Μεγάλοι Έλληνες: Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019 - 14:00

Σήμερα, την 8η Ιανουαρίου, μεταξύ άλλων  μνημονεύουμε τα γενέθλια ενός εξαιρετικού Έλληνος: του Ιεροεθνομάρτυρος Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης (κατά κόσμον Χρυσοστόμου Καλαφάτη) (1867, - 27 Αυγούστου 1922, Σμύρνη) ήταν Έλληνας Μικρασιάτης  (εκ Τρίγλιας Βιθυνίας, στην Προποντίδα της Μικράς Ασίας) θεολόγος, ιεράρχης και Μητροπολίτης Σμύρνης (1910-1922). Την περίοδο 1902-1910 διετέλεσε Μητροπολίτης «Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών» με ιδιαιτέρως σημαντική εθνική δράση στον Μακεδονικόν Αγώνα. Από του 1910 έως και τον μαρτυρικό του θάνατο διετέλεσε Μητροπολίτης Σμύρνης. Ηρνήθη να εγκαταλείψει το εκεί ποίμνιόν του, παρά την πολλαπλή προσφορά ασφαλούς διαφυγής του από τις ανθελληνικές Μεγάλες Δυνάμεις, και κατεκρεουργήθη από τον φανατισμένο κτηνώδη τουρκικό όχλο κατά την ανακατάληψη της Σμύρνης από τον τουρκικό στρατό στην Μικρασιατική Καταστροφή, στις 27 Αυγούστου 1922, μετά από εντολή του μισέλληνα Νουρεντίν πασά. Το 1992 (4 Νοεμβρίου) κατετάγη στο αγιολόγιον της Εκκλησίας, ομού με όλους τους λοιπούς μάρτυρες της Μικρασιατικής Καταστροφής, με απόφαση της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ήταν υιός του Νικολάου Καλαφάτη και της Καλλιόπης Λεμονίδου, είχε δε άλλα 7 αδέλφια. Ο πατέρας του ήταν νομομαθής και αντεπροσώπευε συμπολίτες του ενώπιον των τουρκικών δικαστηρίων, ενώ επίσης εξελέγετο και δημογέρων.  Ο Χρυσόστομος εξεδήλωσε ενωρίς επιθυμία να γίνει κληρικός. Εστάλη από τους γονείς του οικότροφος στην περιβόητο « Θεολογική Σχολή της Χάλκης», όπου ανέλαβε τα έξοδα των σπουδών του ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος Βαλιάδης,  όταν τον εγνώρισε επισκεπτόμενος  την  σε Σχολή και επληροφορήθη τις επιδόσεις του (ο φιλομαθέστατος Χρυσόστομος αρίστευε όλα τα έτη σπουδών και απεφοίτησε από την Σχολή με «άριστα»).

Εχειροτονήθη διάκονος και προσελήφθη στην Μητρόπολη Μυτιλήνης και κατόπιν ως Αρχιδιάκονος στην Μητρόπολη Εφέσου, όπου μετετέθη. Όταν το 1897 ο Μητροπολίτης Εφέσου Κωνσταντίνος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης (Κωνσταντίνος Ε΄), εχειροτόνησε πρεσβύτερο τον Χρυσόστομο και τον εχειροθέτησε ως «Μέγα Πρωτοσύγκελλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου». Από την θέση αυτήν συνετέλεσε στην ματαίωση των σχεδίων του αρχηγού της «Πανσλαβιστικής Εταιρείας» Ποποσυστότσεφ, ο οποίος επεδίωκεν μεθοδικότατα την αλλοίωση του ελληνικού χαρακτήρος του Αγίου Όρους και τον εκσλαβισμό των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων

Όταν εξελέγη στον Οικουμενικό Θρόνο ο  Ιωακείμ Γ΄ ο  Μεγαλοπρεπής, εξετίμησε ιδιαιτέρως τα αμέτρητα προσόντα του Χρυσοστόμου, ο οποίος εξελέγη παμψηφεί, Μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών (23/5/1902). Την ημέρα της εκλογής του, απευθυνόμενος στον Πατριάρχη, είπε τα εξής προφητικά λόγια: «Εν όλη τή καρδία και εν όλη τη διανοία θα υπηρετήσω την Εκκλησίαν και το Γένος, και η μίτρα, την οποίαν αι άγιαι χείρες σου εναπέθεσαν επί της κεφαλής μου, εάν πέπρωται να απολέση ποτέ την λαμπηδόνα των λίθων της, θα μεταβληθή εις ακάνθινον στέφανον μάρτυρος ιεράρχου», πράγμα που όντως συνέβη μετά από  20 έτη.

Η ενθρόνιση του Χρυσοστόμου έγινε στις 22 Ιουλίου 1902. Πρώτο μέλημά του υπήρξεν η ενίσχυση της Ελληνικής Κοινότητος, των Ελληνικών σχολείων και φιλεκπαιδευτικών σωματείων. Με ιδικήν του πρωτοβουλία του ιδρύθη πληθώρα ελληνικών σχολείων (όπως το καλλιμάρμαρο Γυμνάσιον της Δράμας με την κάτοψή του σε σχήμα Π – ευφυεστάτη σαφής αναφορά στην λέξη «Πατρίς»). Ο ιεράρχης πραγματοποιούσε τακτικότατα περιοδείες στις ελληνικές κοινότητες που εδέχοντο μεγάλη βουλγαρική πίεση και προπαγάνδα, (όπως ο Βώλακας και η Προσοτσάνη) Οι Βούλγαροι επιχειρούσαν με απειλές, βιαιότητες και δολοφονίες να εξαναγκάσουν τους ομογενείς μας να προσχωρήσουν στην βουλγαρική Εξαρχία, ώστε όταν αργότερον διελύετο η Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι εκκλησιαστικώς ενσωματωθέντες κάτοικοι δεν θα εμπόδιζαν την προσάρτηση της γης τους στο βουλγαρικό κράτος.

Καθ’ όλην την αρχιερατική του περίοδο αντιμετώπισε τις τρομοκρατικές ενέργειες του βουλγαρικού κομιτάτου καθώς και την διενεργουμένη ρουμανική προπαγάνδα, ανέπτυξε δε πράγματι  έξοχο εθνική δράση, αναλαβών προσωπικώς την διεύθυνση του Αγώνος κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων.

Έκτισε μεγαλοπρεπή Ναό στην Δράμα, μέγαρο Μητροπόλεως, σχολές αρρένων και θηλέων, νοσοκομείο και γυμναστήριο. Επίσης εμερίμνησε  για  ανέγερση οικιών των καπνεργατών, ίδρυσε σωρεία φιλανθρωπικών καταστημάτων, γηροκομείων και ορφανοτροφείων . Η εθνική δράση του Χρυσοστόμου ανησύχησε ιδιαιτέρως τοπική την τουρκική διοίκηση, η οποία ανεφέρθη στην Κωνσταντινούπολη, επιτυγχάνουσα την ανάκλησή του τον Οκτώβριον του 1907. Διασώζεται αφηγηματικώς το  αξιοσημείωτο γεγονός ότι  ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος ανεχώρησε από την Δράμα συνοδευόμενος έως τον σιδηροδρομικό σταθμό της από ολόκληρον τον ελληνικό πληθυσμό  της πόλεως! Ο σπουδαίος Ιεράρχης μετέβη και παρέμεινε στην, γενέτειρά του Τρίγλια. Τον Ιούλιον του 1908 με την ανακήρυξη του «Συντάγματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» παρεχωρήθη από τους Οθωμανούς γενική αμνηστία, οπότε ο Χρυσόστομος δραττόμενος  την ευκαιρία   επέστρεψε στο ποίμνιόν του στην Δράμα , (Αύγουστος του 1908).Εκεί ανέπτυξε πολύπλευρο δραστήριο συνεργασία με την Δημογεροντία της Δράμας και οργάνωσε σώματα Μακεδονομάχων, τόσον εντοπίων όσον  και προερχομένων από την ελευθέρα Ελλάδα. Με συνεχή   αλληλογραφία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τους Ευρωπαίους Προξένους αλλά και με τις Ελληνικές Αρχές, καθιστούσε γνωστά τα μαρτύρια των Ελλήνων της Μακεδονίας, από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες, και επέτυχε να συγκεντρωθεί  κατάλληλη αναγκαία βοήθεια.

Η εθναμυντορική και εθνεγερτική ακατάπαυστη και πολυεπίπεδη δραστηριότης του ενάντια στις κτηνώδεις βιαιότητες των Κομιτατζήδων για τον εκβουλγαρισμό του Ελληνισμού, οδήγησε  σε απαγόρευση των επισκέψεών του στα χωριά της Δράμας. Οι ατέρμονες αιματηρές συγκρούσεις Ελλήνων -Βουλγάρων απεδόθησαν  από τους συνήθεις ανθέλληνες Άγγλους παρατηρητές αλλά και τους Οθωμανούς τυράννους, στον Χρυσόστομο. Οπότε  Οθωμανοί και Βούλγαροι εφηύραν αφορμή να ζητήσουν την απομάκρυνσή του για μιαν ακόμη φορά με δικαιολογία των αρχών ότι η παρουσία του «προκαλεί διασάλευση της τάξεως»! Τελικώς επέτυχαν την δευτέρα και οριστική απομάκρυνσή του από την Δράμα τον Ιούνιον του 1909.  Και πάλιν ο ατρόμητος Ιεράρχης μετέβη εξόριστος στη γενέτειρά του.

Στις 11 Μαρτίου 1910 ο Χρυσόστομος μετετέθη στη Σμύρνη, ως Μητροπολίτης της. Στην Σμύρνη εσυνέχισε τους εθνικούς αγώνες του, οργανώσας πάνδημο συλλαλητήριον ώστε να καταγγείλει τις εναντίον των Ελλήνων βουλγαρικές βιαιότητες στην Μακεδονία, αφ ετέρου δε την δολία υποστήριξη των τουρκικών αρχών προς την βουλγαρική προπαγάνδα.

Το πολύπλευρον έργο του εθναρχεύοντος Ιεράρχη επεξετάθη σε εθνικό, ποιμαντικό, εκπαιδευτικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό επίπεδο- με μείζονα πρωτοβουλία του το τεράστιο κοινωνικό έργο της δημιουργίας πολυαρίθμων ευαγών ιδρυμάτων και αθλητικών εγκαταστάσεων για τη νεολαία. Με έμπνευση και ενέργειές του εδημιουργήθη το γήπεδον του «Πανιωνίου Γυμναστικού Συλλόγου Σμύρνης», αφού μάλιστα ηρνήθη τεράστιο δάνειον 100.000 χρυσών λιρών που του προσέφεραν οι …. Άγγλοι. [Με εισήγηση του μητροπολίτη, η Δημογεροντία και η Κεντρική Επιτροπή παρεχώρησαν έκταση 105 στρεμμάτων, παρά την άκρως δελεαστική προσφορά 100.000 λιρών από τους Άγγλους  να τους την πωλήσουν. Εκεί έκτισαν το στάδιον του συλλόγου, εγκαινιασθέν το 1912 στους ΙΔ΄ Πανιωνίους Αγώνες. Το εν λόγω στάδιον περιελάμβανε ποδοσφαιρικό γήπεδο διαστάσεων 95x65 μ., στίβο περιμέτρου 334 μέτρων, λίαν εξοπλισμένο σύγχρονο γυμναστήριον, εξέδρα 7.000 θεατών, αποδυτήρια και γραφεία].

Κατά τον διωγμό επί Α΄ Μεγάλου Πολέμου, εβοήθησε πολλούς ομογενείς μας να διασωθούν σε ασφαλείς τόπους με ναυλωμένα πλοία. Επικοινωνούσε διαρκώς με Οθωμανούς αξιωματούχους και μέσω επιστολών και συνεντεύξεων εξηγούσε περί του διωγμού των Ελλήνων της Ανατολής σε σημαίνοντα πρόσωπα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο Γερμανός πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη γράφει χαρακτηριστικώς για τον Μητροπολίτη «… εξήρθη εις το ύψος του καλυτέρου επί γης κλήρου». Καθώς οι … πάντοτε αβρές τουρκικές αρχές είχαν θορυβηθεί το πλείστον από την πολυεπίπεδο και πολυσχιδή δράση του Αγίου Ιεράρχη υπέρ του Ελληνισμού, ο σουλτανικός Υπουργός Θρησκευμάτων εζήτησε την ανάκληση του από την Σμύρνη. Στις 20 Αυγούστου του 1914 απεμακρύνθη από Τούρκους αστυνομικούς οδηγηθείς  στην Κωνσταντινούπολη. Επέστρεψε στην λατρεμένη του  Σμύρνη μετά την Ανακωχή του Μούδρου (1918), η δε υποδοχή του στην ιωνική πρωτεύουσα ήταν κυριολεκτικώς παλλαϊκή.

Από το 1919 έως το 1922, οπότε η περιοχή της Σμύρνης ευρίσκετο υπό Ελληνική Διοίκηση, ο Χρυσόστομος απετέλεσε τον Εθνάρχη του Μικρασιάτικου Ελληνισμού. Υπήρξεν ο εμπνευστής της «Μικρασιατικής Αμύνης» για την δημιουργίαν αυτονόμου κράτους σε περίπτωση ήττης του ελληνικού στρατού. Η κατάρρευση του μικρασιάτικου μετώπου τον Αύγουστο του 1922 απεγοήτευσε τον ακάματο Χρυσόστομο, ο όποιος απεδοκίμασε τα μισελληνικά σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων για την απομάκρυνση του Ελληνικού στοιχείου από την Μικρασία, ενώ εζήτησεν εντόνως, έως την υστάτη ώρα, από την παραπαίουσα Ελληνική Κυβέρνηση, τρόπους για την διάσωση του Ελληνισμού από την καταφανώς επερχομένη σφαγή.

Παρά τις επανειλημμένες προτάσεις που του έγιναν να αποχωρήσει ασφαλώς από την Σμύρνη ενώ το μέτωπο κατέρρεεν, ο Ιεράρχης ηρνήθη να εγκαταλείψει το ποίμνιόν του. Την εσπέρα της 27ης  Αυγούστου, ένας  Τούρκος αρχιαστυνόμος  με ενόπλους στρατιώτες, μετέβη στα γραφεία της Μητροπόλεως και διέταξε τον Χρυσόστομο να παρουσιασθεί στον Τούρκο στρατιωτικό διοικητή Σακαλί (γενειοφόρο)  Νουρεντίν πασά, μαζί με τους Έλληνες Δημογέροντες Γεώργιο Κλιμάνογλου και Νικόλαο Τσουρουκτσόγλου. Ο Χρυσόστομος προσήχθη ενώπιον του Νουρεντίν στο Διοικητήριον. Εκεί ο άτιμος τούρκος διοικητής τον κατηγόρησε  ευθέως για την απροκάλυπτο  φιλελληνική του στάση και τις «ενέργειές του εναντίον του τουρκικού έθνους»,  αφού δε τον εξύβρισε σκαιότατα τον παρέδωσε στην βαρβαρική  εξαγριωμένη τουρκική μάζα  που είχε κατακλύσει την πλατεία του Διοικητηρίου. Πρώτοι εδολοφονήθησαν από τους Τούρκους οι δύο Δημογέροντες  ευπατρίδες Γεώργιος Κλιμάνογλου και Νικόλαος Τσουρουκτσόγλου. Ο Μητροπολίτης εβασανίσθη φρικτά, ετυφλώθη με εξόρυξη των οφθαλμών του  και διεμελίσθη από τον τερατώδη τουρκικόν όχλο, καταλήγων με  μαρτυρικόν θάνατο.

Κατά την μαρτυρία του Αμερικανού προξένου Χόρτον : « Οι διηγήσεις ποικίλλουν σχετικά με τον τρόπο που πέθανε ο Χρυσόστομος, αλλά είναι πρόδηλη η πιθανότης ότι τον βρήκε ο θάνατος στα χέρια του Οθωμανικού όχλου. Ένας Τούρκος αξιωματικός πήγε μαζί με δυο στρατιώτες στα γραφεία της Μητρόπολης και τον οδήγησε στον Νουρεντίν Πασά, τον Τούρκο Αρχιστράτηγο, ο οποίος, όπως λέγουν, είχε υιοθετήσει τη μεσαιωνική ιδέα να παραδώση τον Μητροπολίτη στον φανατικό όχλο για να τον κάνει ό,τι ήθελε. ∆εν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις της ορθότητας αυτής της διαπιστώσεως, είναι όμως βέβαιο ότι ο Μητροπολίτης θανατώθηκε απ’ τον όχλο. Εβιαιοπράγησαν επάνω του, του ξερρίζωσαν τη γενειάδα του, τον εχτύπησαν με ρόπαλα και με μαχαιριές, ωσότου πέθανε και υστέρα τον έσυραν, σβαρνίζοντάς τον επάνω στους δρόμους.»

Παραθέτουμε την συγκλονιστική περιγραφή της δολοφονίας από τον Τούρκο εκτελεστή (έναν «τουρκοκρητικό»), κατά την αφήγηση του εκ Σμύρνης ακαδημαϊκού, αρχαιολόγου Γεωργίου  Μυλωνά (1898 - 1988):

«Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ’ εκείνους που τον τύφλωσαν, που του βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά, τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει τη χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυο χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε, που με δύο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι’ αυτό σας χάρισα τη ζωή”. “Και πού τον έθαψαν;” ρώτησα με αγωνία. “Κανείς δεν ξέρει πού έριξαν το κομματιασμένο του κορμί”»

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανεκήρυξεν Άγιο ως Ιερομάρτυρα. H μνήμη του «Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης και των συν αυτώ Αγίων αρχιερέων Γρηγορίου Κυδωνιών, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Προκοπίου Ικονίου, Ευθυμίου Ζήλων καθώς και των κληρικών και λαϊκών που εσφαγιάσθησαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή» εορτάζεται τον Σεπτέμβριο μήνα, την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

Ο Άγιος έχει καθιερωθεί ως προστάτης άγιος των Μικρασιατών. Επίσης (ομού  με τον Άγιο Νεκτάριο) καθιερώθη  ως προστάτης άγιος του αθλητισμού και της γυμναστικής, καθώς επρωτοστάτησε  στην εποχή του για την καλλιέργεια και  ανάπτυξη της συστηματικής αθλήσεως  των νέων και την δημιουργία αθλητικών και γυμναστικών εγκαταστάσεων και γηπέδων.

Ο γνωστός Έλλην λογοτέχνης και ακαδημαϊκός Ηλίας Βενέζης, ο οποίος έζησε την λαίλαπα της Μικρασιατικής Καταστροφής, στο βιβλίον του «Μικρασία Χαίρε» γράφει για τον Σμύρνης Χρυσόστομο: «Η δράση του στον καιρό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στον καιρό των διωγμών των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, και στη διετία 1920-22 , τον είχε αναδείξει πρώτο στόχο. Αυτός ήταν ο ηγέτης, ο εθνάρχης, η ψυχή της Ελληνικής Μικρασίας». Ο Βενέζης τονίζει ότι ο Χρυσόστομος με το βίο και το μαρτυρικό του τέλος «υπηρέτησε το Γένος και την Εκκλησία γράφοντας μια σελίδα χρυσή»....

 

Α. Κωνσταντίνου