Λαϊκές Παραδόσεις: Οι Μοίρες

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018 - 07:07

Λαϊκές Παραδόσεις: Οι Μοίρες

Κάτω από τις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και της νέας τάξης πραγμάτων, τα Έθνη και οι Πατρίδες δέχονται έναν ανελέητο πόλεμο. Στην Ελλάδα με την αλλαγή των βιβλίων ιστορίας, την κατασκευή τεμένους και τα νέα ήθη που εισάγονται επιβάλλεται η λήθη και χάνεται η εθνική μνήμη.

Εν τούτοις, υπάρχουν Έθνη, όπως η Ελλάδα, των οποίων η ιστορία, η λογοτεχνία και οι παραδόσεις αποτελούν τα αναχώματα απέναντι σε αυτές τις επιχειρούμενες αλλαγές. Και είναι οι θρύλοι, οι λαϊκές δοξασίες, τα δημοτικά τραγούδια και οι παραδόσεις τα στοιχεία εκείνα που προδίδουν την φυλετική και ιστορική συνέχεια των Ελλήνων.

Οι παραδόσεις δεν αποτελούν ασήμαντα αθύρματα και ιστοριούλες, αλλά αντιθέτως αντικατοπτρίζουν την ψυχή και την ταυτότητα ενός λαού, την πορεία του στο πέρασμα των χρόνων. Στην στήλη αυτή λοιπόν, θα παρουσιάζονται μύθοι και θρύλοι, λαϊκές παραδόσεις και ιστορίες ενώ θα επιχειρείται η σύνδεσή τους με το παρελθόν αλλά και με ουσιαστικά ερωτήματα που αφορούν κάθε Έλληνα που μάχεται για το μέλλον της πατρίδας του.

Ήριννα

“Στη μέση κατάμεσα της γης είναι ένα βουνό πολύ ψηλό, ώστε η κορφή του φτάνει στον ουρανό. Εκεί κάθουνται οι Μοίρες ή Τύχες. Κάθε άνθρωπος άμα γεννηθεί, γεννιέται και η τύχη του.” Λαϊκή παράδοση από το χωριό Λάστα του δήμου Μυλάοντος Γορτυνίας.

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο και καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή. Η ζωή λοιπόν κάθε ανθρώπου μπορεί να είναι μονότονη ή γεμάτη περιπέτεια, φτωχή ή πλούσια, με δυστυχίες ή γεμάτη ευδαιμονία. Είναι όμως η πορεία της ζωής μας το αποτέλεσμα των δικών μας επιλογών και αποφάεων ή μήπως το μέλλον μας είναι προδιαγεγραμμένο με τις αποφάσεις να έχουν ήδη ληφθεί από μια έξωθεν δύναμη; Πρόκειται για ένα ζήτημα που ταλανίζει εδώ και αιώνες τους ανθρώπους και έχει να κάνει με την μοίρα μας. Με άλλα λόγια, εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε το μέλλον μας ή μήπως αυτό είναι ήδη προδιαγεγραμμένο;

Για ακόμη μια φορά η καταφυγή στην λαϊκή παράδοση του λαού μας, δίνει με εύληπτο τρόπο την απάντηση. Πλείστες παραδόσεις μιλούν για τiς μοίρες οι οποίες σύμφωνα με κάποιες εκδοχές μένουν σε πλούσιο παλάτι ενώ με άλλες παραδόσεις σε ψηλά βουνά. Οι μοίρες λοιπόν είναι τρεις αδερφές που την νύχτα επισκέπτονται την λεχώνα κατά την τρίτη μέρα μετά την γέννηση του παιδιού ώστε να μοιράνουν το βρέφος. Η οικογένεια μάλιστα έχει φροντίσει να αφήσει τρία κουταλάκια με μέλι, τρία αμύγδαλα και τρία ποτήρια με νερό. Οι τρεις μοίρες λοιπόν είναι αυτές που κλώθουν την μοίρα του νεογέννητου ακόμα βρέφους, όπου η μεγάλη αδερφή κρατάει ψαλίδι, η αλλη αδράχτι και η τρίτη ρόκα με λινάρι. Οι δύο λοιπόν μελετούνε τις τύχες του παιδιού, αλλά πάντα με την σύμφωνη γνώμη της μεγάλης αδερφής.

Σύμφωνα με μια παράδοση από την Αίγινα: “Όταν οι Μοίρες έρχονται στο σπίτι που θα μοιράνουν το παιδί είναι στολισμένες, ασπροντυμένες με κορόνα ή κανένα στόλισμα στο κεφάλι, με γιορντάνια από μαργαριτάρια στο λαιμό και με μαργαριταρένια βραχιόλια΄ η μεγάλη κρατεί και ένα μαργαριταρένιο κομπολόι στο χέρι. Έχει κι ένα βιβλίο και σ' αυτό γράφει ό,τι και οι τρεις μοιράνουνε το παιδί. Στην κάμαρη της λεχώνας μπαίνουν τα μεσάνυχτα μπροστά πηγαίνει η μεγάλη ή πρώτη, και κάθουνται και οι τρεις με τη μεγάλη στη μέση. Αφού ξεκουραστούν τρώνε το γλυκό και εύχονται να'ναι και το παιδί γλυκαμένο σ' όλη του τη ζωή. Έπειτα οι δύο μελετούνε τις τύχες του παιδιού , κι αν τα δεχτεί η μεγάλη, τα γράφει στο βιβλίο της. Πολλοί λεν πως οι μοίρες που παν να μοιράνουν το παιδί κρατούν η μεγάλη ψαλίδι, η άλλη αδράχτι και η τρίτη ρόκα με λινάρι και μ' αυτά προσδιορίζουν πόσο θα ζήσει. Στο μοίρασμα απάνου η μια με τη ρόκα γνέθει, η άλλη με τ'αδράχτι τυλίγει την κλωστή, και κάθε τυλιξιά είναι κι ένας χρόνος΄ όταν τελειώσει το μοίραμα, η μεγάλη με το ψαλίδι κόβει την κλωστή. Αν σπάσει η κλωστή προτού να τελειώσει το μοίραμα, παύουν κι οι Μοίρες και φεύγουν΄ και το παιδί θα ζησει τόσα χρόνια, όσες τυλιξές έχει τ'αδράχτι, και θα γίνουν όσα επροφτάσανε να τον μοιράσουνε οι Μοίρες”.

Είναι εμφανές λοιπόν, σύμφωνα με την παράδοσή μας, ότι το πεπρωμένο μας υφαίνεται ήδη από την στιγμή της γέννησης. Οι περιπέτειες που θα ζήσουμε, ο έρωτας κσι οι γνωριμίες τα ταξίδια που θα κάνουμε ή ακόμα και το αν θα ζήσουμε μια ήρεμη και δίχως αναταράξεις ζωή. Ωστόσο, η αντίδραση του ανθρώπου σε αυτά που πρόκειται να αντιμετωπίσει είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης. Είναι στην δική μας επιλογή αν θα ενδώσουμε ή όχι, αν θα δεχτούμε με περηφάνεια ή με μεμψιμοιρία ένα αναπάντεχο γεγονός, αν θα πούμε το μεγάλο Όχι ή το μεγάλο Ναι στην ζωή μας. Ενυπάρχει δηλαδή και ο παράγοντας της θέλησης, σε αντίθεση με το εξ' ανατολής κισμέτ, όπου ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα με μηδαμινή δύναμη, μοιρολάτρης και έρμαιο των διαφόρων καταστάσεων.

Εντούτοις, αυτός ο συνδυασμός ελεύθερης βούλησης και τύχης, απηχεί ομοίως τις λαϊκές παραδόσεις των προγόνων μας, γεγονός άλλωστε που αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την συνέχεια των Ελλήνων στο πέρας των αιώνων. Τρεις είναι οι μοίρες λοιπόν στην αρχαία μας παράδοση, η Λάχεσις που πλέκει το νήμα της ζωής, η Κλωθώ που περιπλέκει στο αδράχτι και η Άτροπος που κόβει το νήμα της ζωής σε ένα ορισμένο σημείο. Πρόκειται για κόρες της Νύχτας και μάλιστα στην αρχαιότητα αποτελούσαν πολύ σημαντικές θεότητες, από τις οποίες ούτε ο Πατέρας των θεών και των ανθρώπων, ο Δίας δεν μπορούσε να ξεφύγει. Μάλιστα, είχαν χτίσει ναούς προς τιμήν τους, όπου ως θυσίες προσέφεραν μέλι, άνθη και καρπούς. Ωστόσο, και στην Πολιτεία του Πλάτωνα γίνεται λόγος για τις τρεις μοίρες, στον μύθο του Ηρός, όπου εκεί όμως αναφέρονται ως κόρες της ανάγκης. Κατά την μετενσάρκωσή τους λοιπόν οι ψυχές όφειλαν να διαλέξουν με κλήρο ανάμεσα σε πολλά υποδείγματα ζωής, καθ΄υπόδειξη του εξάγγελου της Λαχέσεως. Ακόμα λοιπόν και στην πλατωνική παράδοση η τύχη κάθε ανθρώπου είναι προδιαγεγραμμένη αλά είναι η ψυχή που κανει την επιλογή . υπάρχει δηλαδή πάντα ο παράγοντας της ελέυθερης θέλησης. 'Οπως αναφέρει και το πρωτοτυπο κείμενο:

“ἄλλας δὲ καθημένας πέριξ δι’ ἴσου τρεῖς, ἐν θρόνῳ ἑκάστην, θυγατέρας τῆς Ἀνάγκης, Μοίρας, λευχειμονούσας, στέμματα ἐπὶ τῶν κεφαλῶν ἐχούσας, Λάχεσίν τε καὶ  Kλωθὼ καὶ Ἄτροπον, ὑμνεῖν πρὸς τὴν τῶν Σειρήνων ἁρμονίαν, Λάχεσιν μὲν τὰ γεγονότα, Κλωθὼ δὲ τὰ ὄντα, Ἄτροπον δὲ τὰ μέλλοντα. καὶ τὴν μὲν Κλωθὼ τῇ δεξιᾷ χειρὶ ἐφαπτομένην συνεπιστρέφειν τοῦ ἀτράκτου τὴν ἔξω περιφοράν, διαλείπουσαν χρόνον, τὴν δὲ Ἄτροπον τῇ ἀριστερᾷ τὰς ἐντὸς αὖ ὡσαύτως• τὴν δὲ Λάχεσιν  ἐν μέρει ἑκατέρας ἑκατέρᾳ τῇ χειρὶ ἐφάπτεσθαι. σφᾶς οὖν, ἐπειδὴ ἀφικέσθαι, εὐθὺς δεῖν ἰέναι πρὸς τὴν Λάχεσιν. προφήτην οὖν τινα σφᾶς πρῶτον μὲν ἐν τάξει διαστῆσαι, ἔπειτα λαβόντα ἐκ τῶν τῆς Λαχέσεως γονάτων κλήρους τε καὶ βίων παραδείγματα, ἀναβάντα ἐπί τι βῆμα ὑψηλὸν εἰπεῖν―  «Ἀνάγκης θυγατρὸς κόρης Λαχέσεως λόγος. Ψυχαὶ ἐφήμεροι, ἀρχὴ ἄλλης περιόδου θνητοῦ γένους θανατηφόρου. οὐχ ὑμᾶς δαίμων λήξεται, ἀλλ’ ὑμεῖς δαίμονα αἱρήσεσθε. πρῶτος δ’ ὁ λαχὼν πρῶτος αἱρείσθω βίον ᾧ συνέσται ἐξ ἀνάγκης. ἀρετὴ δὲ ἀδέσποτον, ἣν τιμῶν καὶ ἀτιμάζων πλέον καὶ ἔλαττον αὐτῆς ἕκαστος ἕξει. αἰτία ἑλομένου• θεὸς ἀναίτιος.»

Η θέληση ωστόσο στον Πλάτωνα ορίζεται ως δύναμη ψυχής και μακριά από νεοταξικές θεωρίες που ευαγγελίζονται ότι κάθε άνθρωπος είναι απόλυτα υπέθυνος για την ζωή του, οπότε μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, είναι παντοδύναμος, άρα και αλαζόνας και δεν πιστεύει σε τυχόν ανώτερες δυνάμεις που κινούν τα νήματα, οπότε και δεν σέβεται, αλλά ούτε και πράττει με βάσει συγκεκριμένους ηθικούς κώδικες. Η παντοδυναμία άλλωστε του ατόμου ακόμα και εις βάρος της φύσης απηχεί άλλωστε την θεωρία του φιλελευθερισμού, όπου το άτομο είναι ικανό να πράξει οτιδήποτε χωρίς να λαμβάνει υπόψιν του τον παράγοντα του θείου. Στις μέρες μας αυτή η ανεδαφική άποψη εκφράζεται μέσω της φρασεολογίας “ζήσε το όνειρό σου”, 'ο εαυτός σου πρώτα” και με την υιοθέτηση ενός άμετρου και ακαλαίσθητου τρόπου ζωής. Στην πολιτική δε σφαίρα, είναι αυτή ακριβώς η σαθρή θεωρία του “όλοι μπορούμε να κάνουμε οτιδήποτε” που εν τέλει οδήγησε την χώρα στην εξαθλίωση, την απομάκρυνση από τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, την αστυφιλία και την υποδούλωση σε ξένες δυνάμεις.

Ακόμα και στον φιλόσοφο της δύναμης της θέλησης, κυριαρχεί αυτό το μοτίβο. Όμοια με το “ήθος ανθρώπω δαίμων” του Ηράκλειτου, ο Φρειδερίκος Νίτσε κηρήττει στον Ζαρατούστρα ότι αγαπά “αυτόν που κάνει την αρετή του μοίρα και κλίση του κι έτσι για το καλό της αρετής του θέλει να ζήσει ή να μην ζήσει”. Ακόμα κι αν ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου είναι η μοίρα του και η αρετή του ή κακία του τον ωθούν να διαλέξει και το ανάλογο μονοπάτι στην ζωή του, τι είναι αυτό ακριβώς που χαράσσει το χαρακτήρα ενός ατόμου; Πρόκειται καθαρά για επιδράσεις του περιβάλλοντος και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ή είναι εξίσου ή ακόμα σημαντικότερες οι εγγενείς ιδιότητες ή και τα τυχόν ταλέντα ενός ατόμου, που έχουν κληροδοτηθεί από τους προγόνους ή χαρακτηρίζονται πολλάκις ως “θείο δώρο”; Ακόμα λοιπόν και σε αυτήν την περίπτωση, το μερτικό κάθε ανθρώπου είναι προδιαγεραμμένο από την στιγμή της γέννησής του.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει ο παράγοντας της τύχης, υπάρχει όμως και η ελεύθερη βούληση, κατά το αριστοτελικό μέτρο, ούτε παντοδυναμία και απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου σύμφωνα με την δυτική θεώρηση του κόσμου, αλλά ούτε και μηδενικές ευθύνες και μοιρολατρία σύμφωνα με το ανατολίτικο πρότυπο. Πρόκειται για την μοίρα, το μερίδιο του κάθε ανθρώπου, όπου σε κάθε περίπτωση ο άνθρωπος καλείται να δείξει και την ανάλογη ψυχική δύναμη κι αν είναι αρκετά τολμηρός να προκαλέσει τις μοίρες για να του δώσουν μια ζωή γεμάτη δυσκολίες, περιπέτειες και διλήμματα, ώστε να έχει κάθε ευκαιρία να δείξει το ψυχικό σθένος και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του. Να ζήσει ή να μην ζήσει.

Διαβάστε αυτό και άλλα πολλά στο δέκατοεκτο τεύχος του περιοδικού "Μαίανδρος"