Ο Κόκκινος Δεκέμβρης και κάποιες σκληρές αλήθειες για την ξενοκίνητη αριστερά και την ξενόδουλη δεξιά

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018 - 07:28

Ο Κόκκινος Δεκέμβρης και κάποιες σκληρές αλήθειες για την ξενοκίνητη αριστερά και την ξενόδουλη δεξιά

Επί σειράν ετών τέτοιες μέρες, αρχές Δεκεμβρίου, το επίσημο κράτος διοργάνωνε εορτές στο χώρο του Συντάγματος Χωροφυλακής Μακρυγιάννη δια να τιμήσει τους πεσόντες κατά την καταστολή του κομμουνιστικού κινήματος του 1944 στην Αθήνα. Μετά την Μεταπολίτευση οι εορτασμοί συνεχίστηκαν από το καραμανλικό κράτος αλλά πιο υποτονικοί. Ήταν η εποχή που η αστική μασονοδεξιά είχε μεν ακόμη ανάγκη από τις ψήφους των αντικομμουνιστών και των οικογενειών των θυμάτων αλλά αλληθώριζε συγχρόνως και προς τον ψευδοσοσιαλισμό της αριστεράς. Με την έλευση της σοσιαλιστικής μπουρζουαζίας των Παπανδρέου - Μινέικο, το 1981, οι εορτασμοί καταργήθηκαν.

Ο Δεκέμβρης του 1944 ήταν το αποκορύφωμα του διχασμού του ελληνικού λαού, οι ρίζες του οποίου φτάνουν μέχρι τον περίφημο διχασμό του 1915-22. Μια μερίδα Ελλήνων τυφλωμένων από την κομμουνιστική ιδεοληψία, πιστεύοντας σε ένα καλύτερο (όπως αυτοί το όριζαν) μέλλον, κατ’ ουσίαν καθοδηγούμενοι από το Κ.Κ.Ε., έστρεψαν τα όπλα εναντίον της κρατικής εξουσίας καθώς και εναντίον των δυνάμεων της Αστυνομίας και Χωροφυλακής, με σκοπό να καταλύσουν το αστικό κράτος που τότε μόλις αναδιοργανωνόταν μετά την αποχώρηση των Γερμανών, και να εγκαθιδρύσουν στην Ελλάδα κομμουνιστικό καθεστώς.

Ο κεντρικός πυρήνας των κινηματιών ήσαν άτομα τυχοδιωκτικά, με ελαστική εθνική συνείδηση, κατ’ ουσίαν αρνησιπάτριδες, αφού στις επίσημες επιδιώξεις τους ήταν και η δημιουργία δύο νέων κρατών στη Βαλκανική, της αυτόνομης Μακεδονίας και της αυτόνομης Θράκης. Στις τάξεις των κομμουνιστών ευρίσκοντο παρασυρμένοι και χιλιάδες Ελλήνων, σαγηνευμένοι από τα απατηλά μηνύματα της κομμουνιστικής ιδεολογίας.

Ουδείς μπορεί να αρνηθεί ότι κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής ανταρσίας τον Δεκέμβριο του 1944 έγιναν φρικτά εγκλήματα από πλευράς των κομμουνιστών. Το αίμα φέρνει αίμα και η βία γεννάει βία. Ο έλληνας κομμουνιστής του 1944 άφησε να φανούν και να δράσουν τα χαμηλότερα - ζωώδη ανθρώπινα ένστικτα.

Η κομμουνιστική ανταρσία του 1944 ήταν πραγματικά μια «χαμένη επανάσταση». Το μέλλον της Ελλάδος είχε ορισθεί στις συναντήσεις της Μόσχας μεταξύ Στάλιν και Τσώρτσιλ. Τα σοβιετικά στρατεύματα δεν πέρασαν τα σύνορα και παρέμειναν στη Βουλγαρία. Η Ελλάς στη μοιρασιά του κόσμου από τους μεγάλους συμμάχους είχε περάσει στην αγγλοαμερικανική σφαίρα επιρροής και αυτό δεν θα μπορούσε να αλλάξει με τίποτα.

Η αστική δεξιά όλα αυτά τα μεταπολεμικά χρόνια στα πλαίσια της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας είχε τον Κόκκινο Δεκέμβρη σαν το ισχυρότερο άλλοθι και σαν το μεγάλο της χαρτί. Ο στείρος αντικομμουνισμός της που λειτουργούσε πάντα για ψηφοθηρικούς λόγους αλλά και για να αποδείξει στους αφέντες της Αμερικανούς ότι η ελληνική δεξιά είναι το καλό παιδί του δυτικού κόσμου, στηρίχτηκε σε μια πτωματολογία που άγγιξε τα όρια της νεκροφιλίας.

Τιμούμε τους αδικοχαμένους νεκρούς του Δεκεμβρίου του 1944 και σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητούμε ότι ο κομμουνισμός έδειξε και στην Ελλάδα το βάρβαρο πρόσωπό του. Θωράκιση όμως έναντι των ιδεών του κάθε είδους διεθνισμού δεν είναι η πτωματολογία αλλά το χτίσιμο ενός ισχυρού τείχους υγιών εθνικών ιδεών. Ο αντικομμουνισμός δεν αποτελούσε και δεν αποτελεί ιδεολογία. Η απλή άρνηση σε μια θέση δεν αποτελεί από μόνη της θέση. Έτσι λοιπόν αυτή η άτεχνη προπαγάνδα του αστικού κράτους και της δεξιάς κατέληξε σε ένα μπούμερανγκ εναντίον της και έγινε αιτία να αμφισβητούνται πλέον τα επίσημα γεγονότα και οι αριθμοί και να παραχαράσσεται η πραγματική Ιστορία του Δεκεμβρίου του 1944.

Φαιδρό επιχείρημα των δεξιών ήταν όλα αυτά τα χρόνια ότι «ευτυχώς που το Δεκέμβριο του 1944 μας έσωσαν οι Άγγλοι». Και είναι φαιδρό γιατί κατ’ ουσίαν αυτοί ήσαν οι μεγάλοι υπεύθυνοι για να φθάσουμε στο Δεκέμβριο του 1944. Ο Στάλιν ευρίσκετο μακράν. Δεν ενδιαφερόταν για την Ελλάδα. Ούτε είχε τη διάθεση να παραβιάσει τα μόλις συμφωνηθέντα όταν και αυτός ο ίδιος ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Οι Εγγλέζοι ήσαν αυτοί που στήριξαν το κομμουνιστικογενές ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με όπλα, εφόδια και λίρες. Οι Εγγλέζοι μας έφεραν τους κομμουνιστές το 1944.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα πώς αντιμετώπιζαν τα ελληνικά πράγματα  οι Άγγλοι αρκεί να παραθέσουμε το απόσπασμα από τηλεγράφημα του Τσώρτσιλ προς τον στρατηγό Σκόμπυ στις 5 Δεκεμβρίου του 1944:  «Μην διστάσετε σε κάθε περίπτωση να ενεργείτε ωσάν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη».

Ο ρόλος των Εγγλέζων φαίνεται επίσης ξεκάθαρα  με την πρόσφατη αποκάλυψη που είδε το φως της δημοσιότητος ότι είχαν πρόθεση να αποστείλουν στην Ελλάδα τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις που θα εχρησιμοποιούντο σαν αστυνομικές μονάδες. Από τη μια οι έλληνες κομμουνιστές  ήθελαν αυτόνομη Μακεδονία και Θράκη και από την άλλη οι άγγλοι δημοκράτες, τους Τούρκους ως εγγυητές της ειρήνης και ασφάλειάς μας.

Τελικά, όσο κι αν βαρύνει τους έλληνες κομμουνιστές και το ΚΚΕ το έγκλημα του Δεκεμβρίου 1944, άλλο τόσο βαρύνει και τους Άγγλους. Οι Άγγλοι μαζί με τους Ινδούς, οπλισμένοι σαν αστακοί, με τα άρματά τους στους δρόμους της Αθήνας, σκότωναν Έλληνες. Και αυτό είναι που έχει σημασία.

Δυστυχώς, μετά τον Δεκέμβριο του 1944 ακολούθησε μια εποχή αγγλοκρατίας κατά την οποίαν τα φερέφωνά της, η δεξιά και το Παλάτι, εφάρμοσαν μια διχαστική πολιτική που συνέτεινε στο να επιχειρήσει η αριστερά, και πάλι δια των όπλων, την άλωση της εξουσίας (1946-49). Ο Γεώργιος Β΄ αρνήθηκε πολλές φορές να επιδείξει την μεγαλοψυχία του ηγέτη βασιλέως και δεν υπέγραψε χάρη σε θανατοποινίτες κομμουνιστές. Δυστυχώς η ελληνική δημοκρατία, «δικτατορία» της δεξιάς, αρνήθηκε να ακολουθήσει το παράδειγμα μιας άλλης δικτατορίας αυτής του στρατηγού Φράνκο που προσπάθησε να επουλώσει τις πληγές του εμφυλίου πολέμου ανεγείροντας ένα μεγάλο μνημείο, το Βάλιε ντε Λος Καϊδος ( Η Κοιλάδα των Πεσόντων) όπου ετάφησαν μαζί οι κυβερνητικοί και οι κομμουνιστές με τους επαναστάτες στρατιωτικούς και Φαλαγγίτες.

Η καρικατούρα της δήθεν εθνικής συμφιλίωσης της δεκαετίας του ’80 ουδεμία σχέση έχει με την πραγματική εθνική συμφιλίωση που μόνο ένα ισχυρό εθνικό κράτος μπορεί να επιβάλλει. Ήταν και είναι μία μονόπλευρη εθνική συμφιλίωση. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια αντεκδικητική αντιστροφή στα χνάρια της τακτικής της δεξιάς. Ούτως ή άλλως δεκαετίες μετά, νικητής είναι ο διεθνισμός. Ό,τι δεν κατάφεραν οι κομμουνιστές το 1944 με τα κηρύγματα του διεθνισμού, με τον διαμελισμό της Ελλάδος και την φυλετική της αλλοίωση από τους βόρειους γείτονες, προσπαθούν να το καταφέρουν οι πολιτικοί τόσο της δεξιάς όσο και του ψευδοσοσιαλισμού με την επιβολή της χίμαιρας της παγκοσμιοποίησης και της φυλετικής αλλοίωσης του λαού μας.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τα πραγματικά φαντάσματα του παρελθόντος, δηλαδή κάποιους υπέργηρους κομμουνιστές που θα βγουν στα Μ.Μ.Ε. για να θυμηθούν τις «ηρωικές στιγμές» του «Κόκκινου Δεκέμβρη», η ύπαρξή τους μας βρίσκει εντελώς αδιάφορους.

Η μεγάλη νίκη ανήκει στη δύναμη του μέλλοντος, δηλαδή στον επαναστατικό εθνικισμό της Χρυσής Αυγής, αυτού του κινήματος των νέων ανθρώπων στις τάξεις του οποίου βρίσκονται οι εγγονοί και των γενναίων υπερασπιστών του Συντάγματος Χωροφυλακής Μακρυγιάννη αλλά και των κομμουνιστών που το πολιορκούσαν. 

ΧΡΗΣΤΟΣ Η. ΠΑΠΠΑΣ