Ο τελευταίος σταθμός

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018 - 07:55

Σαράντα τέσσερα χρόνια καλλιεργείται μεθοδικά το δόλιο μύθευμα, ότι επιτέλους έχει παγιωθεί η... δημοκρατία σε αυτή τη χώρα. Ότι αφού δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας η δημοκρατία να απειληθεί από την αυθαιρεσία... κάποιου συνταγματάρχη ή λοχία και ο λαός μπορεί να εκλέγει τους διαχειριστές της εξουσίας, η πηγή των όποιων δυσλειτουργιών του κράτους δεν αφορά στην πολιτική εξουσία, αλλά σε κάποιους άλλους παράγοντες έξω από αυτήν. Αφού η «κατοχυρωμένη» πλέον «δημοκρατία», εξασφαλίζει τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας και τη σύμφωνα με το σύνταγμα και τους νόμους λειτουργία του κράτους.

Πρέπει ωστόσο να είναι κανένας μειωμένης νοημοσύνης ή άρρωστα φανατισμένος για να μην αντιλαμβάνεται ότι το Καθεστώς στη μεταπολιτευτική Ελλάδα που ονομάσθηκε αυτάρεσκα «δημοκρατία», είναι ένα παμπόνηρο διαρκές πραξικόπημα. Γιατί τα πραξικοπήματα και οι δικτατορίες, όπως η ιστορία έχει αποδείξει, δεν ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των συνταγματαρχών.  

Στη σημερινή Ελλάδα με τη συνδρομή της σκόπιμα υποβαθμισμένης παιδείας και του απύθμενου ραδιοτηλεοπτικού κρετινισμού, έχει χαθεί κάθε έννοια μέτρου,  νομιμότητας και αισθητικής και η αδικία, ο αυταρχισμός και η αυθαιρεσία στη λειτουργία της πολιτείας έχουν αποκτήσει χαρακτήρα θεσμικό. Εκφράζονται από το ίδιο το κράτος που αποτελεί φέουδο των κομμάτων του «δημοκρατικού τόξου». Η ύπαρξη Βουλής παρέχει απλώς ένα πρόσχημα δημοκρατίας, ένα «προπέτασμα καπνού» στην ασυδοσία και τη θεσμοποιημένη εκτροπή.

Οι αθρόες και εξόφθαλμες παραβιάσεις θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος από τη μια, χωρίς να υφίσταται κανένας καμία συνέπεια, έχει αποθρασύνει την διακομματική πολιτική κλίκα που εναλλάσσεται στη νομή της εξουσίας. Από την άλλη, η προφανής κατάργηση της διάκρισης των εξουσιών, που βεβαιώνεται ανεπιφύλακτα από όλους ανεξαιρέτως τους έγκριτους συνταγματολόγους και τους εν γένει ειδήμονες της νομικής επιστήμης, όταν αυτοί δεν είναι ενταγμένοι σε κομματικές «στρούγκες», δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας για το είδος του πολιτεύματος.

Πάνω από όλα βέβαια το γνωρίζει η «ράχη» του Έλληνα που «μαστιγώνεται» ανηλεώς καθημερινά από ανοίκειες πολιτικές συμπεριφορές, κόντρα σε αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποτελέσματα δημοψηφισμάτων κλπ.

Γιατί είναι κοινό μυστικό, ότι όλες οι βασικές επιλογές, όλων ανεξαιρέτως των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων, θα απορρίπτονταν συλλήβδην από το λαό με συντριπτικά ποσοστά, σε περίπτωση που ετίθεντο σε δημοψηφίσματα. Τα οποία για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν τολμούν και να τα κάνουν. Για να μην μιλήσουμε για το συντελεσμένο όργιο της οικονομικής υπερχρέωσης.

Έχουμε δηλαδή αποδεδειγμένα μιαν απόλυτη διάσταση μεταξύ της λαϊκής θέλησης από τη μια πλευρά και των κυβερνητικών επιλογών από την άλλη. Και όμως, οι επιλογές αυτές μπορούν και εφαρμόζονται με τη χρήση συστηματικής παραπληροφόρησης, με τη σκόπιμη υποβάθμιση της παιδείας ώστε να υπάρχει ακρισία, καθώς και με τη βίαιη καταστολή των νόμιμων αντιδράσεων των πολιτών με τη συνδυασμένη δράση κράτους και παρακράτους. Αν όλα αυτά δεν σημαίνουν  δικτατορία, τότε τι είναι οι δικτατορίες;

Το «δημοκρατικό τόξο» έχει επιβάλλει ευφυέστατα και συστηματικά μιαν αφανή, μια συγκαλυμμένη δικτατορία καθ’ υπαγόρευση των ξένων, για λογαριασμό των ξένων και με την πλήρη κάλυψη των ξένων. Για αυτό και δεν έχουμε σήμερα «Πολυτεχνεία», παρόλο που η κατάργηση του Συντάγματος είναι συχνά κραυγαλέα.

Έτσι εξηγείται το γιατί αυτό το κράτος στρέφεται σήμερα τόσο εχθρικά εναντίον των Ελλήνων. Γιατί χτυπά και αποδομεί συστηματικά το Έθνος που το δημιούργησε. Γιατί προσπαθεί να κάνει τους πολίτες του νεοραγιάδες.

Γιατί το κράτος αυτό κατοικείται μεν από Έλληνες, κάτι που επιχειρούν επίσης να αλλοιώσουν με τη λαθρομετανάστευση και τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι ελληνικό. Διοικείται από αρνησίθρησκους και απάτριδες φιλοτομαριστές, ενεργούμενα ξένων συμφερόντων.

Η έννοια της ατομικής ελευθερίας ταυτίστηκε με τον ατομικισμό. Ξεχάστηκαν τα λόγια του Εθνάρχη Κολοκοτρώνη προς τα γυμνασιόπαιδα στην Πνύκα, ότι  «η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κυττάζει το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό, ευρίσκεται και το δικό σας».

Το σχολειό από την άλλη ετοιμάζει βανδάλους, οπαδούς και εκβιαστές, που από το Δημοτικό κιόλας ξέρουν τη λογική των «καταλήψεων» και της πρόκλησης κοινωνικού κόστους. Τροφοδοτεί το κοινωνικό περιθώριο, προωθεί τον μηδενισμό και την κακουργία της αριστερής αναρχίας, καλλιεργεί πνεύμα διάλυσης και αποσύνθεσης.

Καταργήθηκε ο ασκητικός χαρακτήρας που εξ’ ορισμού πρέπει να έχει το σχολείο και επιβλήθηκε ο χωρίς όρια  ανταγωνισμός στο ντύσιμο, στις κομμώσεις, στο μακιγιάζ, στα κοσμήματα κλπ. Η εικόνα των μαθητών στις παρελάσεις είναι κυριολεκτικά ένα όνειδος.

Δεν είναι δε λίγες οι φορές που για τον «πλουραλισμό» της προσφερόμενης πληροφόρησης, τόσο από την κρατική τηλεόραση, όσο και από τα ιδιωτικά κανάλια προβάλλεται η άποψη ότι για το παρακράτος της βίας (συχνά θανατηφόρας), των πυρπολήσεων και των καταστροφών που βασιλεύει στις μεγαλουπόλεις «δεν φταίνε τα παιδιά» (δηλαδή οι κουκουλοφόροι εγκληματίες) και ότι τα φαινόμενα αυτά είναι σύμπτωμα υγείας.

Όμως το Έθνος αυτό, όσο κι αν το «πελεκούν και το καίνε», δεν πρόκειται να καμφθεί γιατί υπάρχουν κάποιοι που έχουν μνήμη. Και γιατί θυμάμαι σημαίνει υπάρχω!

Γιατί υπάρχει μια φωνή που αντιστέκεται και καλεί σε συναγερμό. Είναι η φωνή του Λαϊκού Συνδέσμου που θυμίζει στους Έλληνες ότι η ελληνική παράδοση και η ιστορία, δεν είναι κάτι ξεχασμένο που το έχουμε αφήσει πίσω μας σε κάποιο μουσείο, είναι μια δύναμη ζωντανή που κυλάει στις φλέβες μας όπως το αίμα. Αυτό το ελληνικό αίμα που είναι ο τελευταίος σταθμός, η τελευταία μας ελπίδα πριν την ολοκληρωτική καταστροφή.

Τους θυμίζει τις οιμωγές του 1453, του 1922, των μανάδων της Πόλης, της Σμύρνης, του Πόντου και των απαγχονισμένων αγωνιστών της ΕΟΚΑ.

Τους λέει ότι δεν μπορεί οι Έλληνες να είναι οι ζήτουλες της Ευρώπης.

Ότι οι Έλληνες δεν μπορούν να ανεχτούν τον χρησιμοθηρικό ορθολογισμό και τον χρηματιστηριακό ολοκληρωτισμό της Δύσης.

Αυτής της Δύσης που επέτρεψε την τουρκική κατάκτηση με τις διαρκείς θηριωδίες για να ισχυροποιήσει τη νίκη της (της Δύσης) επί του Ελληνισμού και να παριστάνει τώρα την μόνη κληρονόμο των ελληνορωμαϊκών παραδόσεων.

Όμως «οι μη οργιζόμενοι εφ’ οις δει, ηλίθιοι δοκούντες είναι», είχε γράψει κάποτε ο Αριστοτέλης («Ηθικά Νικομάχεια», 1126 a 14). Που σημαίνει ότι όσοι δεν οργίζονται γι’ αυτά που πρέπει, φαίνεται ότι είναι ηλίθιοι.

Αυτό είναι που εξηγεί την οργή των Ελλήνων Εθνικιστών. Για αυτό, όπως τραγουδάμε στον ύμνο του Κινήματος, μόνον «Εμείς ανάψαμε τη δάδα», μόνο «σε μας γεννήθηκε η οργή!».

Μια οργή όμως που δεν είναι προϊόν μισαλλοδοξίας ή ρατσισμού. Αφορμάται από τη γνώση ότι στη σημερινή Ευρώπη ο Ελληνισμός θεωρείται ξένος, αντίπαλος,  αφού πρεσβεύει μια πίστη και μια παράδοση την οποία αφού πρώτα  αυτοί εξόρισαν, τώρα επιχειρούν να την αφανίσουν ολοκληρωτικά από προσώπου γης, μαζί με τους Έλληνες.

Όχι μόνο δεν θα το πετύχουν, αλλά στο τέλος όλα θα γυρίσουν εις βάρος τους!

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ