Ο στραγγαλισμός της Κύπρου από την τουρκία

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019 - 08:31

Η πιθανότητα στρατιωτικής σύγκρουσης με την Τουρκία  είναι ρεαλιστική και μπορεί να προέλθει από εσφαλμένο υπολογισμό, εσφαλμένη αντίληψη, δοκιμή ορίων, κλιμάκωση, πολιτική αστάθεια, εσωτερικά προβλήματα. Η πιθανότητα αυτή βαίνει αυξανόμενη σε συνδυασμό με την διηνεκή εμπιστοσύνη της Τουρκίας στην στρατιωτική της ικανότητα, η οποία έχει βελτιωθεί αναμφισβήτητα τις τελευταίες δεκαετίες και η οποία επηρεάζει ποσοτικά και ποιοτικά το στρατιωτικό ισοζύγιο με την Ελλάδα, στρατιωτικό ισοζύγιο το οποίο στην Κύπρο είναι καταλυτικό.

Στην κατάταξη του «Global Firepower» (Global Military Strength Rankings 2019) σχετικά με την δύναμη πυρός ή άλλως την στρατιωτική ισχύ, η Τουρκία μεταξύ 126 χωρών κατατάσσεται στην 9η θέση μετά από τις ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Ινδία, Γαλλία, Ιαπωνία, Νότιο Κορέα και Βρετανία. Η Ελλάδα σε αυτή την κατάταξη στρατιωτικής ισχύος καταλαμβάνει την 28η θέση. Το «Global Firepower» για αυτή την κατάταξη κάνει χρήση περίπου 50 διαφορετικών παραγόντων, ούτως ώστε να καθορίσει την δύναμη πυρός κάθε χώρας. Στους παράγοντες που λαμβάνει υπόψη του συμπεριλαμβάνονται για κάθε χώρα η γεωγραφική της θέση και η επιρροή αυτής της θέσης, το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων, οι τεχνολογικές δυνατότητες και οι υλικοτεχνικές υποδομές των ενόπλων δυνάμεων, η εξάρτηση από ενεργειακές πηγές, η οικονομική ευρωστία, ο ετήσιος προϋπολογισμός των ενόπλων δυνάμεων, το χρέος της χώρας και πολλά άλλα.

Δεν λαμβάνεται υπόψη η πυρηνική ικανότητα, οι πυρηνικές δυνάμεις των χωρών που συμμετέχουν στην κατάταξη. Βέβαια καμία στατιστική κατάταξη, ανεξαρτήτως πόσους και ποιους παράγοντες αξιολόγησης λαμβάνει υπόψη, δεν δύναται να απεικονίσει την απολύτως ακριβή στρατιωτική ισχύ μιας χώρας. Παρ’ όλα αυτά όμως ο δείκτης της παγκόσμιας κατάταξης σε δύναμη πυρός του Global Firepower είναι ένα μέτρο σύγκρισης και ενδεικτικός της διαφοράς στρατιωτικής ισχύος μεταξύ των χωρών.

Η Άγκυρα σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες έχει αποφασίσει την κατασκευή ναυτικής βάσης στα κατεχόμενα της Κύπρου, στο πλαίσιο αναβάθμισης της στρατιωτικής της παρουσίας στην Μεγαλόνησο και ευρύτερα υπό το πρίσμα της γεωπολιτικής της θέσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Η χρησιμότητα της ναυτικής βάσης για την Τουρκία εξηγείται από Τούρκους αναλυτές με το επιχείρημα ότι θα ισχυροποιήσει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της Τουρκίας στην εύφλεκτη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και θα αναδείξει οφέλη για ευρύτερες γεωστρατηγικές και γεωοικονομικές επιδιώξεις, ήτοι σε μετάφραση: Παράνομες γεωτρήσεις στην ΑΟΖ της Κύπρου, παράνομες δεσμεύσεις ελληνικών θαλασσίων περιοχών για ασκήσεις των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, με προφανή σκοπό την πρόκληση εντάσεων που θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε θερμό επεισόδιο. 

Η Τουρκία ιδιαίτερα στην Κύπρο μιλάει από θέσης ισχύος, μια θέση που βεβαίως θα ενισχυθεί περαιτέρω με την κατασκευή ναυτικής βάσης, αλλά και με την επαναλειτουργία της αεροπορικής βάσης στο Λευκόνοικο στα κατεχόμενα (δυτικά της Αμμοχώστου), όπου θα μετασταθμεύουν μαχητικά F-16 σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας. Σύμφωνα με νατοϊκές εκθέσεις, το 11ο Σώμα Στρατού που έχει έδρα στα κατεχόμενα έχει δύναμη 43.000 ανδρών, σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και 3.500 ένοπλοι Τουρκοκύπριοι και 26.000 έφεδροι, σύνολο δηλαδή 72.000 Τούρκοι στρατιώτες. Σε αυτές τις δυνάμεις η Κυπριακή Δημοκρατία υπό ιδανικές συνθήκες μπορεί να αντιπαρατάξει 61.000 στρατιώτες (ΕΛΔΥΚ, Εθνική Φρουρά, έφεδροι). Θυμίζουμε ότι η εγγύτητα των τουρκικών παραλίων δίνει στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις δυνατότητα τάχιστου ανεφοδιασμού σε έμψυχο και άψυχο υλικό, υπολογίζεται ότι η δύναμη των 72.000 Τούρκων σε περίπτωση έναρξης εχθροπραξιών θα αυξηθεί σε 90.000 περίπου.

Το 11ο Σώμα Στρατού είναι μέρος της τουρκικής Δυτικής Στρατιάς, η οποία προέκυψε από την αναδιοργάνωση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων το 2014. Σύμφωνα με αυτή την αναδιοργάνωση η 4η (Στρατιά του Αιγαίου) και η 1η Στρατιά (Στρατιά της Ανατολικής Θράκης) συγχωνεύτηκαν στην Δυτική Στρατιά με έδρα την Κωνσταντινούπολη, ενώ η 2η και 3η συγχωνεύτηκαν στην Ανατολική Στρατιά με έδρα την Μαλάτεια και με περιοχή ευθύνης τα ανατολικά και νοτιοανατολικά σύνορα της Τουρκίας. Η Δυτική Στρατιά είναι ένας σημαντικότατος επιχειρησιακός σχηματισμός των Τούρκων με ζώνη ευθύνης το ελληνικό αρχιπέλαγος του Αιγαίου, την Θράκη και την Κύπρο.

Στον τομέα επιχειρησιακής της κάλυψης στην Αν. Θράκη η Δυτική Στρατιά αναπτύσσεται σε βάθος και έχει καθαρά επιθετική διάταξη, ενώ έχει και την ευθύνη κάλυψης των Στενών της Προποντίδας. Στην περιοχή ευθύνης της στην Θράκη έχουν τοποθετηθεί στον νότο το 2ο Σώμα Στρατού με προσανατολισμό το νότιο τμήμα του Έβρου και στον βορά το 5ο Σώμα Στρατού με προσανατολισμό το βόρειο τμήμα του Έβρου, ενώ στην Κωνσταντινούπολη βρίσκεται για την κάλυψη των Στενών και για εφεδρεία το 3ο Σώμα.

Ο συσχετισμός των δυνάμεων είναι πολύ πιο δυσμενής απ’ ότι δείχνουν οι αριθμοί για τα στρατεύματα στην Κύπρο. Η Τουρκία έχει συντριπτική υπεροχή στην Αεροπορία και στο Ναυτικό στην Μεγαλόνησο. Η απουσία ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων από το οπλοστάσιο της Εθνικής Φρουράς και το γεγονός ότι το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα είναι ανενεργό, εξασφαλίζει στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις αδιαμφισβήτητη κυριαρχία στον αέρα και στην θάλασσα. Αλλά και στις χερσαίες δυνάμεις η κατάσταση όσον αφορά την υλικοτεχνική υποδομή δεν είναι καλύτερη για την Εθνική Φρουρά. Οι τουρκικές χερσαίες δυνάμεις που βρίσκονται σε επιθετική διάταξη έχουν σε αναλογία 2,5:1 περισσότερα άρματα από τις ελληνοκυπριακές, 2,1:1 περισσότερα ΤΟΜΑ/ΤΟΜΠ, 2:1 περισσότερα πυροβόλα, 1,2:1 περισσότερους όλμους και 1,2:1 περισσότερα αντιαεροπορικά μέσα.

Η Δυτική Στρατιά των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων σηματοδοτεί ενότητα διοίκησης στο τόξο Θράκη-Αιγαίο-Κύπρος, αλλά και γεωπολιτικό προσανατολισμό ο οποίος στοχεύει σαφέστατα  στην κατάληψη ελληνικών εδαφών. Με προφανή ανισορροπία δυνάμεων στην Κύπρο, η χρήση επιθετικής βίας γίνεται όλο και πιο ελκυστική για την Τουρκία, που σφίγγει τον κλοιό γύρω από την επί 4.000 χρόνια ελληνική Μεγαλόνησο, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η ολέθρια και προδοτική πολιτική «δημοκρατικών» κομμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου της δίνει την δυνατότητα όχι μόνο να πιέσει για ανταλλάγματα αλλά και να επιδιώξει μαζικό στρατηγικό πλήγμα.

Εκείνο που διδάχθηκαν οι Τούρκοι από τα Ίμια είναι ουχί η μη επανάληψη μιας παρόμοιας επιθετικής ενέργειας, αλλά ότι πρέπει να είναι σε θέση να το επαναλάβουν μαζικά, τουτέστιν πολύ πιο αποτελεσματικά, με μεγαλύτερη ένταση και σε πολλαπλά ταυτόχρονα μέτωπα, κάτι που θα είναι πρακτικά αδύνατο να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Ίσως αυτό να ακούγεται κυνικό και προκλητικό. Όμως δυστυχώς η στρατιωτική ισχύς δεν καθορίζει το ποιος έχει δίκιο, αλλά το ποιος θα επιζήσει.

Γ. Λιναρδής