Μνήμη ενός κοσμικού στοχαστή

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019 - 15:30

Μέρος 2

Ο εμπαθώς και δηλητηριωδώς κατηγορηθείς ως θεμελιωτής του «πνευματικού φασισμού»  Μέγας Μύστης Γκενόν είναι  μια προσωπικότης απερινόητος με την ιστοριογραφική, την ορθολογιστική αλλά και την ψυχαναλυτική χαρακτηρολογική προσέγγιση. Επί παραδείγματι,  για τον Γκενόν, το να υποθέσουμε ότι μια θεωρία ημπορεί να αποδειχθεί από τα γεγονότα είναι μια «παράξενη απάτη, χαρακτηριστική του συγχρόνου “πειραματισμού” , ενώ πραγματικώς τα ίδια γεγονότα ημπορούν πάντοτε να εξηγούνται, εξ ίσου καλώς, από μια ποικιλία διαφορετικών θεωριών» («Η κρίση του συγχρόνου κόσμου», σελίς 42).

Επίσης η παραδοσιαρχία συνεπάγεται την επιμελή απόρριψη του μοντερνισμού. Ενώ και οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές κυριολεκτικώς ελάτρευαν την τεχνολογία, οι διανοητές της παραδοσιαρχίας όπως ο Διδάσκαλος Γκενόν συνήθως την απορρίπτουν ως απολύτως αντίθετο προς τις παραδοσιακές πνευματικές αξίες. Όμως, παρόλον που ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός υπερηφανεύετο για τα κρατικά βιομηχανικά του επιτεύγματα, ο επιπολής ρεαλιστικός του εγκωμιασμός για τον  μοντερνισμό, ήταν απλώς η  στιλπνή χαλυβδοϋαλίνη εξωτερική επιφάνεια μιας ιδεολογίας βασιζομένης στο ιδεατό δίπολο  «Αίμα και Γη». Η απόρριψη του συγχρόνου κόσμου ήταν απλώς μεταμφιεσμένη ως αντίκρουση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, αλλά κυρίως αφορούσε στην καθολική απόρριψη του Πνεύματος της μασονικής «γαλλικής επαναστάσεως» του 1789 (και βεβαίως  του Πνεύματος της μασονικής «αμερικανικής επαναστάσεως»  του 1776). Στην παραδοσιοκρατία και τους απολογητές της όπως ο μέγας Γκενόν, Ο Διαφωτισμός, η Εποχή του Ορθολογισμού, γίνεται αντιληπτή ως απαρχή της συγχρόνου – μοντέρνας/νεωτερικής αχρειότητος.

Η παραδοσιαρχία, είναι βεβαίως  πολύ παλαιοτέρα από τον Εθνικισμό, τον φασισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό. Δεν εχαρακτήρισε μόνον την αντεπαναστατική σκέψη των Πιστών Καθολικών Βασιλοφρόνων μετά την «γαλλική επανάσταση», αλλά εγεννήθη ήδη κατά  τους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον παραπαίοντα κλασικό ελληνικό ορθολογισμό, που απεξάρθρωσε το μεγαλείον του Ελληνισμού και του πνεύματός του. Στην ευρεία λεκάνη της Μεσογείου, λαοί διαφόρων διαφορετικών φυλών και εθνών θρησκειών (οι περισσότερες των οποίων είχαν γίνει δεκτές στο αυτοκρατορικό ρωμαϊκό πάνθεον) ήρχισαν να ονειρεύονται κάποιαν «Αποκάλυψη» επισυμβάσα  στην χαραυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή η αποκάλυψη, σύμφωνα με την μυστηριακή αίγλη που καλλιεργούσε η παραδοσιαρχία, είχε παραμείνει επί πολύ καιρό κρυμμένη υπό το κρυπτικό  πέπλο γλωσσών που ήσαν πλέον ξεχασμένες -στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κελτικούς και τευτονικούς ρούνους, στους παπύρους των σχεδόν αγνώστων θρησκειών της Ασίας-.Καθένα από τα αρχικά, «πρωτο – αποκαλυπτικά» μηνύματα περιέχει ψήγματα σοφίας, και όποτε εφαίνετο πως αφηγούνται \ διαφορετικά ή ασύμβατα πράγματα αυτό συνέβαινε μόνο και μόνον διότι όλα παραπέμπουν, με αλληγορικό, συμπερασματικόν, άμεσον ή έμμεσο τρόπο, στην ιδία αρχέγονο –πρωταρχική Αιωνία Αλήθεια.

Συνεπώς, δεν ημπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στην γνώση ! Η αλήθεια έχει ήδη καταγραφεί «άπαξ και διά παντός», εμείς δε το μόνον που ημπορούμε να πράξουμε είναι να συνεχίζουμε να ερμηνεύουμε το δυσνόητο μήνυμά της.

Ο Γκενόν αποδίδει το μηχανιστικό λάθος των ορθολογιστών με τις κωμικοτραγικές εμμονές τους περί στατιστικών και συχνοτήτων των δεδομένων, σε εκείνο το στοιχείον που ονομάζει «δεισιδαιμονία γεγονότων», μια δημιουργία της συγχρόνου «βλασφήμου επιστήμης», η οποία είναι ανίερος και υποθέτει ότι τάχα η επιστήμη ημπορεί να διερευνά «γυμνά γεγονότα», που στερούνται υποκειμενικών, θεωρητικών ή υπερ-αισθητών συστατικών. Αντιθέτως, ο Γκενόν προβαίνει σε μια ριζική διανοητική αξίωση και βασίζει ολόκληρη την ανθρωπίνη κατανόηση, θεωρητική, πειραματική ή αισθητική, στην πνευματική διαίσθηση, η οποία είναι επίσης και η κυρία πύλη της μεταφυσικής γνώσεως. Όλη η γνώση είναι μια μορφή κατανοήσεως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο - ένα συμπέρασμα που εκφράζεται και αρθρώνεται από πολλούς φιλοσόφους της συγχρόνου ερμηνευτικής. Για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της φιλοσοφίας της επιστήμης, ημπορούμε βεβαίως να ειπούμε ότι ο Γκενόν θα συμφωνούσε με το βασικό αξίωμα ότι όλη η διενεργουμένη παρατήρηση είναι εκ προοιμίου «φορτωμένη» με την θεωρία, δηλαδή ότι προηγείται μια σειρά προκατειλημμένων ιδεών και υποθέσεων που δεν ημπορούν να ληφθούν υπόψη μέσα στο αποκλειστικό πλαίσιο των φυσικών επιστημών.

Όπως έχουμε επισημάνει προηγουμένως, οι επιστήμες της φύσεως είναι εφαρμογές και προσαρμογές των μεταφυσικών αρχών σε συγκεκριμένους τομείς μελέτης και ως τέτοιες αποδίδουν την φιλοσοφική δικαιολόγησή τους όχι από το θέμα τους, όπως υποστηρίζουν οι θετικιστές, αλλά από εκείνες τις αρχές που ενημερώνουν και καθορίζουν τα όρια του προαναφερομένου πλαισίου. Υπό αυτήν την έννοια, η επιστημονική γνώση, στον βαθμό που απορρέει από τις αρχές της, δεν είναι ούτε ψευδής ούτε άχρηστη. Έτσι, ο Γκενόν δηλώνει με έμφαση ότι «δεν ημπορεί να υποστηριχθεί πως κάθε είδους γνώση, όσον και αν είναι κατωτέρα, είναι παράνομη από μόνη της. Αυτό που δεν είναι νόμιμο είναι απλώς η κατάχρηση που συμβαίνει όταν τέτοια θέματα απορροφούν ολόκληρη την ανθρωπίνη δραστηριότητα, όπως συμβαίνει σήμερον.» (ως ανωτέρω, σελίς 43).

Από αυτήν ακριβώς την άποψη, ο Γκενόν εξετάζει και το ζήτημα της αναδύσεως της πειραματικής μεθόδου στις σύγχρονες επιστήμες. Θέτει την ερώτηση με τον ακόλουθο τρόπο: «Γιατί οι πειραματικές επιστήμες προσέλαβαν μιαν ιδιαιτέρα εξέλιξη στον σύγχρονο πολιτισμό, όπως ποτέ πριν δεν είχαν λάβει στα χέρια οποιουδήποτε άλλου πολιτισμού;». Ο Γκενόν απαντά σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα υπογραμμίζων την ισχυρά τάση του συγχρόνου κόσμου και το αποκλειστικό μέλημα του συγχρόνου νου με αυτό που μας δίδεται μόνον με την άμεσο εμπειρία μας. Οι φυσικές επιστήμες εξ ορισμού περιορίζονται στην υλική σφαίρα και παρέχουν μια συστηματική πρόσβαση σε ότι ημπορεί να δοκιμαστεί μόνον στον λογικό κόσμο. Οι επιστήμες ασχολούνται έτσι με την ελαχίστη πτυχή της πραγματικότητος, η οποία είναι αμέσως διαθέσιμη σε εμάς από την άποψη της αισθήσεως, των συναισθημάτων, των εμπειριών και ούτω καθεξής. Όταν η ποσοτική διάσταση των πραγμάτων ερμηνεύεται ως τελική ουσιώδης βάση για όσα ημπορούν να γνωρισθούν και να μελετηθούν, η φιλοσοφία, ακολουθούσα τον Καντ και τους μαθητές του, καθίσταται «υπηρέτρια  της φυσικής», δηλαδή ένας απλούς διερμηνεύς των δεδομένων που παρέχουν οι φυσικές επιστήμες.

Για τον Γκενόν, αυτό αντιπροσωπεύει την αιχμή του συγχρόνου «αναγωγισμού», ο οποίος μετατρέπει εμμονικώς όλες τις προσπάθειες πνευματικής επιστήμης σε ανεπαρκή, κακή, αρνητική και επιζήμιο  φιλοσοφία. Αυτός είναι ο λόγος που ο Γκενόν ονομάζει «εξουσία της ποσότητος» τον τίτλο του σημαντικοτέρου έργου του στις παραδοσιακές επιστήμες των φυσικών καταστάσεων (Βλέπε «Η εξουσία  της ποσότητος και τα σημεία των καιρών» - Εισαγωγή). Όπως το θέτει ο Γκενόν, ο λόγος για τον οποίον η πειραματική μέθοδος έχει κερδίσει μια πρωτοφανή εξέχουσα θέση στον σύγχρονο κόσμο είναι ότι, οι φυσικές επιστήμες «περιορίζουν την προσοχή τους στα πράγματα των αισθήσεων και στον κόσμον της ύλης» και επίσης ότι «προσφέρονται ευκόλως για πλέον άμεσες πρακτικές εφαρμογές». Η ανάπτυξή τους επομένως, συμβαδίζουσα με αυτό που ημπορεί να χαρακτηριστεί ως «δεισιδαιμονία των γεγονότων», είναι αρκούντως σύμφωνη με τις ιδιαιτέρως σύγχρονες τάσεις, ενώ «αντιθέτως οι προηγούμενες εποχές ήταν πιθανόν να αδυνατούν πράγματι να ανεύρουν  επαρκή κίνητρα για να απορροφηθούν προς την κατεύθυνση αυτήν, στον βαθμό που παραμελούν τις ανώτερες τάξεις της γνώσεως » («Η κρίση του συγχρόνου κόσμου», σελίδες 42-3).

Έτσι ο Γκενόν θεωρεί την άνοδο της συγχρόνου επιστήμης όχι ως φυσικόν επακόλουθο και αποτέλεσμα των προόδων των πειραματικών μεθόδων, αλλά μάλλον ως αποτέλεσμα μιας θεμελιώδους αλλαγής στην κοσμοαντίληψη, στην ευρυτέρα Κοσμοθεώρηση  του συγχρόνου ανθρώπου, αλλαγής που ο Γκενόν θεωρεί ως μια «διαδικασία εκφυλισμού» από την άποψη της διαισθητικής -μεταφυσικής γνώσεως. Κατά τον ίδιον τρόπο, τα απείρως λεπτομερή και πολυπληθέστατα δεδομένα που συλλέγονται από τις επιστήμες, σχετικώς με την ποσοτική διάσταση της πραγματικότητος, σημαίνουν για τον Γκενόν, όχι μιαν εμβάθυνση της γνώσεως, αλλά μια «διασπορά στην λεπτομέρεια... η οποία ημπορεί να επιδιώκεται απεριορίστως, χωρίς να προχωρήσει ούτε ένα βήμα τις την κατεύθυνση τις αληθινής γνώσεως». Όπως εξήγησε ο Γκενόν στην «Εξουσία τις Ποσότητος» και σε άλλα γραπτά του, αυτό οφείλεται στην διάσπαση τις επιστημονικής γνώσεως, στον αποχωρισμόν της  από τις ανώτερες αιώνιες αρχές που περιγράφονται θαυμασίως από την παραδοσιακή μεταφυσική.

Α. Κωνσταντίνου