Ο μείζων βομβαρδισμός του Πειραιώς

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019 - 10:30

Ο μείζων βομβαρδισμός του Πειραιώς

Μέρος Β’ 

Η ΦΟΝΙΚΗ «15η  ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ» ΤΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ - USAAF : Η καταθλιπτική ιστορία του μείζονος βομβαρδισμού του Πειραιώς άρχεται στις 25 Σεπτεμβρίου 1942 στο αεροδρόμιο Γκόουαν, εγγύς του Μπόϊζ, στην πρωτεύουσα της Πολιτείας του Άϊνταχο των Ηνωμένων Πολιτειών. Εκεί συνεκροτήθη η 99η Σμηναρχία Βομβαρδισμού της USAAF. Διοικητής της ανέλαβε ο Συνταγμα­τάρχης Ράδεγκροβ και υποδιοικητής ο Αντισυνταγματάρχης  Ρέινεϊ. Η Σμηναρχία απετελείτο από τις 346, 347, 348 και 416 Μοίρες Βομβαρδισμού. Η έ­δρα της μονάδος μετεφέρθη σχεδόν αμέσως στην μείζονα περιοχή της Ουάσινγκτον, ό­που παρελήφθησαν (σε δύο δόσεις) συνολικώς δέκα  βομβαρδιστικά αεροσκάφη «Β-17 / Flying Fortress», τα πασίγνωστα  «Ιπτάμενα Φρούρια». Κατά την διάρκεια του Οκτω­βρίου, η Σμηναρχία ενισχύθη με επιπλέον εξ Β-17, αμέσως δε μετεγκατεστάθη στο Σιού Σίτυ της Αϊόβα για την δευτέρα  φάση της επιχειρησιακής εκπαιδεύσεως της. Έως τα τέλη του Νοεμβρίου, η πληρότης του προσωπικού εδάφους και του τεχνικού προσωπι­κού έφθασε στο 75%. Στα μέσα Ιανουάριου του 1943, εξεκίνησε στην Σαλίνα του Κάνσας η τρίτη φάση της προετοιμασίας και περί τα τέλη Φεβρουάριου, η Σμηναρχία ήταν πλέον ετοιμοπόλεμη («Combat ready») και πανέτοιμη να εγκαταλείψει το αμερικανικό έδαφος για την ευρωπαϊκήν απο­στολή της. Με σημείον αναχωρήσεως το Μόρισον Φηλντ της Φλόριντα, τα Β-17 εκινήθησαν  νοτίως, μέσω δε Πουέρτο Ρίκο, Βρετανικής Γουϊάνας, Βραζιλίας και Γκάμπιας, έφθασαν εν τέλει στον προορισμό τους, στο Μαρακές του Μαρόκου. Το τεχνικό προσωπικό και το προσωπικό εδάφους ηκολούθησαν τα «Ιπτάμενα Φρούρια» μέσω  υπερατλαντικού πλου.

Αμέσως μόλις η Σμηναρχία συνεκροτή­θη πλήρως στην βόρειο Αφρική, υπήχθη στην 5η  Πτέρυγα Βομβαρδισμού της 12ης  Αερο­πορικής Δυνάμεως, ομού με τις 97η  και 301η Σμηναρχίες και αργότερον την 2α  Σμηναρ­χία. Η πρώτη αποστολή των «Αδαμαντόραχων» («Diamondbacks»), όπως ονομάζετο η 99η  -λόγω του ουραίου εμβλήματος που έφε­ραν τα βομβαρδιστικά της-, επραγματοποιή­θη στις 31 Μαρτίου του 1943 ως μία από τις εκατοντάδες αεροπορικές αποστολές των Συμμάχων για την κατα­στροφή των οδών ανεφοδιασμού του ηττημένου «Γερμανικού Αφρικανικού Σώμα­τος» («Deutsches Afrika Korps» - DAK) στην Τυ­νησία. Καθ' όλην τνη διάρκεια του 1943, η 12η  Αεροπορική Δύναμη εξαπέλυσε δεκά­δες αποστολές διώξεως και βομβαρδι­σμού στο νέο μεγάλο μέτωπο που ήνοιξαν οι Σύμμαχοι : στο Θέατρον Επιχειρήσεων της Μεσογείου:

­Στις 5 Ιουλίου, κατά την διάρ­κεια των επιχειρήσεων που συνόδευαν την αγγλοαμερικανική απόβαση στην Σικελία, η 99η  Σμηναρχία εβομβάρδισε εκτενώς και με επιτυχία - παρά την πείσμονα εμπλοκή και εναντίωση δεκάδων γερμανικών καταδιωκτικών-  το αεροδρόμιο Τζερμπίνι, στρατηγικής σημασίας. Στις επόμενες ημέ­ρες εξεκίνησαν οι μάχες υποστηρίξεως της αποβάσεως, ενώ στις 14 Ιουλίου εβομβαρδί­σθη για πρώτη φορά η Ρώμη. (Η επίσημος ιστορία της 99ης Σμηναρχίας σημειώνει πως οι πιλότοι κατέβαλαν εξαιρετικές προσπάθειες ακριβούς τεχνικής ώστε να αποφύγουν την πτώση βομβών στο Βατικανό).

Στις 2 Νοεμβρίου 1943, οι τέσσαρες μοίρες της 99ης  Σμηναρχίας, μαζί με δύο ακόμη Σμηναρχίες βομβαρδιστικών Β-24 της 9ης  Αεροπορικής Δυνάμεως και δύο Σμηναρχίες καταδιωκτικών, συνεκρότησαν (στο ιταλι­κόν έδαφος) την νέα 15η  Αεροπορική Δύναμη. Ήδη από την πρώτην ημέρα της συ­γκροτήσεώς της,  η 15η  Αεροπορική Δύναμη –η μέλλουσα φόνισσα του Πειραιώς- ανέλαβε να πλήξει το εργοστάσιον αερο­σκαφών Messerschmitt στο Βάϊνερ Νόϋσταντ της Αυστρίας. Η 5η Πτέρυξ Βομβαρδισμού μετεκινείτο προοδευτικώς, ακο­λουθούσα την χερσαία προώθηση των συμμαχι­κών στρατευμάτων, ώστε να αυξήσει την ακτίνα της επιχειρησιακής της δράσεως: Οι μοίρες της Πτέρυγος εγκατεστάθηκαν σε διάφορα αεροδρόμια στην πεδιάδα της Φότζια, ενώ η 99η  Σμηναρχία στην Τορτορέλα.

Οι καιρικές συνθήκες που επικρα­τούσαν στην περιοχή κατά τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο ήσαν εξαιρετικώς δυσχερείς, με χαμηλές θερμοκρασίες και πολλές βροχές. Τα συνεργεία επισκευών και οι τε­χνικοί ήσαν αναγκασμένοι να εργάζονται με το έντονο ψύχος, μέσα στην λάσπη, ενώ τα πλη­ρώματα επιχειρούσαν με εξουθενωτικούς ρυθμούς, όσο ηυξάνετο ο αεροπορικός ρόλος στην εξέλιξη των επιχειρήσεων. Εντός 18 μηνών επιχειρήσεων, η 15η  Αεροπορική Δύναμη κατέστρεψε σχεδόν το ήμισυ της παραγωγής πετρελαίου στην Ευρώπη (!), παρέβλαψεν ουσιωδώς μέγα μέρος της γερμανικής παραγωγής καταδιωκτικών και προεκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές στο δίκτυον συγκοινωνιών του Άξονος. Τα αριθμητικά στοιχεία δεικνύουν ότι, η 15η  Αεροπορική Δύναμη έρριψεν 303.842 τόνους βομβών εναντίον εχθρικών στό­χων σε 12 χώρες, πραγματοποιούσα συ­νολικώς 148.955 πτήσεις.

Αρχικώς, οι γερμανικές θέσεις στα Βαλ­κάνια εκρίθησαν ως στόχοι δευτερευούσης στρατηγικής σημασίας εν σχέσει προς την πληθώ­ραν στόχων στο ιταλικόν έδαφος ή στην Γαλ­λία. Ωστόσον, η «Συμμαχική Διοίκηση Βομβαρδισμού» ήρχισεν από τον Νοέμβριο να προσανατολίζεται και πάλιν σε επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών στόχων, αποθηκών, λιμένων και σιδηροδρομικών εγκαταστάσεων σε Βουλγαρία, Αλβανία, Γιουγκοσλαβία, και Ελλάδα, ώστε να αποδιοργανωθεί τα μέγιστα η ενίσχυση των γερμανικών μονάδων στην  Ιταλία μέσω των Δαλματικών ακτών,  αλλά συνάμα να αποδιοργανωθεί πλήρως το εν γένει σύστημα στρατιωτικών μεταφορών, στην απρόσκοπτο λειτουργία του οποίου η Γερμανία είχε εναποθέσει τεράστιες ελπίδες για την εκ μέρους της συνέχιση του πολέμου. Με επιδίωξη να επιτευχθεί το «μέγιστο ψυχολογικό, επιχειρησιακό  και στρατηγικό  κέρδος» η USAAF πλην των ανηλεών βομβαρδισμών των γερμανικών πόλεων διενεργούσε καθημερινώς επιθέσεις σε  ποικίλους σημαντικούς στόχους στην Ιταλία, στην Γαλλία, στην Ρουμανία, στα λοιπά Βαλκάνια και στην Τσεχοσλο­βακία.

Από την επιλογήν των υποψηφίων στόχων δεν εξαιρούντο βεβαίως όσες πόλεις ευρίσκοντο ακόμη στο στρατόπεδον του Άξονος. Από τον Δεκέμβριον, όλες ανεξαιρέτως οι ιταλικές πόλεις οι οποίες ευρίσκοντο στην ακτίνα δράσεως των συμμαχικών βαρέων βομβαρδιστικών, ζούσαν σχεδόν καθημε­ρινώς με τον από αέρος τρόμο, του «άνωθεν θανάτου»  (Τορίνο, Πάντοβα, Πάρμα, Μιλάνο, Μπολόνια, Φερράρα). Επίσης έγιναν στόχοι αρκετές φορές τα αστικά κέντρα της Γιουγκοσλαβίας, ό­πως το Σεράγεβο, το Μόσταρ και το ίδιο το Βελιγράδι (τον Απρίλιον εδέχθη εξόχως  καταστροφικά πλήγματα με χιλιάδες νε­κρούς αμάχους).

Στις 10 Ιανουάριου, η 97η Σμηναρχία εβομβάρδισε την Σόφια της Βουλγαρίας, φονεύουσα μεγά­λον αριθμόν αμάχων, ενώ το επόμενο πρωι­νό ήλθεν η σειρά του δυσμοίρου Πειραιώς : Το επίνειον των Αθηνών, ο μεγαλύτερος λιμήν της Ελλάδος, ο αναφερό­μενος στους επιχειρησιακούς χάρτες της USAAF ως «Halon Basin», αποτελούσε σημαντικό κόμβο στο δίκτυο εφοδιασμού των μεραρχιών της Wehrmacht στα Βαλκάνια και στο Ιταλικό Μέτωπο, Πρόσφατες αερο­φωτογραφίες επιβεβαίωναν πως στο λιμά­νι βρίσκονταν 21 επιταγμένα εμπορικά πλοία και 10 πολεμικά διαφόρων τύπων, συνολικά 31 σκάφη στην υπηρεσία του Γερμανικού Ναυτικού (Kriegsmarine). Στις 09.40 της 11ης   Ιανουάριου 1944, 84 βομ­βαρδιστικά Β-17, περίπου 20 από κάθε Σμηναρχία της 5ης  Πτέρυγος Βομβαρδι­σμού (2α , 97η , 99η  και 301η ) απεγειώθησαν από τα αεροδρόμια της πεδιάδος της Φότζια και του Τάραντος, ιπτάμενα με νοτιοανατολική κατεύθυνση. Προηγείτο στον σχηματισμό πτήσεως η 99η  Σμηναρχία και ακολουθούσαν κατά σειρά  η 2α , η 97η  και η 301η  με σταθερά ταχύτητα 250 χλμ/ώρα. Οπίσω από τον σχηματισμό των Β-17 ακολου­θούσε ένα ισχυρόν απόσπασμα από μαχητι­κά Ρ-38 Mustang της 14ης  Σμηναρχίας Μα­χητικών, το οποίον είχεν αναλάβει την προ­στασία των βομβαρδιστικών.

Παρά την τεραστίαν  αριθμητικήν υπεροχή και την ισχυρά κάλυψη, οι προοπτικές της βομβαρδιστικής επιχειρήσεως δεν ήσαν διόλου καλές. Στο πολεμικόν ημερολόγιο της Σμηναρχίας εσημειώθη : «Κατά την προσέγγιση καιρός άσχημος, ορατότης δυσχερής». Σε ύψος 5.500 μ., τα αμερικανικά αεροσκάφη συνήντησαν αναπάντεχες ισχυρές νεφώσεις. Τα σύννεφα ήσαν εξόχως πυκνά, δεν υπήρχεν ορατότης πέραν των ακροπτερυγίων. Ήταν δύσκολο, εάν όχι ακατόρθωτο, να διακρίνει κάποιος ένα άλλο αεροσκάφος. Οι συνθήκες αυτές ήσαν απαγορευτικές και για μεμονωμένη πτήση, πόσο μάλλον για έναν ολόκληρο σχηματισμό βαρέων βομβαρδιστικών. Η 301η Σμηναρχία που ευρίσκετο στην «ουρά» του σχηματισμού, απεφάσισε να εξέλθει εκτός του «φακέλου πτήσεως» (της προδιαγεγραμμένης πορείας), προκειμένου να σταθεροποιήσει την ορισμένη απόσταση ασφαλείας (45 μ.) από τα προπορευόμενα αεροσκάφη.

Όταν είκοσι λεπτά προ της αφίξεως στον  στόχο τα βομβαρδιστικά ήρχισαν την άνοδο στα 6.600 μέτρα, (ήτοι στο προβλεπόμενον ύψος ρίψεως των βομβών), συνέβη μια πραγματική καταστροφή : Εντός της πυκνής νεφώσεως -που έφθανε τα 10/10-, οι δύο τελευταίες Σμηναρχίες του σχηματισμού (97η   και 301η) «αλληλοδιεμβολίσθησαν» κατά την άνοδον. Ένα «Ιπτάμενο Φρούριο» από το προπορευόμενο στοιχείο εξερράγη, το ίδιο και δύο Β-17 από το δεύτερο στοιχείο. Αεροσκάφη, συντρίμματα και άνδρες ίπταντο εντός των νεφών. To Β-17 του διοικητή της Σμηναρχίας επραγματοποίησεν απότομον αναστρο­φή. Τον ίδιον ελιγμόν εξετέλεσαν και άλλα τρία αεροσκάφη, πράγμα όχι ευμενές για ένα πλήρως εξοπλισμένο, βαρύτατο Β-17. Ωστόσον, τουλάχιστον δύο από τα αερο­σκάφη επέτυχαν να κατέλθουν στα 3.000 μέτρα. Τουλάχιστον πέντε Β-17 της 301ης  και δύο της 97ης  εχάθησαν μέσα στα σύννεφα. Ένας πιλότος της 419ης  Μοίρας επήδηξεν από το αεροσκάφος με το αλεξίπτωτόν του. Ένα ακόμη Β-17 συνεκρούσθη στον αέρα με ένα από τα Ρ-38, εξ αιτίας της μηδενικής ορατότητος, που δυσχέραινε αφαντάστως τον οιονδήποτε πτητικόν συντονισμό. Δεδομένου ότι τα πληρώματα των Β-17 ήσαν δεκαμελή, περισσότεροι από 80 άνδρες κατεμετρή­θησαν ως αγνοούμενοι πριν καν ξεκινήσει η αποστολή. Η ώρα ήταν 12.35 και το 1/10 της δυνάμεως των «Ιπταμένων Φρου­ρίων» είχεν ήδη χαθεί.

Ολίγες στιγμές μετά το τραγικόν ατύχη­μα στην «ουρά» του σχηματισμού, τα βομβαρδιστικά διετήρησαν σταθερόν ύψος πτήσεως στα 6.500 μ. Στις 12.55’, τα έξι προπορευόμενα (σε σχήμα ρόμβου) Β-17 της 99ης  Σμηναρχίας, άφησαν τις πρώτες βόμ­βες της επιδρομής επάνω από τον στόχο. Στις 13.11’, η 2α  Σμηναρχία εξαπέλυσε το δεύτερο κύμα βομβών και τέσσερα λεπτά αργότερον, στις 13.15’, ολόκληρος ο σχηματισμός εδέχθη επίθεση από 15 Messerschmitt Bf 109 και 10 έως 15 Focke Wulf 190 Würger (Βύργκερ – «Αετομάχος»). Οι αερομαχίες των γερμα­νικών μαχητικών με τα Ρ-38 που υπεστήρι­ζαν την αποστολή, ήσαν σποραδικές και διήρκεσαν περίπου 15 έως 20 λεπτά, πριν, μετά και κατά τη διάρκεια της ρίψεως των βομβών. Στην συμπληρωματική του αναφορά περί της επιχειρήσεως, ο Ταγματάρχης Αρθουρ Κλαρκ του Γραφείου Πληροφοριών της 99ης  Σμηναρχίας εσημείωνε ότι «κάποια από τα γερμανικά μαχητικά υπήρξαν ιδιαιτέρως επιθετικά, ορισμένα μάλιστα έφθασαν σε απόσταση 90 μέτρων από τα αεροσκάφη μας».

Η 2α Σμηναρχία εσημείωνε πως τα γερμανικά μαχητικά «πραγματοποιούσαν ασυντόνιστες επιθέσεις, κυρίως από οπίσω («ώρα» 5-7), ωστόσον δεν εσημειώθη καμία κατάρριψη». Από την σύντομο αψιμαχία στον αέρα πιθανότατα εκα­τέρωθεν δεν υπήρξαν απώλειες αεροσκαφών. Η αναφο­ρά της Διοικήσεως Βομβαρδισμού κάνει λό­γο για δύο, ενδεχομένως τρεις, καταρρίψεις Bf 109, χωρίς όμως να επιβεβαι­ώνεται κάτι τέτοιο. Δύο βομβαρδιστικά της 99ης  Σμηναρχίας επλήγησαν από τα πυρά των Messerschmitt και ακόμη εξ υπέστησαν ε­λαφρές ζημίες από τα πυκνά αντιαεροπο­ρικά πυρά. Πράγματι, οι πυροβολαρχίες των 88 mm οι οποίες εκάλυπταν τον Πειραιά, συγκεντρωμένες στον σιδηροδρομι­κό σταθμό και στους λόφους του Προφή­τη Ηλία και της Καστέλας, … «έκαναν δύσκολη την ζωή» των αμερικανικών πληρωμάτων: «Έντονος, ισχυρός και ακριβής φραγμός πυρός, τροχιοδεικτικά πυρά προερχόμενα από πολεμικά πλοία στις εξής συντεταγ­μένες: 37ο 51’ Ν, 23ο 36' Ε και 37ο56' Ν. 23ο42’ Ε», εσημείωνε η αναφορά της Διοικήσεως Βομβαρδισμού το βράδυ της ιδίας ημέρας.

Εν τω μεταξύ, στην ηλιόλουστο μεση­μβρία του Ιανουαρίου, ο χαρακτηριστικός βόμβος των κινητήρων προσήλκυσε την προσοχή των Πειραιωτών οι οποίοι παρακολουθούσαν ανυποψίαστοι, αγνοώντες τι εί­δους αεροσκάφη ίπταντο επάνω από τις κεφαλές τους. Περί ώραν 12.45, ενεφανίσθησαν ωσάν μικρές περιστερές που  εγυάλιζαν στο φόντο του γαλάζι­ου ουρανού ολόλευκες. Ήσαν  πολλά, πάρα πολλά. Και άλλα και άλλα ήρχοντο, επλησίαζαν επάνω από τον άμαχο κόσμο. Η αντίδρασή του : «Πανζουρλισμός» και  χαρά ! Με τα χέρια σηκωμένα και με μανδήλια χαιρετούσαν όλοι οι δύσμοιροι παριστάμενοι την εξ ουρανού «ελευθερία» που έβλεπαν επάνω από τις κεφαλές τους. Επί πολλά έτη δεν είχαν ιδεί τους φιλοδόξους «ελευθερωτές» και δη από τόσον εγγύς.

Η ΠΕΛΩΡΙΑ ΦΡΙΚΤΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ : Εν προκειμένω ατυχώς, ούτε η Luftwaffe, ούτε η αντιαεροπορι­κή άμυνα κατάφεραν να αποκρούσουν την εξελισσομένη επιδρομή. Όσα Β-17 κατάφεραν να διέλθουν από  την πυκνή νέφωση και τα γερμανικά καταδιωκτικά, εξεκκένωσαν το καταστροφικό φορτίο τους και επέστρεψαν στην βάση τους, όχι χωρίς περιπέτειες. Για εκείνους που ευρίσκοντο στο έδαφος, εμεσολάβη­σαν ελάχιστα λεπτά από τον πρώτον ήχο των κινητήρων μέχρι τον επελθόντα «Αρμαγεδδώνα» Περί ώραν 1 παρά 13’, η γη συνεκλονίσθη, ωσάν από σεισμό τρομερόν. Τα πάντα ανεφλέγησαν. Σκότος κολάσεως επλημμύρισε την ατμόσφαιρα. Η  άσφαλτος βράζει, ενώ ψήνονται άν­θρωποι, ζώα και κτίρια. Όλα βράζουν σε μια κόλαση αχόρταγης φωτιάς και «λάβρας».

Εντός χρόνου βραχυτέρου από ημίσειαν ώρα, ένας πυκνός «τάπης» από αφανιστικές βόμβες εκάλυψε τα πά­ντα. Λόγω της μεγάλης διασποράς, οι  βόμ­βες έπληξαν αδιακρίτως όλες τις συνοι­κίες του Πειραιώς : τον Άγιο Διονύσιο, την Αγία Σοφία, τον Άγιο Νικόλαο, την Αμφιάλη, την Ευγένεια, την Δραπετσώνα, τα Καμίνια, την Κοκκινιά, την Καστέλα, το Πασαλιμάνι, το Τουρκολίμανο και το Χατζηκυριάκειον. Ωστόσον, το κέντρον της πόλεως κατέβαλε τον μεγαλύτερο φόρον αίμα­τος και συγκεκριμένως ολόκληρος η περιο­χή από τον σταθμόν του Ηλεκτρικού Σιδη­ροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς (ΗΣΑΠ) έως την πλατεία Κοραή και το Δημοτικό Θέα­τρο. Με την εξαίρεση των πρώτων ρίψεων που κατέληξαν στην θάλασσα, οι πρώτες βόμβες των Β-17 έπληξαν την «καρδία» του Πειραιώς. Η πρώτη βόμβα πιθανότατα έπεσεν εμπρός στον ιστορικό ναό του Αγί­ου Σπυρίδωνος, στην Ακτή Μιαούλη. Πολ­λοί περαστικοί έτρεξαν έντρομοι να προφυλαχθούν στον μητροπολιτικό ναό της Αγίας Τριάδος.

Από τα δεδομένα του ληξιαρχείου Πειραιώς, τα οποία και τεκμηριώνουν την θλιβερά ανθρωπογεωγραφία των εκατοντάδων θα­νάτων, προκύπτει σαφώς πως η προοδευτική κί­νηση των βομβαρδιστικών ανηύρε σχεδόν αμέσως το προαύλιο και τον ίδιον τον ιερόν ναό, φονεύουσα τουλάχιστον εξ άτομα, μεταξύ των οποίων δύο ηλικιωμένες γυναί­κες. Ένας ογδοντάχρονος  συνταξιούχος των ΣΠΑΠ, δύο μικροπωλητές και τρεις ακόμη άνδρες διεμελίσθησαν από βόμβα στην πλατεία Λουδοβίκου, η οποία ευρίσκεται εμπρός στην αριστερά είσοδο του σταθ­μού του ΗΣΑΠ, δευτερόλεπτα πριν το πλήθος προλάβει να καλυφθεί μέσα στο κτίριο.

Έξω, στον δρόμο ουδείς έβλεπε τίπο­τα. Υπήρχεν ένα υπέρπυκνο σύννεφο σκόνης που είχε ανασηκωθεί από τις βόμβες που έπεφταν συνέχεια στον λιμένα. Ένα σύννεφο άσπρης σκόνης από χώματα και πέτρες, προκληθέν από όλα τα σπίτια που εκρημνίζοντο, εξετείνετο παντού ως ένα πέτασμα, μια «κουρτίνα»! Ηκούοντο μόνον οι εκρήξεις των βομβών, τα αερο­σκάφη που «εβούιζαν» από επάνω, οι εκρήξεις των αντιαεροπορικών βλημάτων, οι ριπές που έρριπταν συνεχώς. Ήχοι πολλοί, αλλά ορατότης μηδέν. Οι περισσότεροι άνθρωποι στον δρόμο ήσαν προσωπικό του λιμένος, λιμενερ­γάτες, ναυτικοί ή και άλλοι που ευρέθησαν στην περιοχή. Μέσα στα αίματα όλοι. Ένας κρατούσε το κομμένο χέρι του, άλλος την καταματωμένη κεφαλή του. Ήσαν όλοι τραυματίες που έφευγαν από την βομβαρδιζομένη περιοχή για να σωθούν. Οι βόμβες έπιπταν παντού! Στο Χατζηκυριάκειο, στην Δραπετσώνα, στην περιοχήν του κέντρου, κοντά στην Ευαγγε­λίστρια.

Α. Κωνσταντίνου