Κερδίζοντας την μάχη της 7ης Ιουλίου

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2019 - 08:40

Κερδίζοντας την μάχη της 7ης Ιουλίου

Για αρκετό καιρό, το επικοινωνιακό επιτελείο της ΝΔ μας… προειδοποιούσε για «τον κίνδυνο του ΣΥΡΙΖΑ», προτείνοντάς μας ως λύση (τι άλλο;) το να ψηφιστεί η ΝΔ. Τόσο… απλό, όσο επιφανειακό και φτηνό. Χωρίς επιχειρήματα που να συνάδουν με το ότι ζούμε την εποχή των μνημονίων και της παγκοσμιοποίησης, των γεωπολιτικών αναστατώσεων και της «ανατίναξης» της πολιτικής γεωγραφίας, όπως την ξέραμε τις περασμένες δεκαετίες.

Στην Ελλάδα, ο δικομματισμός ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, που γνώρισε μεγάλες δόξες πάνω από τρεις δεκαετίες, έδωσε στα ταραγμένα χρόνια των μνημονίων την θέση του σε έναν ατελή διπολισμό (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ). Και στις κρίσιμες στιγμές (2012,2013) βρέθηκαν σχήματα και φόρμουλες συνεννόησης στον πολιτικό κόσμο του «Συνταγματικού τόξου», παρά τις μέχρι τότε δήθεν αντιπαλότητες. Στον νέο πολιτικό κύκλο υπάρχουν βαθύτερες διεργασίες που καθορίζουν πολλές καταστάσεις, αλλά και πολλά απανωτά γεγονότα που επιταχύνουν ή ακυρώνουν σχεδιασμούς, αλλάζοντας ορισμένα από τα δεδομένα.

Αυτός ο νέος πολιτικός κύκλος απαιτεί περισσότερες αναφορές στην «πατρίδα», καθώς η κυριαρχία της στον λαϊκό παράγοντα υπερτερεί συντριπτικά, ακόμη και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Οι σχεδόν 10 μονάδες διαφοράς ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου ήταν αποτέλεσμα αυτών των αναφορών, καθώς (έστω και λανθασμένα) η ΝΔ φάνηκε ως η «πατριωτική» απάντηση στην εθνομηδενιστική λαίλαπα του ΣΥΡΙΖΑ και την «δικαιωματική» ρητορική και -κυρίως- πρακτική του. Όλα αυτά τα χρόνια, ο δικομματισμός είχε δομικό ρόλο ως στυλοβάτης και σταθεροποιητικός παράγοντας του πολιτικού συστήματος, στηριζόμενος στην εναλλαγή ανάμεσα στους δύο αντίπαλους, με την διακυβέρνηση του ενός να μοιάζει σαν νομοτελειακή προετοιμασία της επιστροφής του άλλου.

Αν κάποτε το καθιερωμένο σχήμα «Δεξιά-Αριστερά» εξέφραζε μια πραγματική πολιτική αντίθεση, υπό το πρίσμα της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, εδώ και αρκετά χρόνια έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Στις σύγχρονες συνθήκες πολιτικής αντιπαράθεσης και κοινωνικής ζύμωσης η παλιά αντίθεση τείνει να χάνει ολοένα και πιο πολλά από τα παλιά χαρακτηριστικά της. Στην μεταμοντέρνα κατάσταση της νεωτερικότητας, οι πολιτικοί πόλοι της δεξιάς και της αριστεράς έχουν πλησιάσει τόσο πολύ ο ένας τον άλλον, ώστε να θεωρείται ότι κατευθύνονται από ένα ενιαίο κέντρο αποφάσεων. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης αυτές οι αποστάσεις μίκρυναν ακόμη περισσότερο, καθώς κοινό κεντρικό σημείο έγινε η κυβερνησιμότητα με ολόιδια εργαλεία, στόχους, ακόμη και συνθήματα.

Οι αγορές, οι ελίτ και η ευρωκρατία αποκτούν μια ενιαία διάσταση, στην οποία ολόκληρο το πολιτικό υπηρετικό προσωπικό των εναλλασσόμενων κυβερνήσεων είναι υποχρεωμένο να εφαρμόζει αδιάκριτα και αδιαμαρτύρητα ό,τι του υποδείξουν. Επομένως, η «αντιαριστερή» πολιτική από ένα «δεξιό» κόμμα (το οποίο αρνείται ότι είναι «δεξιό») αποτελεί μια εντελώς ακίνδυνη κατάσταση, και το μόνο που εκφράζει στην πραγματικότητα να είναι το συγκεκριμένο κομματικό (και όχι Εθνικολαϊκό) συμφέρον. Στην σημερινή εποχή, η αντίθεση «Δεξιά-Αριστερά» είναι απλώς η έκφραση μιας στείρας και οπαδοποιημένης απολίτικης αντιπαράθεσης δύο κέντρων διαχείρισης ξένων εντολών. Στην βάση αυτής της ανάθεσης και των ποιοτικών χαρακτηριστικών της στήνεται ένα συγκεκριμένο πολιτικό σκηνικό που δεν παράγει γεγονότα ουσίας, αλλά μεγεθύνει και πολλαπλασιάζει ασήμαντους και ψευδεπίγραφους ανταγωνισμούς.

Επί τω προκειμένω, δεν είναι δυνατόν σήμερα να στηθεί και να σταθεί μια «αντιαριστερή» πολιτική ουσίας από την ΝΔ, επειδή το όποιο «αντιαριστερό» περιεχόμενο της «μεγάλης φιλελεύθερης παράταξης», που κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι «δεν είναι η πραγματική αριστερά» και δηλώνει ότι «αναγνωρίζει, σέβεται και τιμά τους αγώνες της αριστεράς», έχει καταστεί ρηχό και εντελώς επιφανειακό. Η προσπάθεια αναζήτησης ουσίας στην «αντιαριστερή» θέση οφείλει να έχει χαρακτήρα ΜΟΝΟ Εθνικό, Λαϊκό, Εργασιακό και όχι υπέρ των αγορών, των τραπεζών, του (νέο)φιλελευθερισμού. Στον νέο πολιτικό κύκλο που διανύουμε, το αίτημα μιας ουσιαστικής-ριζικής πολιτικής αλλαγής δεν μπορεί να παραμείνει στα επιφανειακά πλαίσια μιας εναλλαγής κομμάτων προσκολλημένων στο ίδιο σαπισμένο έδαφος, και μάλιστα χωρίς κανένα απολύτως κοινωνικό περιεχόμενο.

Παρ’ όλες τις αποτυχημένες προσπάθειες να συγκροτηθεί η κατάσταση σε ένα σύστημα που έστω και με 151 βο(υ)λευτές κατόρθωνε να αντέχει, τώρα το καθεστώς φαντασιώνεται υπερφίαλα έναν νέο επαρκή διπολισμό. Αυτό το εισπράττουν πρώτοι οι κύριοι εκφραστές του, γι’ αυτό και προσπαθούν να φιλοτεχνήσουν ένα θεατρικό πολιτικό σκηνικό στα όριά τους. Τα όρια αυτά, όμως, θα δοκιμαστούν (και) από τις εξελίξεις στα Εθνικά θέματα. Στις 7 Ιουλίου δεν κινδυνεύουμε από μια παραμονή της αριστεράς της εξουσίας, καθώς η πρωτιά της ΝΔ είναι δεδομένη. Αυτό που στην πραγματικότητα μας απειλεί είναι ένα ολόκληρο εθελόδουλο πολιτικό σύστημα, που υπάρχει και αναπαράγεται μόνο για τον εαυτό του και τα στενά συντηρητικά συμφέροντά του, σε πλήρη σύμπνοια και συμφωνία με τις επιταγές της παγκοσμιοποίησης, της ευρωκρατίας, των διεθνών ελίτ.

Ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, το οποίο προσαρμόστηκε άνετα στις μνημονιακές συντεταγμένες, αδιαφορώντας για την εθνική και κοινωνική διάλυση της Χώρας. Το σχήμα «Δεξιά-Αριστερά», ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ, είναι εγκολπωμένο εντός του πολιτικού συστήματος, στοχεύοντας στον εγκλωβισμό της κοινωνικής αμφισβήτησης και δυναμικής. Αυτό το οποίο πραγματικά χρειάζεται η Πατρίδα και ο Λαός είναι μια πολιτική πλήρους διεξόδου και αληθινής αναγέννησης της Χώρας, σε ευθεία σύγκρουση με αυτό το πολιτικό σύστημα και τις σημερινές συντεταγμένες του.

Χρειάζεται την ενισχυμένη ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, στις πολλές πολιτικές μάχες που έρχονται, με την 7η Ιουλίου να είναι μια απ’ αυτές τις μάχες που πρέπει να κερδηθούν. Και θα κερδηθεί! ΖΗΤΩ Η ΝΙΚΗ!

Γιώργος Μάστορας