Κοσμοθεωρήσεις, πάλη των ιδεών, πολιτικές πρακτικές και κοινωνικά ρεύματα

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019 - 14:30

Μέρος  5

Ο φεμινισμός είναι ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα το οποίον αρχίζει περί  τα μέσα του 19ου  αιώνος και συνεχίζεται μέχρις τις ημέρες μας. Επίσης ο φεμινισμός είναι ένα ευρύ, σύνθετο και πλούσιο πεδίο θεωρητικής μελέτης και κοινωνικής ερεύνης. Οι δυο αυτές διαστάσεις του φεμινισμού – η «κινηματική» και η επιστημονική – αναπτύσσονται παραλλήλως και ανατροφοδοτούνται.

Τα θεμελιώδη ερωτήματα του φεμινισμού έχουν ως εξής :

Τι συμβαίνει  στην κοινωνία με τις γυναίκες; Είναι παρούσες ως δραστήρια συμμετοχικά μέλη της ή είναι αποκλεισμένες; Σε ποιούς κατ’ εξοχήν ρόλους τις συναντάμε (π.χ. σύζυγοι, μητέρες); Είναι οι ρόλοι τους ισότιμοι ή υποδεέστεροι από τους ανδρικούς;

Γιατί συμβαίνουν και είναι έτσι τα πράγματα; Μήπως δεν είναι απολύτως «φυσικά» παρελκόμενα αλλά αποτελούν «κατασκευασμένα» παράγωγα  στο πλαίσιο ενός ευρυτέρου πλέγματος, ενός συστήματος κοινωνικών σχέσεων το οποίον χαρακτηρίζεται από φυσικές δυναμικές του ανθρωπίνου διαφορισμού (φυλετισμός) ή από τεχνητές δυναμικές, γεννήτριες ανισότητος και καταπιέσεως, που επιπλέκουν τις προηγούμενες (π.χ. πατριαρχική κοινωνική οργάνωση, καπιταλισμός);

Εφόσον η κοινωνική υφή και λειτουργία δεν αποτυπώνει την «φυσική τάξη πραγμάτων» αλλά αποτελεί αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών, πώς ημπορούμε να αλλάξουμε αυτά τα κοινωνικά δεδομένα ώστε να επιτύχουμε κοινωνική ισονομία - ισότητα και δικαιοσύνη;

Ο φεμινισμός ως κοινωνικό κίνημα εν πολλοίς πρεσβεύει την οικονομική, πολιτική και κοινωνική ισότητα μεταξύ γυναικών και αντρών. Διακηρύσσει ότι οι γυναίκες και οι άνδρες πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα -νομικά και πολιτικά-, σεξουαλική αυτονομία, καθώς και ανεξαρτησία - αυτενέργεια.

Ο φεμινισμός ως θεωρητική προσέγγιση θεωρεί ότι οι γυναίκες είναι καταπιεσμένες συστηματικώς και με ιδιαίτερον τρόπο, αμφισβητεί δε ποικιλοτρόπως τις παλαιότερες, διαδεδομένες και παραδεδεγμένες  στερεοτυπικές αντιλήψεις περί του φύλου και των εμφύλων ρόλων.

Εδώ οφείλουμε αρχικώς να εξετάσουμε την ακόλουθο αρχή: εκτός από κάποιες περιπτώσεις ολοκληρωτικής υπερβάσεως της ανθρωπίνης φυσικής καταστάσεως, το φύλον πρέπει να εννοείται ως «σφραγίς της μοίρας» ως  «πεπρωμένον», ήτοι ένα βαθέως θεμελιώδες «γεγονός» («ήδη συμβάν»), της ανθρωπίνης φύσεως. Ουδείς άνθρωπος ημπορεί πράγματι να υπάρξει παρά μόνον ως άνδρας ή ως γυναίκα. Οι δηλούμενες ως αλλότριες καταστάσεις και τρόποι είναι αυταπάτες  και ανυπόστατα ψευδεπίγραφα.  Αυτή η άποψη πρέπει να αφομοιωθεί πλήρως και να αντιτεθεί ουσιωδώς σε εκείνην την επιπολαία πλάνη που θεωρεί ότι το φύλο είναι κάτι το συμπτωματικόν και δευτερεύον σε σχέση με το να είναι κανείς άνθρωπος «εν γένει».

Συμφώνως προς αυτήν την άποψη, το φύλον αντιμετωπίζεται ως μια διαφορά η οποία αφορά μόνον το σωματικό και βιολογικό μέρος της ανθρωπίνης φύσεως, στον βαθμό που το φύλο έχει νόημα και συνέπειες μόνον ως προς τη φυσιοκρατική πλευρά της ανθρωπίνης ζωής. Μια τέτοια άποψη είναι αφηρημένη και ανόργανη και στην πραγματικότητα ημπορεί να υποστηριχθεί μόνον από ένα παρακμάζον ανθρώπινον είδος, μέσω παλινδρομήσεως σε ανεξέλικτα στάδια και μέσω  ευρυτέρου εκφυλισμού. Το σωματικό και βιολογικό μέρος δεν αφορά παρά μόνον την τελική, την πλέον  ακατέργαστο και απτή όψη του φύλου. Η αλήθεια όμως είναι ότι, πριν αλλά και παραλλήλως με την σωματική του υπόσταση το φύλον υπάρχει στην ψυχή και, σ’ έναν ορισμένο βαθμό, στο ίδιο το πνεύμα.

Είμαστε άνδρες ή γυναίκες εσωτερικώς, πριν υπάρξουμε σωματικώς. Η πρωταρχική αρσενική ή θηλυκή «ποιότης» μας διαπερνά και εμποτίζει ολόκληρο την ύπαρξή μας, την ορατή όσον και την αόρατη,  όπως ένα χρώμα διαπερνά ένα υγρόν. Και εάν υπάρχουν ενδιάμεσοι βαθμοί σεξουαλικής αναπτύξεως, δεν σημαίνει παρά ότι η βασική ποιότης για την οποίαν ομιλούμε, εκδηλώνεται με άλλοτε υψηλοτέρα, άλλοτε χαμηλοτέρα ένταση, αναλόγως του ατόμου. Αυτό βεβαίως δεν αναιρεί τίποτε από την θεμελιώδη υπόσταση του φύλου.

Πέραν από τις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις όπου το φύλον υπερβαίνεται επειδή η ανθρωπίνη κατάσταση εν γένει έχει υπερκεραστεί, συχνά κάνουμε το λάθος να θεωρούμε ως «πέραν του φύλου» μια κατάσταση η οποία στην πραγματικότητα, αφορά σε μιαν υπαρξιακή περιοχή αποσπασμένη από την ζωή, καθώς και από κάθε βαθεία μορφοποιητική δύναμη, στην περιοχήν των «υπερδομών» και των «διανοητικοποιημένων» και κοινωνικών μορφών, η υπερβολική ανάπτυξη των οποίων χαρακτηρίζει τις εκφυλισμένες αστικές φάσεις ενός πολιτισμού.

Πρέπει επίσης να τονισθεί το γεγονός ότι, κάθε ανθρώπινο ον αποτελείται από δύο «μέρη»: το ένα είναι το ουσιαστικό, εσώτερο,  «πυρηνικό» συστατικό  μέρος του και το άλλο είναι το εξωτερικό, το τεχνητό, το επίπλαστον, το επίκτητο μέρος που διαμορφώνεται μέσα στο πλέγμα των κοινωνικών χωροχρονικών σχέσεων και διαδράσεων και δημιουργεί την persona [«προσωπείον»] του ατόμου. Ο όρος «προσωπείον» χρησιμοποιείται με την πρωταρχικήν έννοια της προσωπίδος - μάσκας ενός ηθοποιού (σε αντίθεση με το «πρόσωπον», το  οποίον ημπορεί να ειπωθεί ότι αντιστοιχεί στο ουσιώδες, το αληθές «εν τω βάθει» μέρος). Η περσόνα αποτελεί την δημοσίαν εικόνα, την «μάσκα» την οποίαν ο άνθρωπος φορά πριν δείξει τον εαυτό του στον εξωτερικό κόσμο. Στην καλυτέρα περίπτωση ημπορεί να αφορά στην «καλή εντύπωση» που επιθυμεί να παρουσιάζει στους άλλους, ημπορεί όμως να αποτελεί και την λανθασμένη εντύπωση την οποίαν δημιουργεί προκειμένου να διαχειριστεί την γνώμη και την συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων.

Οποιοδήποτε από τα δύο προαναφερόμενα μέρη ημπορεί να αναπτυχθεί περισσότερον από το άλλο, αυτό δε εξαρτάται όχι μόνον από το άτομον αλλά και από το είδος του περιέχοντος πολιτισμού. Αυτό το δρώμενο ημπορεί να εκφυλισθεί σε μια σχεδόν αποκλειστική, ανεξέλεγκτο και τερατώδη ανάπτυξη της εξωτερικής και τεχνητής μάσκας. Δηλαδή ανάπτυξη του κοινωνικού, ορθολογικού-διανοητικού, πρακτικού και «πνευματικοποιημένου» ατόμου, το οποίον διατηρεί πλέον ελαχίστους μόνον οργανικούς δεσμούς με το ουσιώδες «Είναι» του. Μόνον σε αυτές τις περιπτώσεις το φύλον ημπορεί να θεωρηθεί δευτερεύον ή και αμελητέον.

Σε μια τέτοιαν περίπτωση όπου το φύλο καθίσταται αμελητέον ή δευτερεύον, αντιστοιχεί πάντοτε μια ισχυρά ευρυτέρα «αναισθητοποίηση» ή ένας πρωτογονικός εκχυδαϊσμός και μια αποκτήνωση της σεξουαλικής ζωής. Μόνον τότε ημπορεί να φανεί ως μικράς σημασίας το εάν κάποιος άνθρωπος είναι άνδρας ή γυναίκα οπότε αυτό θα έχει ολοέν και ολιγοτέραν αξία για τον καθορισμό των κλίσεων, της αυτο-αναπτύξεως, της εν γένει συμπεριφοράς στην ζωή, καθώς  και της υφής των ενασχολήσεων του ατόμου- Δηλαδή αξίαν η οποία τυγχάνει ιδιαιτέρως υψηλή για όλους τους υγιείς πολιτισμούς!

Αυτή ακριβώς η διαπίστωση υποσημαίνει ότι, η διαφορά ανάμεσα στην αρσενική και τη θηλυκή ψυχολογία έχει σοβαρώς μειωθεί.

Ο σημερινός πολιτισμός, ωφελιμιστικός, ορθολογικός, αφηρημένος και μαζοποιημένος, δίδει όλο και μεγαλυτέρα έμφαση σε πράγματα τα οποία ουδεμίαν έχουν σχέση με την ουσιώδη πλευρά της ανθρωπίνης υπάρξεως. Είναι ανόργανος, μηχανιστικώς τυποποιημένος και ατόπως ψευδο-συμβολικός και αφηρημένος. Οι αξίες του είναι εν μέρει προϊόντα ενός εκφυλισμού των τύπων, εν μέρει δε ενισχύουν και προσαυξάνουν αυτόν τον ενεργό αποσυνθετικό εκφυλισμό.

Έτσι η σύγχρονη γυναίκα εισδύει παθητικώς, «διαπιδύει» σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, οπότε και «εξισώνει» νοητικώς  και αφηρημένως τον εαυτό της με τον άνδρα. Διότι τα προσόντα, οι ικανότητες, η συμπεριφορά και οι πλέον τυπικές δραστηριότητες στον σύγχρονο πολιτισμό έχουν ασαφείς ή ανυπάρκτους  δεσμούς με τα βαθύτερα φυσικά επίπεδα και με την παραδοσιακή διάσταση, όπου ενεργεί ρωμαλέος ο νόμος του φύλου, με την οντολογική μάλλον παρά με την σωματική, βιολογική ή ακόμα και ψυχολογικήν έννοιά του.

Το σφάλμα το ευρισκόμενον όπισθεν και της σφαλεράς φεμινιστικής ανταγωνιστικότητος και το οποίον βεβαίως την καθιστά δυνατή και πραγματώσιμον, είναι η «αυτονόητος» (για τον σύγχρονο μηχανοποιημένο – λογιστικό πολιτισμό) υπερεκτίμηση του «ορθού λόγου», της λογικής και πρακτικής διανοίας, η οποία στην πραγματικότητα είναι μόνον ένα εργαλείο της ψυχής και βεβαίως της ζωής, διότι  αυτά τα δύο δεδομένα είναι ποιοτικώς και βαθέως  διαφοροποιημένα, ενώ η διάνοια καθ’ εαυτήν είναι άμορφος και «ουδετέρα», ημπορεί δε να αναπτυχθεί εξ ίσου τόσον στον άνδρα όσο και στη γυναίκα.

Όσον αφορά στις σύγχρονες, εκφυλισμένες μορφές του θηλυκού εξαιρετικώς οξυδερκής και ωμή είναι η διαπίστωση του μεγάλου Ιρλανδού συγγραφέως Λίαμ Ο Φλάχερτυ  (Liam O'Flaherty, 1896 –1984), εκπροσώπου της Ιρλανδικής λογοτεχνικής αναγεννήσεως και συνιδρυτού του Ιρλανδικού Κομμουνιστικού Κόμματος: «Αυτές οι κυρίες δίχως φύλο που στοιχειώνουν τις φημισμένες συνοικίες των μεγαλουπόλεων, πλημμυρισμένες από ανεκπλήρωτες διανοητικές φιλοδοξίες, αποτελούν  το κύριο στήριγμα ιατρών, πνευματιστών, ψυχαναλυτών και εκκεντρικών συγγραφέων».

Εδώ θα αναφερθούμε μόνον εν παρόδω στο επίμαχον ερώτημα σχετικώς με την κατωτερότητα, την ισότητα ή την ανωτερότητα της γυναικός ως προς τον άνδρα. Ένα ερώτημα τέτοιου είδους στερείται ουσιώδους και λογικού νοήματος, αφού προϋποθέτει ότι τα δύο «μέρη» ημπορούν να μετρηθούν με ένα κοινό μέτρο. Αν αφήσουμε κατά μέρος κάθε τι το τεχνητό, το εξωτερικό και το επίκτητο, θα διαπιστώσουμε ότι ανάμεσα στις πλατωνικές ιδέες του ανδρός και της γυναικός υπάρχει μια τέτοια διαφορά που καθιστά ολοσχερώς αδύνατη κάθε κοινή μέτρηση.

Ακόμα και ιδιότητες ή χαρίσματα που ομοιάζουν να είναι κοινά και στους δύο ή «ουδέτερα», λειτουργούν και αποτυπώνονται διαφορετικώς σε έναν άνδρα και σε μια γυναίκα. Δεν ημπορούμε να αναρωτώμεθα εάν η «γυναίκα» είναι ανωτέρα ή κατωτέρα του ανδρός, περισσότερον απ’ όσον ημπορούμε να αναρωτώμεθα εάν το νερό είναι ανώτερον ή κατώτερον από το πυρ!. Το κριτήριον μετρήσεως καθενός από τα  δύο φύλα δεν ημπορεί να δοθεί από το αντίθετον φύλο αλλά μόνον από την «ιδέα» του ιδίου αυτού φύλου. Με άλλα λόγια, το μόνο πράγμα για το οποίον ημπορούμε να ομιλήσουμε είναι η ανωτερότης ή κατωτερότης μιας συγκεκριμένης γυναικός ως προς τον βαθμόν εγγύτητός της προς ένα θηλυκό τύπο, προς την καθαρά και «απόλυτο» γυναίκα, προς το «απόλυτον ανθρώπινο θήλυ» -βεβαίως το ίδιο ακριβώς πράγμα ισχύει επίσης και για τον άνδρα.

 

Α. Κωνσταντίνου