεν επιτρεπόταν η ελεύθερη πρόσβαση και εγκαθίδρυσαν δικές τους υπηρεσίες και αρχές. Αιφνιδιασμένη από την ταχεία εξέλιξη των πραγμάτων, η ελληνική πλευρά δεν μπόρεσε να αντιδράσει δυναμικά, με αποτέλεσμα Τουρκοκύπριοι ένοπλοι και τμήματα της ΤΟΥΡΔΥΚ να καταλάβουν ορισμένα στρατηγικής σημασίας σημεία. Η κατάσταση, σε συνδυασμό με τις απειλές της Τουρκίας για εισβολή, έθετε σαφές θέμα άμυνας της Κύπρου. Η Ελλάδα αποφάσισε τότε να στείλει μυστικά μια μεραρχία ειδικής σύνθεσης (ΕΛΔΥΚ/Μ), ενώ στην Κύπρο, τον Απρίλιο του 1964, αποφασίστηκε η συγκρότηση στρατού, που για πολιτικούς λόγους ονομάστηκε Εθνική Φρουρά (ΕΦ).

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΣΟΥΡΑΣ

Ένα από τα σημαντικής στρατιωτικής αξίας σημεία που ήλεγχαν οι Τουρκοκύπριοι μετά την ανταρσία, ήταν και η περιοχή Μανσούρας – Λιμνίτη στην Τηλλυρία. Τα ελληνικά τοπωνύμια και οι εκκλησίες των χωριών, καθώς και το ότι ελάχιστοι κάτοικοι μιλούσαν την τουρκική, φανέρωναν ότι οι κάτοικοι ήταν χριστιανοί που είχαν εξισλαμιστεί βίαια κατά την Τουρκοκρατία. Για τον λόγο αυτόν, οι Ελληνοκύπριοι της περιοχής έτρεφαν πιο έντονα αισθήματα αποστροφής προς τους Τουρκοκύπριους, καθότι τους θεωρούσαν εξωμότες.

Ο θύλακος διέθετε έξοδο στη θάλασσα, που επέτρεπε την αφανή προσέγγιση πλωτών μέσων κατά τη νύκτα. Εκεί οι Τούρκοι μετέφεραν στρατιωτικό δυναμικό και οπλισμό, φορητά όπλα και βαρέα όπλα πεζικού. Όταν μεταφέρθηκαν αρκετές δυνάμεις, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να επεκτείνει τον θύλακο, που εξαιτίας της μορφολογίας του καθιστούσε τον έλεγχό του από τις κυπριακές Αρχές δυσχερή.

Στις 9 Ιουλίου, οι Τουρκοκύπριοι επέκτειναν τις θέσεις τους, καταλαμβάνοντας το ύψωμα Λωρόβουνο (669 μέτρα) που, ευρισκόμενο περί τα 4 χλμ. νότια των παραλίων, δέσποζε της περιοχής και μέχρι τότε αποτελούσε ουδέτερο έδαφος. Οι Σουηδοί κυανόκρανοι αρνήθηκαν να συνεργαστούν με τις κυπριακές Αρχές προκειμένου να επανέλθει η προηγούμενη κατάσταση, και ως μόνη λύση απέμεινε η ανάληψη δράσης από την ΕΦ. Στις 30 Ιουλίου δυνάμεις της ΕΦ αναπτύχθηκαν στην περιοχή, εξέλιξη που συνέγειρε τους Τουρκοκύπριους.

Την 1η Αυγούστου, το 206 Τάγμα Πεζικού, το ένα από τα δύο τάγματα της ΕΦ που είχαν οργανωθεί, διατάχθηκε να κινηθεί προς την περιοχή ώστε να περιορίσει την τουρκική επέκταση. Την επομένη πραγματοποιήθηκε εσπευσμένα η ορκωμοσία της 31 ΜΚ και η τελετή παράδοσης του πράσινου μπερέ, παρουσία του Στρατηγού Γρίβα. Αντί όμως οι Καταδρομείς να λάβουν -ως είθισται- άδεια, παρέμειναν στο στρατόπεδο σε κατάσταση συναγερμού. Επιταχύνοντας το πρόγραμμα, τις επόμενες δύο ημέρες οι 1ος και 2ος ΛΚ πραγματοποίησαν την πρώτη τους βολή. Στις 5 του μηνός, ενώ ο 3ος ΛΚ είχε μεταβεί στο πεδίο βολής, διατάχθηκε να επιστρέψει στο στρατόπεδο. Είχε ληφθεί διαταγή για κίνηση όλης της Μοίρας προς την Τηλλυρία. Το μεσημέρι αναχώρησαν με επιταγμένα λεωφορεία και αργά το βράδυ έφτασαν στην περιοχή Πέζεμα Νυμφών. Από εκεί, οι καταδρομείς πορεύθηκαν μέχρι τις 04.00 της επομένης, φτάνοντας στους πρόποδες του υψώματος Ακόνι, περί τα 1.000 μέτρα ανατολικά του Λωροβούνου. Εκεί είχε εγκατασταθεί φυλάκιο του 206 ΤΠ, καθώς οι κυανόκρανοι είχαν αποσυρθεί απροειδοποίητα από το ύψωμα. Με το φως της ημέρας, η αλλαγή αυτή έγινε αντιληπτή από τον εχθρό, ο οποίος άνοιξε πυρ, με αποτέλεσμα να υπάρξει γενίκευση σε όλη τη γραμμή αντιπαράθεσης. Το απόγευμα μάλιστα αποτολμήθηκε επίθεση για την κατάληψη του υψώματος, την οποία όμως δεν δυσκολεύτηκαν να αποκρούσουν οι Εθνοφρουροί.

Η ΕΦ κινητοποιήθηκε πλέον πλήρως, με αποτέλεσμα να μετακινηθούν και άλλες δυνάμεις στην περιοχή. Η ηγεσία άρχισε να επεξεργάζεται σχέδιο επιθετικής ενέργειας προς εξάλειψη της απειλής. Την ευθύνη ανέλαβε ο διοικητής του 8ου Τακτικού Συγκροτήματος Αντισυνταγματάρχης Πλούτωνας Χουχουλής, έχοντας υπό τις διαταγές του το 12o Τακτικό Συγκρότημα, το 206 ΤΠ, την 31 ΜΚ, πυροβολαρχία Πεδινού Πυροβολικού, ουλαμό Αναγνώρισης Marmon Harrington και διμοιρία όλμων 4,2 ιντσών.Στις αρχές Αυγούστου οι στρατιωτικές δυνάμεις που είχε αποστείλει η Ελλάδα στην Κύπρο ξεπερνούσαν τους 5.000 άνδρες. Ωστόσο, καθώς η απόφαση για δυναμική λύση ελήφθη από την κυπριακή κυβέρνηση δίχως ενημέρωση των Αθηνών, δεν ήταν δυνατή η χρήση μονάδων της ΕΛΔΥΚ/Μ. Ήταν ένα ρίσκο που ανέλαβε ο ίδιος ο Στρατηγός Γρίβας, δεδομένου ότι το επίπεδο μεταξύ των μονάδων του ΕΣ και της νεοσύστατης ΕΦ δεν μπορούσε ακόμη να συγκριθεί.

Άνδρες της 31 ΜΚ, μετά τις επιχειρήσεις Τηλλυρίας. Ο οπλισμός τους περιλαμβάνει STEN, Μ1 Garand, MG 42 και Μ20 Super Bazooka

Η επίθεση εκδηλώθηκε στις 15.30 της 7ης Αυγούστου. Η οργάνωση που επικρατούσε στις ελληνικές δυνάμεις δεν ήταν η καλύτερη. Στην ουσία, τα ελληνικά τμήματα δεν κατάφεραν παρά να φτάσουν σε απόσταση αναπνοής από τις εχθρικές αντιστάσεις.

Στο Λωρόβουνο οι καταδρομείς επιτέθηκαν από δυτικά, επί δύο κατευθύνσεων: οδηγούσαν στο αριστερό ο 1ος ΛΚ (βόρεια) και στο δεξιό ο 3ος ΛΚ (νότια). Ακολουθούσαν κατά σειρά ο 2ος ΛΚ και ο ΛΥ-ΔΜ. Ο διοικητής της Μοίρας βρισκόταν μαζί με τον 3ο ΛΚ, στην πιο δύσκολη κατεύθυνση. Το έδαφος ήταν δύσβατο και εξαιρετικά ανώμαλο. Ο 3ος ΛΚ συνάντησε τις σοβαρότερες αντιστάσεις και υπέστη απώλειες. Ο Υπολοχαγός Παπαγεωργίου οδηγούσε τους άνδρες του και ετοιμαζόταν να εισέλθει σε ένα εχθρικό φυλάκιο που είχε εκκαθαριστεί, όταν δέχθηκε πυρά που τον έπληξαν στο στήθος. Ένας από τους άνδρες του βρέθηκε δίπλα, έσκισε το πουκάμισό του και έδεσε το τραύμα με τον ατομικό επίδεσμο. Ο Παπαγεωργίου, επιδιώκοντας να μη διακοπεί η ορμή της επίθεσης, φώναξε: «Δεν είναι τίποτα, παιδιά, μάχεσθε». Λίγο αργότερα ξεψύχησε. Ο Ταγματάρχης Καρούσος που έσπευσε επιτόπου, γονάτισε, πήρε τον σφυγμό του και διαπίστωσε τον θάνατό του. Λίγο μετά τον υπολοχαγό, νεκρός έπεσε και ο διαβιβαστής του, καταδρομέας Γεώργιος Απληκιώτης. Ενώ τραυματιοφορείς προσπαθούσαν να απομακρύνουν τους πεσόντες, ο οπλοπολυβολητής Μιχαήλ Κουσουλίδης προωθήθηκε και άνοιξε πυρ για να τους καλύψει. Μια βολίδα τον πέτυχε στο μέτωπο φονεύοντάς τον ακαριαία. Βλέποντας το μάταιο της προσπάθειας των τραυματιοφορέων να τον μεταφέρουν πιο πίσω, ο Ταγματάρχης Καρούσος τους φώναξε: «Άστε τον ήρωά μου εκεί. Δεν τον βλέπετε; Είναι νεκρός!».

Η επίθεση της 31 ΜΚ σταμάτησε εκεί στη νοτιοδυτική κορυφή του υψώματος. Απέμενε η κύρια κορυφή του Λωρόβουνου, με το κεντρικό φυλάκιο. Αλλά η έλλειψη χρόνου για την απαραίτητη αναγνώριση είχε οδηγήσει τη Μοίρα σε ένα σημείο από το οποίο δεν μπορούσε να κινηθεί εύκολα προς την κύρια κορυφή. Για να γίνει αυτό, θα έπρεπε να καλύψουν οι άνδρες έναν ακάλυπτο αυχένα στον οποίο υπήρχε χαράδρα.

Άνδρες της 31 ΜΚ. γίνονται δεκτοί με επευφημίες από τους κατοίκους Ευρύχου, κατά την επιστροφή τους από τις μάχες στην Τηλλυρία

Προ της γενικότερης προβληματικής εξέλιξης της επίθεσης, το 216 ΤΠ διατάχθηκε να ενισχύσει τις δυνάμεις, κινούμενο από τη Λάρνακα μέσω Πάφου στην περιοχή Πωμού. Τη νύχτα επάνω στο Λωρόβουνο οι καταδρομείς έμειναν ξάγρυπνοι, με το όπλο στο χέρι, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τυχόν εχθρική ενέργεια. Τα πυρά πυροβολικού και όλμων είχαν προκαλέσει φωτιά στο δάσος, η οποία τη νύχτα δυνάμωσε με αποτέλεσμα η ατμόσφαιρα να γίνει αποπνικτική.

Στις 8 Αυγούστου η επίθεση συνεχίστηκε σε όλα τα μέτωπα, σημειώνοντας αργή πρόοδο. Περί τις 07.00 οι καταδρομείς ολοκλήρωσαν την κατάληψη του Λωρόβουνου. Μπορούσαν έτσι να διακρίνουν τον εχθρό που υποχωρούσε άτακτα προς τα Κόκκινα. Μέσα στον θερινό καύσωνα που η πυρκαγιά είχε μετατρέψει σε κόλαση, οι καταδρομείς προχωρούσαν. Στις 11.00, άνδρες του 1ου ΛΚ κινήθηκαν προς το χωριό Αλεύκα, προκειμένου να γίνει υδροληψία. Το χωριό είχε εγκαταλειφθεί και οι καταδρομείς, αρκετοί εκ των οποίων παρουσίαζαν συμπτώματα εξάντλησης, μπόρεσαν να ανακουφιστούν. Πέρα από το χωριό, οι καταδρομείς κινήθηκαν και κατέλαβαν το βορειοδυτικό αντέρεισμα, βορειοανατολικά των Κοκκίνων. Εκεί δέχθηκαν ισχυρά πυρά πολυβόλων και όλμων, με αποτέλεσμα να ανακόψουν την προώθησή τους.

Δεν ήταν όμως το ίδιο ταχεία η προώθηση των άλλων τμημάτων. Το 216 ΤΠ, που ενεργούσε στον αριστερό τομέα, κινήθηκε από τον παραλιακό τομέα και έχασε πολλή ώρα εξαιτίας μπλόκου που είχαν στήσει οι κυανόκρανοι με τεθωρακισμένα στο ύψος του χωριού Πωμός. Χρειάστηκαν έντονες απειλές για να αποχωρήσουν και να ανοίξει ο δρόμος, οπότε το τάγμα προωθήθηκε στην περιοχή Παχυάμμου μέχρι τις 13.00. Καθώς δεν υπήρχε σαφής εικόνα για την επικρατούσα κατάσταση, τα ελληνικά τμήματα προχωρούσαν με αργό ρυθμό, δίχως να μπορούν να συλλάβουν αιχμαλώτους. Στην πραγματικότητα, εχθρική αντίσταση δεν υπήρχε, καθώς οι Τουρκοκύπριοι είχαν καταφύγει στα παράλια.

Εκείνη την κρίσιμη στιγμή εμφανίστηκε στο πεδίο της μάχης η Τουρκική Αεροπορία. Από τις 14.30 άρχισαν κατά κύματα να εμφανίζονται τετράδες τουρκικών μαχητικών, εκτελώντας βομβαρδισμούς. Η αστοχία των Τούρκων ήταν πρωτοφανής, ωστόσο από ορισμένες εύστοχες βολές προκλήθηκαν κάποιες απώλειες, οι οποίες είχαν σοβαρό ψυχολογικό αντίκτυπο στους άπειρους Κύπριους μαχητές. Σε συνδυασμό με την αντίσταση που συναντούσαν τα τμήματα στο έδαφος, η ορμή ανακόπηκε πλήρως. Στον κεντρικό τομέα, η 31 ΜΚ είχε κατηφορίσει και ετοιμαζόταν να επιτεθεί στα Κόκκινα, αλλά επενέβη ο Αντισυνταγματάρχης Χουχουλής και ανέκοψε τον Ταγματάρχη Καρούσο, ενημερώνοντάς τον ότι το χωριό επρόκειτο να καταληφθεί με προώθηση δυνάμεων από τον παραλιακό τομέα. Η διακοπή της ενέργειας των Καταδρομέων κρίθηκε σκόπιμη ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα να διασταυρωθεί με το 206 ΤΠ που ενεργούσε από ανατολικά και να εμπλακούν μεταξύ τους από λάθος.

Χάρτης του τουρκοκυπριακού θυλάκου Μανσούρας-Κοκκίνων, προ και μετά των επιχειρήσεων Αυγούστου 1964

Οι καταδρομείς άρχισαν να δέχονται αεροπορικές επιθέσεις οι οποίες, για καλή τους τύχη, περιορίστηκαν σε πολυβολισμούς, που δεν προκάλεσαν καμμία απώλεια, παρά έναν ελαφρό τραυματισμό από εξοστρακισμό. Παραδόξως, τα αεροπλάνα έριξαν τις βόμβες ναπάλμ στις κατοικημένες περιοχές…

Η κατάσταση είχε καταστεί κρίσιμη για την ελληνική πλευρά, τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Τα τμήματα της ΕΦ, υπό την πίεση της εχθρικής Αεροπορίας, είχαν φθάσει στα όριά τους. Αθήνα και Λευκωσία δέχονταν ήδη ασφυκτικές πιέσεις από τον διεθνή παράγοντα να διακόψουν τις εχθροπραξίες.

Στις 18.40 ο Αντισυνταγματάρχης Χουχουλής διατάχθηκε να προβεί σε σταθεροποίηση και διατήρηση των θέσεων που κατείχαν τα τμήματα. Ουσιαστική πρόοδο είχε σημειώσει μόνο το 206 ΤΠ στον δεξιό τομέα, το οποίο -παρά την αντίσταση και τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς- κατάφερε να καταλάβει τη Μανσούρα κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Ο εχθρικός θύλακος είχε περιοριστεί τώρα σε μια λεπτή παράκτια λωρίδα μήκους 3.000 μέτρων και βάθους 500 μέτρων περίπου, με επίκεντρο τα Κόκκινα. Η πρόκληση ήταν μεγάλη. Η διπλωματική παρέμβαση είχε έλθει λίγο πριν την πλήρη επιτυχία και νίκη των ελληνικών όπλων. Τη νύχτα 8/9 Αυγούστου έγιναν κάποιες δεύτερες, ρεαλιστικές σκέψεις, και από την πλευρά του Έλληνα υπουργού Εθνικής Άμυνας Πέτρου Γαρουφαλιά δόθηκε εντολή κατάληψης των Κοκκίνων και οριστικής εκκαθάρισης του θυλάκου μέσα στη νύχτα. Η ηγεσία ζήτησε τη διάθεση μονάδας της ΕΛΔΥΚ/Μ για την επιχείρηση, δίχως όμως να δοθεί άδεια. Στο τέλος, κατόπιν και νέων διεργασιών, η επίθεση ματαιώθηκε. Το ζήτημα απασχόλησε και την επομένη, όταν η Τουρκική Αεροπορία ανανέωσε τους βομβαρδισμούς της μέχρι το απόγευμα, στρεφόμενη αυτή τη φορά κατά του άμαχου πληθυσμού. Οι αρμόδιοι πείσθηκαν τότε να διαθέσουν ένα τάγμα της ΕΛΔΥΚ/Μ, πλην όμως η τελική έγκριση δεν δόθηκε ποτέ.

Κατά τη νύχτα αυτή, ο Ταγματάρχης Καρούσος άρχισε να προπαρασκευάζει νυκτερινή επίθεση για κατάληψη των Κοκκίνων. Έγιναν αναγνωρίσεις και δόθηκαν εντολές στους διοικητές λόχων, με προβλεπόμενο χρόνο εκδήλωσης της επιθέσεως τις 23.30. Ο ταγματάρχης συσκέφθηκε με τους αξιωματικούς του για να εξετάσει τη μη εκτέλεση της διαταγής που απαγόρευε την εκδήλωση επιθέσεως. Γνώριζε ότι στα Κόκκινα, «μια ανάσα μακριά», βρισκόταν ο ίδιος ο Ντενκτάς και Τούρκοι στρατιωτικοί, των οποίων η σύλληψη θα εξασφάλιζε στρατηγικής σημασίας πλεονεκτήματα στην ελληνική πλευρά. Είναι βέβαιο ότι η μικρή εμπειρία των ανδρών συνεξετάστηκε και είχε ιδιαίτερη βαρύτητα στη λήψη της απόφασης. Τελικά η σύσκεψη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν θα έπρεπε να παραβεί η διοίκηση τη διαταγή. Έτσι, μια μεγάλη ευκαιρία χάθηκε.

Μετά την επιστροφή στο στρατόπεδο, αναμνηστική φωτογραφία του 1ου Λόχου Κρούσεως της 31 ΜΚ

Σε στρατιωτικό επίπεδο η όλη επιχείρηση απέτυχε, καθώς ένας γενικώς ασθενής θύλακος δεν κατέστη δυνατό να εκκαθαριστεί πλήρως. Η παρουσία της Τουρκικής Αεροπορίας είχε αποτέλεσμα την αντιστροφή των αποτελεσμάτων όσον αφορά την ψυχολογική επίδραση. Αντί να φανεί ότι η ελληνική πλευρά τηρεί δυναμική στάση και να επηρεαστεί αρνητικά το ηθικό των Τουρκοκυπρίων σε όλο το νησί, ο δυναμισμός επιδείχθηκε από τουρκικής πλευράς, χάρις στην αεροπορική επέμβαση, που καθήλωσε τις δυνάμεις της ΕΦ και εξύψωσε το ηθικό των Τουρκοκυπρίων.

Οι συνολικές απώλειες των μονάδων της Ε.Φ. ήταν 25 νεκροί και 56 τραυματίες. Από αυτές, η 31 ΜΚ θρηνούσε 3 νεκρούς και μετρούσε 6 τραυματίες – με άλλους 7 ελαφρά, οι οποίοι είχαν επιστρέψει αμέσως στην υπηρεσία.

Στις 12 Αυγούστου, η 31 ΜΚ αντικαταστάθηκε από το 216 ΤΠ. Η Μοίρα παρέμεινε στην περιοχή για μερικές εβδομάδες, εκκαθαρίζοντας την περιοχή από παγίδες και οργανώνοντας το έδαφος. Πριν την αναχώρηση στις 21 Αυγούστου, ο υποδιοικητής πήρε τους άνδρες και ανέβηκαν σε ένα μικρό ύψωμα για να ατενίσουν το πεδίο της μάχης. Τους είπε να κοιτάξουν τη γη που είχαν απελευθερώσει πολεμώντας, καλώντας τους να είναι πάντα υπερήφανοι για τη μονάδα και τη δράση τους. Συγκινημένοι, οι άνδρες έψαλλαν τον Εθνικό Ύμνο και κατόπιν επιβιβάστηκαν στα οχήματα που περίμεναν. Πηγή: doureios.com

Σχετικά με την πολεμική δράση του ηρωικού Στρατηγού Ντερτιλή εκείνη την περίοδο η Χρυσή Αυγή είχε δημοσιεύσει παλαιότερα ένα ενδιαφέρον άρθρο του συναγωνιστή Ηλία Κασιδιάρη:

Η ΣΦΑΙΡΑ ΣΤΟΝ ΑΣΥΡΜΑΤΟ - του Ηλία Κασιδιάρη

Με αφορμή το πάνδημο μνημόσυνο για τους πεσόντες στα Ίμια θα ήθελα να αφηγηθώ μία ιστορία. Μία ιστορία για έναν ασύρματο και μία σφαίρα, που σε επίπεδο συμβολικό μπορεί να πει πολλά, αλλά μόνο σε όσους φυλούν βαθιά μέσα στην καρδιά τους την Ελλάδα. Όταν λοιπόν έφυγε δεύτερη ομάδα ΟΥΚ για τη δυτική Ίμια, που την πατούσαν τούρκοι, κάπου στο μέσο του πλου η αποστολή της ματαιώθηκε. Κάποιοι είπαν πως οι βατραχάνθρωποι ξέχασαν να πάρουν μπαταρίες για τον ασύρματο, κάποιοι πως είδαν τους τούρκους και θέλησαν να αποφύγουν την ένοπλη συμπλοκή. Το άλλο πρωί, από έναν άλλο ασύρματο δόθηκε η εντολή στην πρώτη ομάδα ΟΥΚ να κατεβάσει τη σημαία από τον ιστό, να την πάρει μαζί της και να φύγει.

Όπως ακριβώς έλεγε πριν λίγες ώρες ο Πάγκαλος: «βγάλτε από ‘ κει τη σημαία, πείτε ότι χάθηκε, ότι την πήρε ο αέρας». Με αυτά τα λόγια σφραγίστηκε η προδοσία και όμως όλοι εμείς οι Έλληνες ορκιστήκαμε κάποτε, όταν φορέσαμε την τιμημένη στρατιωτική στολή (και δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τα λόγια του στρατιωτικού μας όρκου): «Ορκίζομαι να υπερασπίζω με πίστην και αφοσίωσιν, μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματος μου, τας Σημαίας. Να μη τας εγκαταλείπω μηδέ να αποχωρίζομαι ποτέ απ’ αυτών». Μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματός μου, όμως αυτό δε λέει τίποτα στον κάθε Πάγκαλο, στον κάθε προδότη της Ελλάδος, έρχεται όμως η ώρα της πληρωμής για τα αμαρτήματα και τις προδοσίες τους. Ο ασύρματος λοιπόν έστειλε και τότε μία διαταγή προς τους στρατιώτες και θυμήθηκα προχθές έναν άλλο ασύρματο μίας άλλης εποχής, με αφορμή την κηδεία ενός μεγάλου Ανδρός, του Ήρωα και επαναστάτη Στρατηγού Νικολάου Ντερτιλή. Όταν οι τούρκοι πατούσαν μία άλλη ελληνική πατρίδα, τη μαρτυρική Κύπρο το 1964, ο Ντερτιλής είχε πει και τότε «παρών», όπως σε κάθε μεγάλο προσκλητήριο της Πατρίδας. Σε μυστική αποστολή, ως Ταγματάρχης, οργάνωσε τις ειδικές μονάδες της ΕΛΔΥΚ και εκκαθάρισε όλους τους τουρκικούς θύλακες, τις βάσεις του εχθρού για απόβαση στη νήσο. Στη μεγαλύτερη ίσως μάχη, τη μάχη της Μανσούρας, ο εχθρός είχε οχυρωθεί σε ισχυρή τοποθεσία με πολυβόλα και αντιαρματικά. Εκεί ο Ντερτιλής και η μονάδα του επιτέθηκε με εφ’ όπλου λόγχη και την ιαχή «Αέρα». Κατά την προέλαση, μέσα από τον ασύρματο, ο Ντερτιλής άκουσε τη φωνή του Γεωργίου Γρίβα να διατάζει παύση της επίθεσης.

Ο Γρίβας ήταν ο Ήρωας που είχε τσακίσει τους άγγλους και είχε ελευθερώσει την Κύπρο και είχε παίξει άπειρες φορές κορώνα-γράμματα με το θάνατο. Την ώρα εκείνη όμως, ως Διοικητής του Ντερτιλή και των ελληνικών δυνάμεων απαιτούσε αυτοσυγκράτηση. Να πάψει η επέλαση, να σταθούν σε σταθερό σημείο οι δυνάμεις, να καλυφθούν οι άνδρες από τα καταιγιστικά τουρκικά πυρά. Η φωνή του Γρίβα την ώρα εκείνη ήταν η φωνή της λογικής. Ο Ντερτιλής άκουσε καθαρά τη φωνή της λογικής να τον διατάσσει μέσα από τον ασύρματο. Χωρίς να το σκεφτεί στιγμή, τράβηξε το πιστόλι και πυροβόλησε τον ασύρματο. Και τότε η λογική σώπασε, οι Έλληνες καταδρομείς προέλασαν, πήδηξαν μέσα στα χαρακώματα, έσφαξαν με τις ξιφολόγχες τους στρατιώτες του εχθρού, μπήκαν στο τούρκικο χωριό και το έκαναν στάχτη. Ο ασύρματος είχε σιγήσει, η λογική είχε πάψει, οι Έλληνες είχαν νικήσει.

Από όλες τις ένδοξες πολεμικές και επαναστατικές πράξεις του Στρατηγού Ντερτιλή, αυτή η σφαίρα που έριξε στον ασύρματο θα παραμείνει για πάντα στη μνήμη μας ως η κορυφαία. Ως το σύμβολο που θα πρέπει να ορίζει τις πράξεις όλων μας, ημών που ακόμη δεν έχουμε πράξει απολύτως τίποτα για τη μεγάλη υπόθεση της Πατρίδας μας. Η Χρυσή Αυγή σήμερα είναι αυτή ακριβώς η σφαίρα στον ασύρματο. Τόσες χιλιάδες φορές τα χρόνια που πέρασαν, όταν ήμασταν τόσοι λίγοι εμείς που μετείχαμε στον εθνικιστικό αγώνα, ακούγαμε πάντα την ίδια φωνή μέσα από κάποιον ασύρματο: «Πού πάτε; Τι κάνετε; Θα μπλέξετε… θα καταστραφείτε… δεν μπορείτε μόνοι να αλλάξετε τον κόσμο».

Και τότε ερχόταν η Χρυσή Αυγή και έσκαγε σαν σφαίρα μέσα στον ασύρματο της συνείδησής μας. Και έσβηναν οι σώφρονες φωνές και οι παραινέσεις και συνεχίζαμε με παρωπίδες τη μικρή, καθημερινή μας προέλαση εναντίον όλων. Όπως πριν από μερικά χρόνια, 2 Φεβρουαρίου και τότε, όταν κάποιοι αλήτες προσπάθησαν να σταματήσουν το πάνδημο μνημόσυνο των Ηρώων, αυτή τη μεγάλη στιγμή του Ελληνικού Εθνικισμού. Όταν ήρθαν με μαχαίρια και όπλα και άπειρα δολοφονικά σύνεργα, εκατοντάδες ενάντια σε λίγους. Όμως κρατήσαμε τις θέσεις και τιμήσαμε τις σημαίες μας και τις υπερασπιστήκαμε ως οφείλαμε με βάση τον στρατιωτικό μας όρκο. Όταν λοιπόν έρχονται στιγμές δύσκολες και σας πιέζει η λογική και σας φωνάζει μέσα από τον ασύρματο, κάντε μία απλή πράξη. Τραβήξτε το πιστόλι και πυροβολήστε τον ασύρματο. Αυτό είναι το επιμύθιο του Αγώνα μας, αυτό είναι το διαρκές πρόσταγμα της Χρυσής Αυγής.