Ο μείζων βομβαρδισμός του Πειραιώς

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019 - 09:00

Μέρος Α’

Εκείνη η «μαύρη» ημέρα, 11η Ιανουαρίου του 1944, πριν από 75 έτη, έχει παραμείνει  κυριολεκτικώς άσβεστη στην μνήμην όλων των Πειραιωτών, καθώς υπολογίζεται ότι τότε έχασαν την ζωή τους πολυάριθμοι άμαχοι συμπολίτες μας όλων των ηλικιών, κατεστράφησαν ολοσχερώς ή υπέστησαν μεγάλες ζημίες πάμπολλα κτίρια και υποδομές, ενώ εδημιουργήθη μείζον «προσφυγικόν» ρεύμα του πληθυσμού της πληγείσης πόλεως προς την Αθήνα.

Σημειωτέον ότι, σε αυτόν τον βομβαρδισμό εχάθησαν περίπου τα δύο τρίτα του συνολικού αριθμού αμάχων, γερόντων και γυναικοπαίδων, που απώλεσαν την ζωή τους στους εν συνόλω 239 μικρούς ή μεγάλους βομβαρδισμούς του Πειραιώς κατά την διάρκεια του Β' Μεγάλου Πολέμου.

Το ιστορικό και ηθικόν ερώτημα, που παραμένει αναπάντητο επί 7,5 δεκαετίες, είναι αμείλικτο: Ο καταστροφικός και πολυαίμακτος βομβαρδισμός ήταν εσκεμμένη τρομοκρατική ενέργεια των Συμμάχων ή πλήρες και βλακώδες επιχειρησιακό  λάθος, με ούτως ή άλλως παντελή αδιαφορία για την ζωή των Ελλήνων;

Για να κατανοήσουμε τις πτυχές του δράματος πρέπει να εγκύψουμε λεπτομερώς στο γεγονός, στις συστατικές προηγούμενες αιτίες του, καθώς και στα τραγικά του «μεθεόρτια» αποτελέσματα. Οι συστηματικοί αδιάπτωτοι «Συμμαχικοί»  αεροπορικοί βομβαρδισμοί στην «καρδία» του γερμανικού Γ’ Ράϊχ απετέλεσαν το αποτύπωμα ενός απαρτιωθέντος αγγλοαμερικανικού «στρατηγικού δόγματος» το οποίον ηκολούθησε την περί­φημον «Οδηγίαν της Καζαμπλάνκα», τον Ιανουάριο του 1943, σχηματοποιηθείσα σε στρατιωτική μορφή στις 4 Φεβρουαρίου 1943.

Συμφώνως  με κοινήν απόφαση των «Συνδεδυασμένων Γενικών Επιτελείων» [Combined Chiefs of Staff (CCOS)] των κυρίων «Δυτικών Συμμάχων» (ήτοι Βρετανία και ΗΠΑ), η διαβόητος «Διοίκηση Βομβαρδιστικών» [του Πτεράρχου σερ Arthur “Bomber” Harris εφευρέτη του «τρομοκρατικού βομβαρδισμού»] της Βρετανικής Βασιλικής Αερο­πορίας («Royal Air Force» - RAF), καθώς και οι «Αεροπορι­κές Δυνάμεις του Αμερικανικού Στρατού» (United States Army Air Forces - USAAF) θα εσυντόνιζαν τις δυνάμεις τους για την «προοδευτική κατα­στροφή και αποδιάρθρωση του γερμανικού στρατιωτικού, βιομηχανικού και οικονομικού συστήματος, καθώς και την υπονόμευση του ηθικού του γερμανικού λαού, ώστε μοιραίως να εξασθενήσει η ικανότης του για ένοπλο αντίσταση».

Η ιεράρχηση των στόχων έθετε σε πρώτη προτεραιότητα τα σημεία καιρίας σημασίας για την πολε­μική προσπάθεια των Γερμανών, όπως επί παραδείγματι εγκατα­στάσεις υποβρυχίων, εγκαταστάσεις αεροπορικής σημασίας / αεροδρόμια και εργοστά­σια τα οποία εξυπηρετούσαν την γερμανικήν αεροπορία, εργο­στάσια καυσίμων και επίσης τις πάσης φύσεως συγκοινωνίες και πετρελαϊκές εγκαταστάσεις. Η δράση των βομβαρδιστικών ηκολούθησε αυξανομένους φρενήρεις ρυθμούς. Την διετίαν 1943-1945, η συμμαχική αε­ροπορία έρριψε στο γερμανικόν έδαφος 1.356.828 (!) τόνους βομβών διαφόρων τύπων, ενώ το συνο­λικό προσωπικό το οποίον εξυπηρετούσε τις ανάγκες της πολεμικής βιομηχανίας των βομβαρδιστι­κών έφθασε τα 1,8 εκατομμύρια ανθρώπους.

Οι κολοσσιαίοι αυτοί αριθμοί καταδεικνύουν περιτράνως την συγκεκριμένη επιχείρηση ως την μεγαλυτέρας κλίμακος πολεμική δράση στην έως τούδε Ιστορία. Οι Σύμμαχοι επραγματοποίησαν 1.440.000 πτήσεις βομβαρδιστικών και 2.680.000 πτήσεις μαχητικών. Οι πλέον εξελιγμένοι τύποι των βομβαρδιστικών, ήτοι τα αμερικανικά τετρακινητήρια «Β-17 Flying  Fortress-Ιπτάμενο φρούριο» και «B-24 Liberator- Ελευθερωτής», καθώς και τα βαρέα βομβαρδιστικά «Lancaster» της αγγλικής RAF εζύγιζαν 25 τόνους και διέθεταν θωράκιση και πολύ μεγάλες δεξαμε­νές καυσίμων, ώστε να ημπορούν να διανύσουν αφόβως μεγάλες αποστάσεις, δίχως  να προκύπτει το παραμικρόν ζήτημα ανεφοδιασμού.

Είναι ολιγότερον γνωστόν στο ευρύ κοινό ότι, οι ελληνικές πόλεις εβίωσαν εντόνως την εμπειρία των αεροπορικών βομβαρδισμών, τόσον κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πο­λέμου, όσον και κατά την διάρκεια της «Τριπλής Κατο­χής». Όσον διήρκουν οι επιχειρήσεις στο «Αλβανικό Μέτωπο» (Οκτώβριος 1940 - Απρί­λιος 1941), οι επιθέσεις της Ιταλικής «Βασι­λικής Αεροπορίας» («Regia Aeronauticα» - RA) δεν περιορίζοντο αυστηρώς στις ζώνες επιχειρήσε­ων και σε αυστηρώς στρατιωτικές θέσεις, αλλά εστό­χευαν ανηλεώς σε όλες τις πυκνοκατοικημένες περιοχές της χώρας μας ! [Οι Ιταλοί είναι οι πρώτοι διδάξαντες τον γενικευμένο «στρατηγικόν βομβαρδισμό» κατά σρατευμάτων, πόλεων και αμάχων, συμφώνως προς την θεωρία του Στρατηγού Ιουλίου Ντουέ (Giulio Douhet, 1869 –1930), πρωτοποριακού θεωρητικού της αεροπορικής ισχύος.]

Εντός διμήνου, από τις 28 Οκτωβρίου έως τα Χρι­στούγεννα του 1940, 21 ελληνικές πόλεις επλήγησαν αγρίως από την RA, ορισμένες μάλιστα με υπερβολικώς μεγάλη σφοδρότητα. Αν και στην δευτέρα φάση του ελληνοϊταλικού πολέμου εφηρμόσθησαν συντονισμένα μέτρα εκκενώσεως των πόλεων, ο αριθμός των θυμά­των σταδιακώς ηυξάνετο. Από τις επίσημες ανακοινώσεις του τότε «Υφυπουργείου Δημοσίας Ασφαλείας» υπό τον περιβόητον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη προκύπτει ότι, από τις 28 Οκτωβρίου 1940 έως τις 28 Μαρτίου 1941 απώλεσαν  την ζωήν τους 589 άμαχοι, οι τραυ­ματίες υπερέβησαν τους 2.000, ενώ υ­πήρξαν περισσότεροι από 20.000 άστεγοι συμπατριώτες μας. Επιθέσεις είχαν δεχθεί η Αθήνα, ο Πειραιεύς, η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, η Λάρισα (που ήδη είχε καταστραφεί και από τον σεισμό του Μαρτίου), ο Βόλος, η Κέρκυρα, τα Ιωάννινα, η Πρέβεζα, η Καστοριά, η Φλώρινα, το Κιλκίς και το Ηράκλειον. Τον Μάρτιον οι επιδρομές ήσαν σχεδόν καθημερινές.

ΑΛΛΟΙ - ΠΡΟΗΓΗΘΕΝΤΕΣ ΕΧΘΡΙΚΟΙ ΚΑΙ «ΣΥΜΜΑΧΙΚΟΙ» ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΑΤΑ ΤΑ ΕΤΗ 1941- 1942) – Η ιδιαιτέρως  πυκνή δόμηση του Πειραιώς, η σχετικώς επιπολαία και πλημμελής ενημέρωση και εκπαίδευση του πληθυσμού στις τακτικές της «ενεργού αεραμύνης» (λόγω αδιαφορίας ή μερικής αδρανείας του να αποκριθεί στην προπαρασκευαστική προσπάθεια του Εθνικού Κράτους) καθιστούσαν αναπόφευκτες τις επακολουθήσασες μεγά­λες απώλειες ανάμεσα στους αμάχους. Τον Ιανουάριον του 1941 η RA εβομβάρδισεν για πρώτην φορά τις συνοικίες του Πειραιώς, προκαλέσασα ορισμένους θανάτους, τραυματισμούς και την καταστροφήν μερι­κών οικιών. Μάλιστα τρεις νεαροί ηρωικοί φαλαγγίτες της «Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας»-ΕΟΝ έχασαν την ζωή τους προσπαθούντες  να συνδράμουν τραυματισμένους (εφημερίς «Η Καθημερι­νή» - 21 Ιανουάριου 1941). Την 11η Φεβρου­αρίου 1941, 20 άτομα εφονεύθησαν και 11 ετραυματίσθησαν στην συνοικία των Ταμπουριών. Στον Πειραιά ευρίσκετο το με­γαλύτερον -υποτίθεται- αντιαεροπορικό κτίσμα σε ολόκληρο την χώρα, το καταφύγιον της Εθνικής Τραπέζης, το οποίον ημπορούσε να στεγάσει 2.000 άτομα, ωστόσον όμως διέθετε ελλιπή εξαερισμό !

Από τις 7 Απριλίου 1941, ημέραν ενάρξεως του γερμανο-ελληνικού πολέμου και έως την η­μέραν εισόδου των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα (27 Απριλίου), ο Πειραιεύς εβομβαρδίσθη συνεχώς και ανηλεώς. Εντός ενός εικοσαημέρου κατεγράφησαν 55 μείζονες αεροπορικές επιδρομές. Εκτός από τους θανάτους από τις βόμβες, κατεγράφησαν επίσης και αρκετά θύματα στον πληθυσμό εξ αιτίας του επελθόντος πανικού. Ιδιαιτέρως τραγική για τον Πειραιά υπήρξεν η πρώτη ημέρα του Ελληνογερμανικού Πολέμου. Στις 11.00 της 6ης  Απριλίου 1941, ένα γερμανικό αναγνωρι­στικόν αεροπλάνο ενεφανίσθη υπεριπτάμενο του λιμένος του Πειραιώς, προκαλέσαν μεγά­λον αεροπορικό συναγερμό. Έμπροσθεν ενός εκ των καταφυγίων της εγγύς της Ακτής Καλλιμασιώτη «Ελευθέρας Ζώ­νης» του λιμένος- δηλαδή του συγκεκριμένου περιφράκτου φυλασσομένου χώρου, διατιθεμένου ειδικώς για εμπορεύματα από το εξωτερικό με προορισμό πάλι το εξωτερικό, μη υποκείμενα  σε τελωνειακές διατυπώσεις εκτός όταν μέρος αυτών ή όλα εισήγοντο για  χρήση στην πατρίδα μας-, προεκλήθη συνωστισμός λόγω της παρου­σίας πολλών εργατών, περαστικών και κα­τοίκων από τους συνοικισμούς, οι οποίοι κατευθύνοντο συντεταγμένως προς την είσοδον του εν λόγω καταφυγίου.  [Η ακτή Καλλιμασιώτη απετέλει το μείζον λιμενικό συγκρότημα της Ελλάδος, περιλαμβάνουσα  κρηπιδώματα μήκους 2.756 μέτρων, πέντε τεράστιες διώροφες παραλιακές αποθήκες χωρητικότητος 51.000 τόνων, 21 ηλεκτροκινήτους γερανούς εκφορτώσεως εμπορευμάτων από τις προβλήτες απευθείας στις αποθήκες, δύο μεγάλες γερανογέφυρες εκφορτώσεως γαιανθράκων και ύδρευση των σκαφών με νερό απευθείας από τον Μαραθώνα!]

Όταν ένα μικρό νέφος καπνού ενεφανίσθη στο οπίσθιον μέ­ρος του γερμανικού αεροπλάνου (καθώς με αυτόν τον τρόπο δημιουργούσε ευρεία σκιά και ενέτεινε την απεικονιστικήν αντίθεση των επιφανειών, ώστε να προβεί σε ακριβεστέρα  φωτογράφιση επιγείων στόχων), δεν άργησε να προκληθεί πραγματικό τρομώδες πανδαιμόνιον. Τρομαγμένοι πολίτες κατερχόμενοι την λίαν κατωφερή κλίμακα του καταφυγίου, ωθούμενοι  αιφνιδίως εκ των άνω, σε βραχύτατο διάστημα ολίγων λεπτών, σε μία στιγμή,  κατεκρημνίσθησαν και κατεπλακώθησαν κυριολεκτικώς υπό των όπισθεν αυτών ερχομένων. Μια μαρτυρική ανθρωπίνη μάζα είχε περιπλακεί σε έναν προθανάτιο τραγικόν εναγκαλισμό, ενώ κραυγές πόνου και θανάτου αντήχησαν σε ολόκληρο την Ελευθέρα Ζώνη. Ο απολογισμός της συμφοράς ήταν δεκατρείς νεκροί από «σύνδρομον εκ συνθλίψεως» και διπλάσιοι τραυματίες. Όμως η τραγωδία δεν υπήρξεν έναυσμα βελτιώσεως της διαχειρίσεως των καταφυγίων.

Σε άλλη, κανονική γερμανικήν επιδρομή, μία βόμβα έπληξε το Βρετανικό πλοίο «Clan Fraser» (Κλαν Φρέϊζερ) -επ’ ονόματι της ομωνύμου ιστορικής σκωτσέζικης φατριάς Φρέϊζερ-, το οποίον είχεν εισέλθει στον Πειραιά δύο ημέρες ενωρίτερον, μεταφέρον εφόδια και πυρομαχικά. Το«Clan Fraser»,  ήταν κατάφορτο με 250 τόνους εκρηκτικού ΤΝΤ όταν εβομβαρδίσθη και εβυθίσθη στον λιμένα  του Πειραιώς. Από το πλήρωμά του εφονεύθησαν εξ και ετραυματίσθησαν εννέα. Το πλοίον εκαίετο συνεχώς επί πέντε ώρες και εν τέλει  ανετινάχθη με μιαν τρομερά έκρηξη η οποία προεκάλεσε σημαντικές ζημίες στις λιμενικές εγκαταστάσεις, αλλά και σε δεκάδες κατοικίες Πειραιωτών, σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων.

Παρ’ ότι πολλά ακόμη πλοία εβυθίσθησαν εκείνην την νύκτα, ο τρομακτικός ήχος της εκρήξεως του «Clan Raser» και  το πελώριον ωστικόν κύμα που εδημιούργησεν αυτή, απετέλεσαν συλλογικήν εμπειρία εντονοτέρα και της γερμανικής εισβολής στην πρωτεύουσα, αλλά και θλιβερό προοίμιον των βομβαρδισμών που θα επακολουθούσαν. (Απεδείχθη αργότερον ότι η εκρηκτική ύλη του φορτίου που προεξένησε την μεγάλη έκρηξη ήταν η τρομερά «τροτύλη» -τρινιτροτολουόλη (ΤΝΤ). Οι Άγγλοι τότε όχι  μόνον δεν ενημέρωναν τις αρμόδιες αρχές μας για τα μεταφερόμενα υπό των σκαφών τους επικίνδυνα υλικά, αλλά …..καθόριζαν και οι ίδιοι τα σημεία πλευρίσεώς τους εντός του λιμένος!)

Στις 24 και στις 26 Απριλίου, ο πολύπαθος Πειραιεύς εδέχθη σφοδροτάτη επιδρομήν από τα διαβόητα γερμανικά βομβαρδιστικά «καθέτου εφορμήσεως» Ju – 87, «Stuka», τα οποία με τις ακατάπαυστες εφορμήσεις τους απειλούσαν να διακόψουν την εν εξελίξει διαφυγή των βρετανικών στρατευμάτων, αποχωρούντων αμαχητί με πολεμικά πλοία από την Ελλάδα στη βόρειον Αφρική. Οι υλικές ζημίες, οι καταβυθίσεις πλοίων, καθώς και οι ανθρώπινες απώλειες υπήρξαν πράγματι σημαντικότατες.

Όμως ο εξελισσόμενος αεροπορικός πόλεμος βεβαίως και δεν διεκόπη με την έναρξη της Κατοχής, καθώς την ανθρωποκτόνο  σκυτάλη των επιδρομών από τους αεροπόρους του Άξονος παρέλαβαν συντόμως οι «Σύμμαχοί» μας. Επροηγήθη η αγγλική RAF που επραγματοποίησε την πρώτην (εξ όσων γνωρίζουμε) νυκτερινήν επίθεση (6 προς 7 Οκτωβρίου του 1941). Πέντε βομβαρδιστικά έρριψαν  οκτώ φωτιστικές φωτοβολίδες και ηκολούθησαν 30 εκρηκτικές βόμβες και 75 εμπρηστικές βόμβες, οι οποίες έπληξαν μιαν στρατιωτικώς ασήμαντο γερμανικήν αποθήκη υλικού, δύο ήσσονα ιταλικά πολεμικά πλοία, το εργοστάσιον των Λιπασμάτων και μερικά …. ατυχή οικήματα. Συμφώνως  με την γερμανικήν υπηρεσιακήν αναφορά, τα «συμμαχικά» αεροπλάνα επέταξαν σε μέσον ύψος 2.000-4.000 μέτρων, ενώ ο στόχος ήταν λίαν ευχερώς τρωτός, λόγω του εντόνου σεληνόφωτος. Η πυκνή αντιαεροπορική κάλυψη της πόλεως, με βάσεις πυρός τα διάσημα γερμανικά πυροβόλα Flak  («Flugabwhrkanone») των 88 χιλιοστών, εδραζόμενα σε Χατζηκυριάκειο, Προφήτη Ηλία, Ευγένεια Κερατσινίου, Αιγάλεω και Δραπετσώνα καθιστούσαν δυσχερή την προσπάθεια των Βρετανών πιλότων.

Τα αγγλικά βομβαρδιστικά «προσέκρουσαν» στην δραστική φραγή των πυκνοτάτων πυρών  της 449ης Μοίρας Εφεδρικού Πυροβολικού,  των δυο πυροβολαρχιών της 804ης Αντιαεροπορικής Μοίρας (Πυροβολαρχίες 1η  και 4η) και των ισχυρών Ναυτικών Πυροβολαρχιών 1/19, 5/19 και 1/720). Οι γερμανικές μονάδες  δεν είχαν απώλειες,  ενώ αντιθέτως εφονεύθησαν είκοσι πολίτες και  άλλοι τόσοι ετραυματίσθησαν. Την χαραυγή της 13ης  Οκτωβρίου μία διπλή επιδρομή  κατά Δεκελείας και Πειραιώς  …. κατάφερε να φονεύσει δύο ακόμη αθώους Έλληνες πολίτες σε  τέσσερεις μικρούς οικίσκους. Κατά την Πρωτομαγιά του 1942 βρετανικές βόμβες έπληξαν οικήματα  στο κέντρον της πόλεως του Πειραιώς, συντρίβουσες ολοσχερώς μερικές οικίες στις οδούς Ανδρούτσου, Κουντουριώτου και Υψηλάντου. Τον Ιούνιον του 1942, προσετέθησαν περισσότερα αθώα «συμμαχικά»  θύματα, όταν πε­ρισσότεροι από 30 Πειραιείς έχασαν την ζωή τους σε δύο ακόμη συμμαχικές … φιλικές επιδρομές.

Έκτοτε  οι «φιλικές συμμαχικές επισκέψεις» των βομβαρδιστικών έγιναν πολύ αραιές ώστε έπαυσαν εν τέλει να προκαλούν ανησυχίες στον κόσμο. Στην Αθήνα και στον Πειραιά, οι δοκιμαστικοί συναγερ­μοί (οι οποίοι αρχικώς εχρησιμοποιούντο  ως μέσον αναπτύξεως επιχειρησιακής πειθαρχίας για τους Γερμανούς στρα­τιώτες), κατήντησαν λίαν συντόμως κακώς νοουμένη «συνήθεια», ανουσία άχαρη ρουτίνα. Στις αναφορές του LXVIII (68ου) Σώματος Στρα­τού του  Πτεράρχου Χέλμουτ Φέλμυ, επλήθυναν οι περιπτώσεις δηλουμένης αγνοίας ή αδιαφορίας απέναντι στους διενεργουμένους συναγερμούς. Μία νύκτα «δοκιμαστικού συνα­γερμού» τον Ιούνιον του 1944, στρα­τιώτες περιπατούσαν αμέριμνοι στην οδόν Πανε­πιστημίου, στην λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, στην Πλατεία Ομονοίας και στο Φάληρο δηλώνο­ντες  ότι «δεν είχαν ιδέα για τον συναγερμό» ! Μια σύντομος «έρευνα πεδίου» στο πασίγνωστο ξενοδο­χείο «Μπάγκειον» της Ομονοίας, (καθορισθέν από το γερμανικό Φρουραρχείον ως τόπος διανυκτερεύσεως αδειούχων στρατιωτών και βαθμο­φόρων εκ της  επαρχίας), απέδειξεν ότι άπαντες αγνοούσαν πλήρως το σχέδιον συνα­γερμού, αλλά και την αυστηρά διαταγή παραμονής στα καταλύματα ό­ταν πίπτουν βόμβες.

Προφανώς η κατάσταση ήταν χειροτέρα στην περίπτωση των Ελλήνων πολιτών. Ο κόσμος ανοήτως δεν επήγαινε στα καταφύγια, καθώς ήταν ακαθοδήγητος, ενώ δεν υπήρχε κάποια υπεύθυνη εντολή του τύπου: «Βομβαρδισμός, κρυφθείτε». Ο πληθυσμός, ευρισκόμενος έξω, στην ύπαιθρο, παρατηρούσε απαθώς τα αεροσκάφη. Λέγεται ότι υπήρξε μια υπαινικτική προειδοποίηση από την «Φωνή του Λονδίνου», απ’ όπου το Λονδίνο απευθύνετο προς την «Αντίσταση», να είμεθα έτοιμοι διότι θα πληγεί  ο Πειραιεύς, καθώς ήταν  κέ­ντρον συγκοινωνιών, λιμήν και κόμ­βος σιδηροδρομικός, χρησιμοποιούμενος από τους Γερμανούς σε όλες τις πολεμικές μεταφορές τους.  Ατυχώς, καθώς η εποχή των πολ­λών βομβαρδισμών του 1941 είχε παρέλθει, ο κόσμος δεν έδιδε καμία σημασία.

Α. Κωνσταντίνου