Μνήμη ενός κοσμικού στοχαστή

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019 - 12:00

Μνήμη ενός κοσμικού στοχαστή

Μέρος  4

O Ρενέ Γκενόν είναι βέβαιον ότι δεν ημπορεί να κατηγορηθεί για οιασδήποτε μορφής εχθροπάθεια ή έστω μισαλλοδοξία σε βάρος άλλων ανθρώπων ή λαών. Κύριο και μείζον ελάττωμά του υπήρξε μάλλον η  εμμονική του προσπάθεια  να αναζητά λεπτομερέστατα λογικές συνεπαγωγές  στην ανθρωπίνη θρησκευτικότητα, πράγμα που τον αποστασιοποίησεν αρκούντως από την εθνική – γαλλική και γενικότερον την ευρωπαϊκή παράδοση και τον οδήγησε σε ολισθηρές  εξωτικές ατραπούς και εν τέλει σε ψυχοδιανοητική απομόνωση.

Για τον Γκενόν ο σύγχρονος κόσμος ευρίσκεται τώρα βαθύτατα βυθισμένος στην  «σκοτεινή εποχή», στην Kali-Yuga της ινδουιστικής παραδόσεως, η οποία χαρακτηρίζεται από φαινόμενα συγχύσεως, φθοράς και εκφυλισμού. Η Ιερά Παράδοση, της αληθείας και του φωτός, καθισταμένη ολοέν και πλέον κρυφή και απρόσιτος για την ανθρωπότητα στο σύνολόν της, θα είναι προσβάσιμος μόνον σε έναν μικρό κύκλο μυημένων, αυτών που συνειδητοποίησαν ότι κατέχουν την «ιερά επιστήμη» και την καλλιεργούν.

Σε μια σειρά μελετών, οι οποίες εντυπωσιάζουν με το εύρος των γνώσεων, το βάθος του δόγματος και την διαύγειαν της παρουσιάσεώς τους, ο Γκενόν πασχίζει να εντοπίσει αυτήν την επιστήμη στο σώμα των συμβόλων και στην γνώση του περιεχομένου στα κείμενα των μεγάλων παραδόσεων του σουφισμού, στην μεταφυσική των εικαστικών τεχνών, στο Αριστοτελικόν  δόγμα περί φύσεως και κόσμου, σε ένα μαγικοθρησκευτικό ποίημα όπως η δαντική «Θεία κωμωδία» ή ακόμη και στην προσπάθειαν αναλυτικής αποκωδικοποιήσεως του ιουδαϊκού καμπαλισμού. Δεν εδίστασε μάλιστα να αναγνωρίσει την αρχικήν ενότητα της ιεροσύνης και της βασιλείας, στο μυστηριώδες πρόσωπο του «Βασιλέως του Κόσμου», (ουδεμίαν σχέση έχοντος με τον πονηρό, «βασιλέα του κόσμου τούτου»), πρόσωπο του κοσμικού αγαθοποιού άρχοντος, ο οποίος  «ακτινοβολεί την αύρα του στο υπόγειο μυστικό βασίλειον της Αγκάρθα».

Ο Γκενόν ήταν πεπεισμένος ότι μόνον η Ανατολή διατηρούσε τις παραδοσιακές αξίες και μαζί τους την δυνατότητα επανεκκινήσως  και πνευματικής συνειδητοποιήσεως του Ιερού. Επίστευεν ανεπιφυλάκτως στην λατινικήν έκφραση «ex Oriente lux», που μεταφράζεται κυριολεκτικώς ως «εξ ανατολής φως». Στην Δύση, ωστόσον, αυτή η πιθανότης του Ιερού είχε κατ’ αυτόν ήδη διακυβευθεί και μόνον «οι υψηλότερες Δυτικές παραδόσεις, η Αριστοτελική και η Καθολική» εξακολουθούν να διατηρούν κάποια ίχνη της. Εθεώρησεν ιδίως ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, λόγω της παραδόσεώς της ως «κατήχηση» και ο Ελευθεροτεκτονισμός, λόγω του μυητικού του δρωμένου ως «λειτουργική», ήσαν τα μόνα όργανα στην Δύση, στα οποία εναπέθετε εν μέρει κάποιαν ελπίδα ανασυγκροτήσεως της αρχεγόνου Παραδόσεως, ως στοιχειώσεως και ιερουργίας. Ακόμη και όταν προέβη στην «αιγυπτιακή απόσυρσή» του δεν έπαυσε να είναι εμφανής η υποδοχή που επεφυλάχθη στην διδασκαλία του, από εξόχως καλλιεργημένους κύκλους της Δύσεως.

Ο λόγος του υπήρξεν  αυστηρός, οξυδερκής και επισκοπικός. Εκατηγόρησε σφοδρώς την θεοσοφία ως ψευδή θρησκεία με δολίους σκοπούς, ενώ επέκρινε πολλούς ανατολιστές της εποχής του για προκατάληψη και εθελοτύφλωση.   Στο βιβλίον του «Η βασιλεία της ποσότητος και τα σημεία των καιρών», (12ο κεφάλαιο) γράφει, μεταξύ άλλων:

{« (…) Το πλέον απίστευτον όμως εξ όλων, είναι το κύριον επιχείρημα που προβάλλουν τούτοι οι νεοφανείς “προπαγανδιστές” ώστε να δικαιολογήσουν την στάση τους. Ένας από αυτούς έγραφε προσφάτως, ότι αν αληθεύει πως άλλοτε εχρειάζετο να υπάρχουν περιορισμοί στην διάδοση ορισμένων γνώσεων, δεν συντρέχει πλέον λόγος να διατηρούνται και σήμερον οι περιορισμοί, διότι (αντιγράφουμε επί λέξει για να μην νομίσει κάποιος ότι μεγαλοποιούμε τα λεγόμενα του) «το μέσο μορφωτικό επίπεδο ανέβηκε και τα πνεύματα είναι έτοιμα να δεχθούν τη διδασκαλία στο σύνολό της». Εδώ καθίσταται ολοφάνερη η σύγχυση ανάμεσα στην παραδοσιακή διδασκαλία και την βέβηλη εκπαίδευση, σύγχυση η οποία δηλώνεται με την λέξη «μόρφωση», που έχει γίνει στις ημέρες μας ένας από τους πλέον κοινοτόπους όρους. Αυτή η «μόρφωση» δεν έχει την παραμικρά σχέση με την παραδοσιακή διδαχή ούτε λαμβάνει υπ' όψη της την ικανότητα προσλήψεως του μαθητή. Επιπλέον, αφού η αποκαλουμένη «ανύ­ψωση του μέσου επιπέδου» απαιτεί αναποφεύκτως ως αντάλλαγμα τον αφανισμόν της πνευματικής ελίτ, ημπορεί να ειπωθεί πως η «μόρφωση» αντιπροσωπεύει το ακριβώς αντίθετον της προετοιμασίας για την λήψη της παραδοσιακής γνώσεως.

Εξ άλλου, είναι να απορεί κανείς πως ένας Ινδός (γιατί αυτός που αναφέραμε ανωτέρω είναι Ινδός – εννοεί εδώ τον διαβόητο ψευδο-Μεσσία Κρισναμούρτι) ημπορεί να αγνοεί παντε­λώς σε ποία φάση της Κάλι-Γιούγκα ευρισκόμεθα σήμερον, αφού φθάνει σε σημείο να ειπεί πως «ήλθε ο καιρός οπότε το όλον σύστημα της Βεδάντα («το τέλος των Βεδών» ο μυστικός κλάδος του Ινδουϊσμού) ημπορεί να παρουσιασθεί αυτούσιο στο κοινό», ενώ και η ελαχίστη ακόμη γνώση των κυκλικών νόμων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, οι καιροί είναι ολιγότερον από ποτέ ευνοϊκοί για κάτι τέτοιο. Αν η Βεδάντα ήταν ανέκαθεν αδύνατο να μεταδοθεί στο «πλατύ κοινό», για το οποίον άλλωστε δεν επροορίζετο, πόσο μάλλον αυτό δεν είναι κατορθωτό στην σημερινή εποχή, όπου είναι περισσότερον από ποτέ φανερά η ακατανοησία του «πλήθους». Άλλωστε η αλήθεια είναι ότι για τον ίδιο λόγο οτιδήποτε έχει αληθώς βαθύ παραδοσιακό περιεχόμενο και συνεπώς ανταποκρί­νεται στο «σύνολο της διδασκαλίας» (γιατί αν αυτή η έκφραση έχει κάποια πραγματικήν αξία πρέπει να περιλαμβάνει και την γνη­σία μυητική διδασκαλία) γίνεται παντού όλο και δυσκολότερον προσιτό, εξ αιτίας της εισβολής του συγχρόνου βεβήλου πνεύμα­τος. Πώς, λοιπόν, ημπορεί κανείς να παραγνωρίζει την πραγματι­κότητα σε σημείον ώστε να βεβαιώνει το ακριβώς αντίθετο, και μάλιστα με τόσην ηρεμία ωσάν να διακηρύσσει την πλέον αδιαφιλονίκητο αλήθεια;

Στην περίπτωση του συγγραφέως που παραθέσαμε ανωτέρω ως τυπικόν παράδειγμα με σκοπό να «σκιαγραφήσουμε» μιαν ορισμένου είδους νοοτροπία, όπως και σε όλες τις παρόμοιες με αυτήν περι­πτώσεις, τα επιχειρήματα που προβάλλονται για να δικαιολογηθεί το όψιμον ενδιαφέρον για την ευρεία διάδοση της Βεδαντικής διδασκαλίας στις ημέρες μας, είναι εξ ίσου περίεργα. Επικαλούνται, κατ' αρχάς, «την εξέλιξη των κοινωνικών ιδεών και των πο­λιτικών καθεστώτων». Αλλά ακόμα και εάν οι αλλαγές που παρατηρούνται αποτελούσαν πράγματι «εξέλιξη» (το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι προς ποια κατεύθυνση), η φύση τους είναι τέτοια ώστε δεν «συμβάλλουν» περισσότερον στην κατανόηση μιας μεταφυσικής διδασκαλίας απ' όσον «συμβάλλει» η διάδοση της βεβήλου εκπαιδεύσεως. Αρκεί να ιδούμε πόσην ζημία έχουν προκαλέσει στην γνώση των παραδοσιακών αληθειών οι πολιτικές ενασχο­λήσεις, σε όποια χώρα της Ανατολής έχουν εισδύσει, για να πει­σθούμε ότι θα ήταν σωστότερο να ομιλούσαμε για ασυμβατότητα, τουλάχιστον στην πράξη, παρά για συμφωνία μεταξύ της συγκεκριμένης «κοινωνικής εξέλιξης» και της πνευματικής αναπτύξεως. Πράγματι, δεν βλέπουμε τι σχέση ημπορεί να έχει η «κοινωνική ζωή» με την καθαρά βέβηλη έννοια που της δίδουν οι σημερινοί άνθρωποι, με την πνευματικότητα, μόνον εμπόδια της παρεμβάλλει και τίποτε άλλο. Αντιθέτως, όταν η κοινωνική ζωή ολοκληρώνετο στους κόλπους ενός παραδοσιακού πολιτισμού, οι δεσμοί με­ταξύ τους ήσαν πολύ ισχυροί. Αλλά ακριβώς η σύγχρονη νοοτρο­πία είναι που τους κατέστρεψε ή προσπαθεί να τους καταστρέψει και στα μέρη όπου ακόμη διατηρούνται. Τι ημπορεί λοι­πόν να περιμένει κανείς από μιαν «εξέλιξη» που κύριο γνώρισμά της είναι η ά­μεση αντίθεση σε κάθε πνευματικότητα.

Ό ίδιος συγγραφεύς προβάλλει έναν ακόμη λόγο: «Άλλω­στε», λέγει, «για την Βεδάντα ισχύει ό,τι και για τις επιστημονικές αλήθειες. Δεν υπάρχουν πλέον στις ημέρες μας επιστημονικά μυστι­κά. Η επιστήμη κοινολογεί και τις πλέον πρόσφατες ανακαλύψεις». Πράγματι, η βέβηλη επιστήμη είναι κατασκευασμένη αποκλειστικώς για το «πλατύ κοινό». Αφ’ ότου εγεννήθη, ο μόνος λόγος υπάρξεώς της είναι αυτός. Είναι ολοφάνερον ότι δεν είναι τίποτα περισσότε­ρον από αυτό που φαίνεται, διότι ενδιαφέρεται αποκλειστικώς για την επιφάνεια των πραγμάτων και αυτό συμβαίνει όχι για λόγους αρχής, αλλά εξαιτίας της απουσίας δεσμών με υπερβατικές αρχές.  Ασφαλώς και δεν περιέχει τίποτα που να αξίζει τον κόπο να κρατηθεί μυστικό, ή, για να το εκφράσουμε καλύτερον, κάτι που να αξίζει να διαφυλαχθεί προς χρήση μιας ομάδος επιλέκτων, η οποία εξ άλλου δεν έχει καθόλου ανάγκην από τέτοιου είδους γνώ­σεις. Αναρωτόμεθα  μόνον, τι είδους εξομοίωση ημπορεί να κα­θιερωθεί ανάμεσα στις υποτιθέμενες αλήθειες και στις «πλέον πρόσ­φατες ανακαλύψεις» της βεβήλου επιστήμης, με τις διδασκαλίες της Βεδάντα η οποιουδήποτε άλλου παραδοσιακού δόγματος, έστω και του πλέον εξωτερικού από αυτά; Εδώ παρατηρεί κανείς την ιδία σύγχυση που αναφέραμε προηγουμένως, και νομίζουμε ότι δικαιούμεθα να ερωτήσουμε : Μέχρις ποίου σημείου ένας άνθρω­πος που την υποστηρίζει με τόσην επιμονή, είναι σε θέση να κατανοήσει τις διδασκαλίες που θέλει να διδάξει; Ανάμεσα στο παραδοσιακό και στο σύγχρονο πνεύμα δεν χωρά κανείς συμβιβασμός και κάθε υποχώρηση που γίνεται χάριν του τελευταίου απο­βαίνει αναγκαστικώς εις βάρος του πρώτου, επειδή, κατά βάθος, το σύγχρονο πνεύμα δεν είναι παρά η άρνηση όλων όσων συνι­στούν το παραδοσιακό πνεύμα.

Η αλήθεια είναι ότι το σύγχρονον πνεύμα προκαλεί, σε όλους όσους επηρεάζει στον έναν η τον άλλον βαθμό, πραγματική απέ­χθεια προς το μυστικό και προς όλα όσα ομοιάζουν να είναι ολίγο­ν έως πολύ κρυφά, σε οποιοδήποτε πεδίο και αν ανήκουν. Ωστόσον, δεν ημπορούμε να ειπούμε ακριβώς πως η «εκλαΐκευση» των παραδοσιακών διδασκαλιών είναι επικίνδυνη, τουλάχιστον εφ’ όσον έχει να κάνει μόνον με την θεωρητική τους πλευρά. Θα ήταν απλώς ανώφε­λη, ακόμα και αν ήταν δυνατή. Στην πραγματικότητα όμως οι εσώτερες αλήθειες ανθίστανται από την ίδια τους την φύση σε κάθε είδους «εκλαΐκευση»: Με όσην σαφήνεια και αν τις εκθέσει κανείς - υπό την προϋπόθεση βέβαια να τις παρουσιάσει ως έχουν, χωρίς να διαστρεβλώσει το πραγματικό τους νόημα - δεν θα γίνουν κα­τανοητές παρά μόνον από εκείνους που είναι ικανοί να τις κατα­νοήσουν, ενώ για τους υπολοίπους θα είναι ωσάν να μην υπάρ­χουν.

Δεν ομιλούμε εδώ για την «πραγμάτωσή» τους και τις μεθόδους τις κατάλληλες γι' αυτήν, διότι, από αυτήν την άποψη, δεν υπάρχει απολύτως τίποτα που να ημπορεί να έχει ουσιαστικήν άξία αν δεν λαμβάνει χώρα στους κόλπους μιας κανονικής μυητικής οργανώσεως, από θεωρητικήν άποψη όμως επιβάλλεται να είναι κανείς επιφυλακτικός, όταν οι συνθήκες δεν είναι κατάλληλες, δηλα­δή καθαρώς για λόγους περιστάσεων, οι οποίες δεν πρέπει να πα­ραβλέπονται. Κατά βάθος, το πραγματικό μυστικό, το οποίον άλλωστε είναι το μόνο που δεν ημπορεί ποτέ να αποκαλυφθεί με κανέναν τρόπο, κατοικεί αποκλειστικώς στο ανέκφραστο, γι' αυτόν τον λόγο και δεν είναι ανακοινώσιμο. Μέσα δε σε κάθε αλήθεια υπερβατικής τάξεως υπάρχει ένα ανέκφραστο μέρος, εκεί ουσιαστικώς ευρίσκεται, η βαθυτέρα σημασία του μυητικού μυστι­κού. Ένα εξωτερικό μυστικό, όποιο και αν είναι, δεν έχει ποτέ καμίαν αξία εκτός από εκείνην ενός συμβόλου η μιας εικόνος του μυη­τικού μυστικού, ή, ορισμένες φορές, μιας ωφελίμου «αγωγής». Αλλά όπως είναι ευνόητον, η έννοια και ο προορισμός αυτών των πραγμάτων εκφεύγουν εντελώς από τα διανοητικά πλαίσια και την εμβέλεια της συγχρόνου νοοτροπίας, και η ακατανοησία περί αυτά γεννά φυσικώς την αποστροφή. Εξ άλλου, ο μέσος άνθρωπος αισθάνεται πάντα έναν ενστικτώδη φόβο για ό,τι δεν ημπορεί να κατανοήσει και ο φόβος γεννά λίαν ευκόλως την εχθρότητα, έστω και αν κανείς πιέζει ταυτοχρόνως τον εαυτόν του για να αποβάλλει τον φόβον, αρνούμενος την ύπαρξη της αληθείας που δεν κατανοεί. Λόγω αυτού υπάρχουν μερικές αρνήσεις που ομοιάζουν πράγματι με κραυγές λύσσης, όπως, για παράδειγμα, εκείνες των «ελεύθερα σκεπτόμε­νων» ανθρώπων -όπως αυτοαποκαλούνται- αναφορικώς με οτι­δήποτε σχετίζεται με την θρησκείαν.

Η σύγχρονος νοοτροπία έχει λοιπόν διαμορφωθεί έτσι, ώστε να μην ημπορεί να ανεχθεί κανένα μυστικό, ούτε καν κάποιαν επι­φύλαξη. Επειδή αγνοεί τους λόγους της υπάρξεώς τους, νομίζει πως «αυτά τα πράγματα αποτελούν προνόμια» που καθιερώθη­σαν μόνον για την ωφέλεια ορισμένων, επιπλέον δε, δεν ημπορεί να ανεχθεί κανένα είδος υπεροχής.  Εάν επιχειρούσε κανείς να της εξηγήσει ότι τα «προνόμια», όπως τα αποκαλεί, βασίζονται ουσιαστικώς στην ιδία την φύση των όντων και πουθενά άλλού, θα έχανε τον χρόνο του, διότι θα προσέκρουε στον έμμονο «εξισωτι­σμόν» της. Όχι μόνον καυχάται, εντελώς αδικαιολογήτως, ότι εξά­λειψε, με τη βοήθεια της αποκλειστικώς «ορθολογιστικής» επιστή­μης και φιλοσοφίας της, κάθε «μυστήριον» με την γνωστοποίησή του στο «πλατύ κοινό», αλλά καλλιεργεί επίσης την απέχθεια προς το «μυ­στικό» σε όλα τα πεδία, ακόμα και στην λεγομένη «καθημερινή ζωή».

Όμως ένας κόσμος όπου τα πάντα θα εγίνοντο «κοινά», θα είχε έναν χαρακτήρα αληθώς τερατώδη. Λέμε «θα εγίνοντο», διότι, παρά τις προσπάθειες ορισμένων, δεν έχουμε φθάσει σε αυτό το έσχατο σημείο και δεν θα φθάσουμε ποτέ εκεί πραγματικώς, επειδή πρόκειται πάντα για μια «οριακή» κατάσταση. Αλλά μια τέτοια κατάσταση επιδιώκεται αναμφιβόλως από όλες τις πλευρές, και σε συνάρτηση με αυτό θα ημπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι πολλοί από τους φαινομενικώς πολεμίους της «δημοκρατίας» δεν κάνουν τελικώς τίποτε άλλο από το να δίδουν, στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δυνατό, περαιτέρω ώθηση στις συνέπειές της, επειδή είναι και οι ίδιοι, κατά βάθος, εξ ίσου με εκείνους που θεωρούν αντιπάλους τους δια­ποτισμένοι από το σύγχρονο πνεύμα.

Για να αναγκάσουν τους ανθρώπους να ζουν όσο το δυνατόν πλέον «δημοσίως», δεν αρκούνται στο να τους συγκεντρώνουν «μαζικώς» με κάθε ευκαιρία και υπό οποιοδήποτε πρόσχημα. Θέλουν επιπροσθέτως να τους εγκαταστήσουν, όχι απλώς σε «κλωβούς» όπως ελέγαμε προηγουμένως, αλλά κυριολεκτι­κώς σε «υάλινους κλωβούς», διαρρυθμισμένους με τέτοιον τρόπο ώστε ακόμη και να τρώνε «από κοινού». Οι άνθρωποι που είναι ικανοί να υπομείνουν μια τέτοια ζωή, έχουν πραγματικώς εκπέσει σε ένα «υπανθρώπινο» επίπεδο, στο επίπεδο, αν θέλετε, των εντόμων όπως οι μέλισσες και τα μυρμήγκια. Επιχειρείται άλλωστε με κάθε μέσο να τους «οργανώσουν» με τέτοιον τρόπον, ώστε να μην διαφέρουν μεταξύ τους περισσότερον από τα άτομα αυτών των ζωικών ειδών, αν όχι ακόμη ολιγότερον.

Καθώς δεν έχουμε καθόλου την πρόθεση να εισέλθουμε σε λεπτομέρειες προβαίνοντες σε ορισμένες «προβλέψεις» που ευκόλως διαβλέπον­ται και λίαν συντόμως θα υπερκερασθούν από τα γεγονότα, δεν θα  επιμείνουμε περισσότερον επάνω σε αυτό το θέμα και μένουμε ικανοποιημένοι εάν καταφέραμε να δώσουμε, συνοπτικώς, τόσον μια εικόνα της σημερινής καταστάσεως πραγμάτων όσον και της τάσεως η οποία αναμφιβόλως θα εξακολουθήσει να κυριαρχεί στο μέλλον, τουλάχιστον επί ορισμένο διάστημα ακόμη. Η απέχθεια προς το μυστικό δεν είναι κατά βάθος παρά μία μορφή του μίσους προς όλα όσα υπερβαίνουν το «μέσο» επίπεδο και προς το κάθε τι που εκφεύγει από την ομοιομορφία την οποίαν θέλουν να επιβάλλουν σε όλους. Και όμως, μέσα στον ίδιο τον σύγχρονο κόσμο υπάρχει ένα μυστικό που φυλάσσεται καλύτερον από κάθε άλλο: Είναι η τρομερά δύναμη υποβολής που κατεσκεύασε και συντηρεί την υπάρχουσα νοοτροπία, και η οποία την συνέθεσε και τη «εμηχανεύθη», θα ελέγαμε, με τέτοιον τρόπον ώστε ο κόσμος να μην είναι σε θέση να παραδεχθεί όχι μόνον την ύπαρξη αλλά ακόμα και την δυνατότητα υπάρξεως αυτής της υποβλητικής δυνάμεως, οπότε  αυτό είναι ασφαλώς το καλύτερο μέσον, ένα μέσον αληθώς “διαβο­λικής” εμπνεύσεως, ώστε να μην αποκαλυφθεί ποτέ αυτό το μυστικό.»}

Ως εξέχων υπερασπιστής της παραδοσιακής μεταφυσικής και της φιλοσοφίας της επιστήμης, ο Γκενόν έπαιξε κατά τον 20ον  αιώνα, σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη μιας εξαιρετικώς κρισίμου θέσεως απέναντι σε αυτό το οποίον ο (γεννηθείς το 1930) καθολικός Γερμανός φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός και επιστημολόγος  Βόλφγκανγκ Σμιθ εχαρακτήρισεν ως σύγχρονον «επιστημονισμό». Παρ’ όλον που ο Γκενόν παρέμεινε σχετικώς άγνωστος στους δυτικούς ακαδημαϊκούς κύκλους, λόγω της ανηλεούς κριτικής του για την σύγχρονο υλιστική και άθεο κοσμοθεωρία, αλλά και λόγω της ασυμβιβάστου εκ μέρους του υπερασπίσεως της Παραδόσεως, τα γραπτά του έχουν επηρεάσει βαθύτατα πολλούς σπουδαίους διανοουμένους και συγγραφείς στην Δύση και στην Ανατολή.

Στην Ιταλία ο Ιούλιος Έβολα παρέλαβε, μετέφρασε εν πολλοίς  και κατέστησε γνωστό το έργον του Γκενόν, (ήδη από την β’ δεκαετία του μεσοπολέμου) παρά τις βαθείες διαφορές τους στην αξιολόγηση του παραδοσιακού περιεχομένου του Χριστιανισμού και του Βουδισμού. Ο ιδιόμορφος Γκενόν υπήρξεν εσωτεριστής καταδικάζων ένα μεγάλο μέρος του εσωτερισμού ως πλάνη ή αγυρτεία. Υπήρξεν τέκτων ο οποίος εστιγμάτισεν με ωμότητα  τον τεκτονισμό, ως εκφυλισμένο υλόφρονα διαχειριστή πολιτικοκοινωνικών σκοπιμοτήτων που απέρριψε το μυητικόν του περιεχόμενο.

Ήταν ένας μέγας στοχαστής, που απέρριψεν, ολιγότερον ή περισσότερον, το σύνολον σχεδόν της φιλοσοφικής παραδόσεως. Εξήντα οκτώ έτη μετά τον θάνατόν του παραμένει ένα ενσαρκωθέν «πνευματικό σκάνδαλο», το οποίον δίκην γρανιτώδους βράχου περιρρέουν οι κυματισμοί των συγχρόνων μας αναζητήσεων, επικρίσεων και αμφισβητήσεών του, χωρίς όμως να ημπορούν  να το μετακινήσουν.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικώς ο διδάσκαλος Έβολα : «Αν έλειπεν ο Γκενόν δεν θα είχα υπάρξει εγώ

Βιβλιογραφία

«Εισαγωγή στην Μελέτη των Ινδικών Δογμάτων» (Introduction générale à l'étude des doctrines hindoues, 1921)

«Θεοσοφία: Ιστορία μιας Ψευδο-θρησκείας» (Le Théosophisme – Histoire d'une pseudo-religion, 1921)

«Η Πνευματική Πλάνη» (L'erreur spirite, 1923)

«Ανατολή και Δύση» (Orient et Occident, 1924)

«Ο Εσωτερισμός του Δάντη» (L'ésotérisme de Dante, 1925)

«Ο Βασιλεύς του Κόσμου» (Le Roi du Monde, 1927)

«Η Κρίση του Συγχρόνου Κόσμου» (La crise du monde moderne, 1927)

«Πνευματική Αυθεντία και Εγκόσμιος Ισχύς» (Autorité Spirituelle et Pouvoir Temporel, 1929)

«Άγιος Βερνάρδος» (Saint-Bernard, 1929)

«Ο Συμβολισμός του Σταυρού» (Le symbolisme de la croix, 1931)

«Η Ασιατική Μεταφυσική» (La metaphysique orientale, 1939)

«Η Βασιλεία της Ποσότητος και τα Σημεία των Καιρών» (Le règne de la quantité et les signes des temps, 1945)

«Επισκοπήσεις επί της Μυήσεως» (Aperçus sur l'initiation, 1946)

«Οι Μεταφυσικές Αρχές του Απειροστικού Λογισμού» (Les principes du calcul infinitésimal, 1946)

«Η Μεγάλη Τριάς» (La Grande Triade, 1946)

Μεταθανάτιες Συλλογές έργων

«Μύηση και Πνευματική Πραγματοποίηση» (Initiation et réalisation spirituelle, 1952)

«Επισκοπήσεις επί του Χριστιανικού Εσωτερισμού» (Aperçus sur l'ésotérisme chrétien, 1954)

«Σύμβολα της Ιεράς Επιστήμης» (Symboles de la Science Sacrée, 1962)

«Μελέτες για τον Ελευθεροτεκτονισμό και την Μαθητεία» (Études sur la Franc-Maçonnerie et le Compagnonnage, 1964)

«Μελέτες για τον Ινδουισμό» (Études sur l'Hindouisme, 1966)

«Παραδοσιακές Μορφές και Κοσμικοί Κύκλοι» (Formes traditionelles et cycles cosmiques, 1970)

«Αναθεωρήσεις» (Comptes rendus, 1973)

«Διάφορα» (Mélanges, 1976)

 

Α. Κωνσταντίνου