Μνήμη ενός κοσμικού στοχαστή

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019 - 09:00

Μέρος  3

«Προκειμένου να γνωρίσετε την αλήθεια του φωτός, πρέπει να ανέλθετε στην πηγή του ως ένα μοναδικό βιωματικό πείραμα»

Το ίδιο το όνομα που επέλεξε ο μεγάλος στοχαστής αφ’ ότου ησπάσθη το Ισλάμ, συνοψίζει ολόκληρο την πορεία της ζωής του σε μερικές λέξεις : «Αμπντούλ-Ουάχιντ –Γιάχγια» που σημαίνει «ο Δούλος του Ενός Ιωάννης (δηλαδή “Φιλόθεος”)» τονίζει δε ότι, επέλεξε το δρόμο της ηρεμίας μακράν των συγκρούσεων και αγωνιών της ζωής, πορευόμενος «στον δρόμο του Αλλάχ», του Ενός, «Αυτού που δεν συνεταιρίζεται με κανέναν».

Ο Γκενόν από Χριστιανός κατέστη Μουσουλμάνος, αφού πρώτα εμελέτησε σε βάθος και μείζονα έκταση τον Τεκτονισμό και τις αρχαίες Ανατολικές φιλοσοφίες. Ησπάσθη το Ισλάμ μετά από φιλότιμο και εργώδη μακρά αναζήτηση εκείνου του ψυχοπνευματικού συνδέσμου που εν τέλει θα ένωνε τον ίδιον με το ζων  Σύμπαν.

Η αναζήτηση των απαντήσεων σε ερωτήματα που οι Καθολικοί θεολόγοι αδυνατούσαν να απαντήσουν ήρχισε να τον περιρρέει ισχυρότατα λίαν ενωρίς, σε ηλικία 20 ετών. Τότε απεφάσισε την περαιτέρω πορεία του: Να σπουδάσει τις μεγάλες θρησκείες της ανθρωπότητος και τις πνευματικές φιλοσοφίες. Η αναζήτησή του ετελείωσεν όταν ησπάσθη το Ισλάμ, κατέστη δε ένας από τους σημαντικοτέρους συγχρόνους λογίους του Σουφισμού.

Η γραφή του εθεώρησεν εξ αρχής τις σύγχρονες πνευματικές «σέκτες» και αιρέσεις ως τίποτε άλλο παρά ένα ύπουλον υλισμό νέου επιπέδου με μόνον του σκοπό να επικαλύψει συγχυτικώς με την σύγχρονο επιστήμη τον πνευματικό άνθρωπο.

Ο φημισμένος Σεΐχης (πνευματικός διδάσκαλος) Αμπντελχαλίμ Μαχμούντ, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αλ-Άζχαρ και μέγας ιμάμης του εκεί τεμένους στην δεκαετία του ’70 είχεν ειπεί: «Ο λόγος που ο Γκενόν ησπάσθη το Ισλάμ είναι απλός και ταυτοχρόνως λογικός. Ήθελε να ακολουθήσει μία θεία Γραφή, η οποία να μην σφάλλει ποτέ. Μετά από λίαν ενδελεχείς σπουδές, το μόνο που ανηύρε ήταν το Κοράνιο. Είναι το μοναδικό βιβλίο το οποίον ούτε παρεποιήθη ούτε ήλλαξε, διότι ο Αλλάχ όρισε στον Ίδιο την προστασία του. Ο Γκενόν ηκολούθησε τους κανόνες του και ως αποτέλεσμα απέκτησε την πνευματική γαλήνη».

Ο Γκενόν ομίλησε για τις υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των φιλοσοφιών της Ανατολής και της Δύσεως στο αόρατο, στο υπεραισθητόν  επίπεδο. Ετόνισεν  εμφατικώς ότι η μεταφυσική είναι παγκοσμία, ούτε Δυτική ούτε Ανατολική, αλλά οι διαφορές αντιλήψεώς της προέκυψαν λόγω της διαφόρου κατανοήσεως της εννοίας αυτής από την σκοπιά του Ανατολικού ή του Δυτικού πολιτισμού. Ετόνισεν επίσης ότι είναι λίαν ουσιώδης η επιστροφή στην πίστη στην ανατολική μεταφυσική, μιας και η Δύση είχεν απωλέσει σχεδόν όλες της τις πνευματικές αξίες και αρχές, λόγω της δαιμονικής πλέον ροπής της προς τον επιστημονικόν υλισμό.

Ενδεχομένως ο Γκενόν ημπορεί να εφάνταζε στην Δύση ιδιαιτέρως σκληρός και όντως ήταν εξόχως επικριτικός και συνάμα αντικειμενικός στην ανάλυσή του και την σπουδή του. Όμως όσοι κατανοούν την «προοδευτική» και υποκριτική ευρωπαϊκή νοοτροπία και την ενοχική αλλά και εγγενή αδυναμία της να απαλλαγεί από τα ιουδαιοχριστιανικά στερεότυπά της για τους Ανατολίτες και τους Μουσουλμάνους, παρατηρούν ευχερώς ότι η γραφή του Γκενόν περικλείει πράγματι όλες τις φιλοσοφικές απόψεις. Ήταν βαθύτατα προβληματισμένος με τον «Δυτικό» πολιτισμό, δεν ήθελε βεβαίως να τον αφανίσει και να τον ισοπεδώσει αλλά τουναντίον  να τον διασώσει επαναφέρων την τροχιά του και πάλιν προς την Αληθή Συμπαντική Πίστη. Από την ιδική του οπτική του υπήρχεν μόνον ένας τρόπος να επέλθει ισορροπία σε αυτόν τον επαπειλούμενο πολιτισμό,  οποίο βεβαιότατα είχε τις θετικές του πλευρές, αλλιώς δεν θα επετύγχανε να επιβιώσει έως τις ημέρες μας.

Ο Γκενόν τονίζει ότι στην εποχή του φρενήρους και τεχνολογικού μοντερνισμού, καθώς και της αποτόκου του «στρεβλώσεως της Γνώσεως» υφίσταται  και ένα άλλο σημαντικόν αποτέλεσμα της πτωτικής και μονοσημάντου υλόφρονος διαδικασίας της σκέψεως : Oι φυσικές επιστήμες τώρα ασχολούνται κυρίως με πρακτικές εφαρμογές και σε πολλές περιπτώσεις αυτό συνδυάζεται με μιαν απεριόριστο και βουλιμική βούληση για την εξουσία. Αυτή είναι η κοινή σύγχυση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας. Όπως επισημαίνει: «... δεν είναι προς χάρη της ότι οι Δυτικοί γενικώς καλλιεργούν την επιστήμη όπως την καταλαβαίνουν. Πρωταρχικός τους στόχος δεν είναι η γνώση, ακόμη και σε κατωτέρα τάξη  της, αλλά οι πρακτικές της εφαρμογές, όπως ημπορεί να συναχθεί από την ευκολία με την οποίαν που η πλειοψηφία των συγχρόνων μας συγχέει την επιστήμη και την βιομηχανία, έτσι ώστε πολλοί να θεωρούν τον μηχανικό ως έναν τυπικό άνθρωπο της επιστήμης ».

Επίσης εκχωρεί δύο αλληλένδετες λειτουργίες στις επιστήμες της φύσεως, όταν αυτές σχεδιάζονται στο παραδοσιακό περιβάλλον τους. Η πρώτη αφορά στο γεγονός ότι, οι επιστήμες ως «εφαρμογές του δόγματος ... επιτρέπουν την σύνδεση μεταξύ όλων των διαφορετικών τάξεων της πραγματικότητος και την ενσωμάτωσή τους στην ενότητα της συνολικής συνθέσεως». Με άλλα λόγια, οι φυσικές επιστήμες αναλύουν την ιεραρχία της υπάρξεως και αναδεικνύουν την υποκειμένη ενότητα που υπάρχει σε διαφόρους τομείς του Κόσμου. Η δευτέρα συνάρτηση των παραδοσιακών επιστημών της φύσεως είναι μάλλον παιδαγωγική, καθώς μας προετοιμάζει για τις υψηλότερες μορφές γνώσεως: «αυτές [δηλαδή οι φυσικές επιστήμες] αποτελούν, τουλάχιστον για μερικούς ανθρώπους -συμφώνως με τις ιδικές τους ιδιαιτερότητες-, μια προετοιμασία για ένα υψηλότερον είδος γνώσεως και ένα είδος οδού που οδηγεί προς αυτήν την γνώση, ενώ από την ιεραρχική τους διάταξη, συμφώνως προς τα επίπεδα υπάρξεως που σχετίζονται με αυτές τις επιστήμες, σχηματίζουν τόσες πολλές βαθμίδες μιας κλίμακος με την βοήθεια της οποίας είναι δυνατόν να ανέλθει κανείς στα ύψη της καθαράς διανοητικότητος ».

Ο Διδάσκαλος Γκενόν έχει αναπτύξει εκτενώς τα ανωτέρω θέματα στο βιβλίον «Η βασιλεία της ποσότητος και τα σημεία των καιρών» με μεγαλυτέρα έμφαση στην ανάλυση διαφόρων επιστημονικών εννοιών από την παραδοσιακή άποψη. Με μεγάλη αυταπάρνηση και διαύγεια, ο Γκενόν ασχολείται με έννοιες όπως η ποσότης και η ποιότης, η πρωταρχική ύλη, η «χωρική ποσότης και ο ποιοτικοποιηθείς ειδικός χώρος», ο χρόνος, η εξατομίκευση, η ενότης και η απλότης, η «στερεοποίηση του κόσμου», γεωμετρικά σύμβολα, αριθμούς, και μια σειρά από άλλες έννοιες, όλες των οποίων ανελύθησαν με σκοπό να υπογραμμισθεί ο βαθύς πνευματικός μετασχηματισμός που έλαβε χώρα με την άνοδο της συγχρόνου κοσμικής επιστήμης. Στο συγκεκριμένο βιβλίο, του οποίου ο τίτλος συνοψίζει ένα μεγάλο μέρος του μηνύματός του, ο Γκενόν επικεντρώνεται στην φρικτή «ποσοτικοποίηση της πραγματικότητος», που διενεργείται επ’ ονόματι της επιστημονικής μετρήσεως, της προβλέψεως και της ακριβείας. Ειδικότερον στο δωδέκατο κεφάλαιο του βιβλίου γράφει συγκλονιστικώς:

«Οφείλουμε επίσης να επισημάνουμε ένα σημείον το οποίον εθίξαμε μόνον εν παρόδω. Είναι αυτό που θα ημπορούσε να ονομασθεί τάση για «εκλαΐκευση» (η λέξη είναι μία ακόμη από εκείνες που χαρακτηρίζουν προδήλως την σύγχρονη νοοτροπία), δηλαδή η αξίωση να δοθούν τα πάντα σε «κοι­νή χρήση», αξίωση για την οποίαν έχουμε ήδη σημειώσει ότι, αποτελεί επακόλουθο των «δημοκρατικών» αντιλήψεων και ισοδυναμεί τελικώς με το να θέλουμε να υποβιβάσουμε την γνώση στο επί­πεδον της χαμηλοτέρας διανοητικής στάθμης. Θα ημπορούσαμε πολύ εύκολα να καταδείξουμε τις ποικίλες δυσχέρειες που επιφέρει, γενικώς, η αλόγιστη διάδοση διδασκαλιών σε όλους αδιακρίτως τους ανθρώπους, με μορφές και μεθόδους εντελώς όμοιες μεταξύ τους, η οποία δεν θα ημπορούσε να οδηγήσει, όπως προείπαμε, παρά σ' ένα είδος ολοκληρωτικής ισοπεδώσεως. Εδώ, όπως και αλλού, η ποιότης θυσιάζεται στην ποσότητα. Είναι αλήθεια εξ άλλου ότι η βέβηλος εκπαίδευση για την οποίαν ομιλούμε δεν παρουσιάζει συνολικώς καμία γνώση με την αληθινή σημασία της λέξεως και δεν περιέχει απολύτως τίποτε που να ανήκει έστω και στην χα­μηλοτέρα βαθμίδα σοφίας. Αλλά πέραν της ασημαντότητος και της ματαιότητός της, εκείνο που την καθιστά πραγματικώς ολεθρία είναι πρωτίστως το γεγονός ότι θεωρείται  αυτό που δεν είναι, ότι τείνει να αρνείται οτιδήποτε την υπερβαίνει, έτσι δε συνθλίβει κυριολεκτικώς όλες τις δυνατότητες που ανήκουν σε ένα υψηλότερο πεδίο. Θα έλεγε κανείς ότι επενοήθη ειδικώς για τον σκοπόν αυτόν, δεδομένου ότι η σύγχρονη «ομοιομορφία» συνεπάγεται αναγκαστικώς την απέχθεια προς κάθε τι ανώτερο. [Θυμηθείτε εδώ την λυσσαλέα απέχθεια και απόρριψη των κρατούντων κυβερνητικών νεομπολσεβίκων ενάντια στην «αριστεία»].

Ακόμη εκπληκτικότερον είναι το γεγονός ότι, ορισμένοι άνθρωποι στις ημέρες μας πιστεύουν πως ημπορούν να εκθέσουν τις παραδοσιακές διδασκαλίες λαμβάνοντες ως πρότυπο την ιδία την βέβηλο εκπαίδευση, χωρίς να λαμβάνουν ούτε στο ελάχιστον υπ’ όψη τους την φύση των παραδοσιακών διδασκαλιών και τις ου­σιώδεις διαφορές οι οποίες υπάρχουν ανάμεσα σε αυτές και σε όλα όσα επονομάζονται σήμερον «επιστήμη» και «φιλοσοφία», από τα οποία τις χωρίζει πραγματική άβυσσος. Έτσι οδηγούνται αναγκαστικώς στο σημείον να διαστρέψουν εντελώς αυτές τις διδασκαλίες, με την  υπεραπλούστευσή τους και μη επιτρέποντες να φανεί παρά μό­νον η πλέον επιφανειακή τους έννοια, διότι διαφορετικώς θα ήσαν υποχρεωμένοι να παραδεχθούν ότι οι αξιώσεις τους είναι τελείως αδικαιολόγητες. Παρατηρούμε εδώ μια διείσδυση του συγχρόνου πνεύματος μέσα σε ό,τι είναι, ριζικώς και εξ ορισμού ακόμη, το αντίθετόν του, οπότε δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποίες ημπο­ρεί να είναι οι διαλυτικές συνέπειες που προκύπτουν, έστω και εν αγνοία εκείνων οι οποίοι, συχνάκις καλοπίστως και χωρίς σαφή πρόθεση, καθίστανται όργανα για την πραγματοποίηση αυτής της διεισδύσεως. Η παρακμή της θρησκευτικής δογματικής στην Δύση και η σχεδόν ολοκληρωτική απώλεια του αντιστοίχου εσωτερισμού καταδεικνύουν σαφώς που ημπο­ρεί να οδηγηθεί ο κόσμος εάν μια τέτοια οπτική γενικευθεί μιαν ημέρα κατακλύζουσα ακόμη και την Ανατολή. Ο κίνδυνος να συμβεί αυτό είναι τόσον μεγάλος, ώστε οφείλουμε να τον επισημάνουμε όσον υπάρχει ακόμη καιρός. (…)»

[Είναι όντως τρομακτικός ο προφητικός λόγος του Σοφού, καθώς προεξήγγειλε με σαφήνεια την φρικτή επέλαση των Δυνάμεων της «Παγκοσμιοποίησης» σε πλανητική κλίμακα, δρώμενο το οποίον ευρίσκεται σήμερον σε πλήρη εξέλιξη].

Α. Κωνσταντίνου