Ιούλιος Έβολα - «Η Προέλευση» (B’ Μέρος)

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016 - 07:28

Ιούλιος Έβολα - «Η Προέλευση» (B’ Μέρος)

Παράλληλα, αναφερόταν στον κόσμο του «είναι» και στον κόσμο του «γίγνεσθαι», καθώς, κατά την άποψη του, και οι δυο επηρεάζουν πράγματα, δαίμονες και ανθρώπους. Οποιαδήποτε υποστατική αναπαράσταση των δύο αυτών κόσμων, εκφραζόμενη είτε με αστρικούς, μυθολογικούς, θεολογικούς ή θρησκευτικούς όρους, υπενθυμίζει στον παραδοσιακό άνθρωπο την ύπαρξη των δύο καταστάσεων. Επίσης, αντιπροσωπεύει ένα σύμβολο που πρέπει να αναζητηθεί μέσα από μία εσωτερική εμπειρία ή τουλάχιστον μέσα από το προαίσθημα μιας εσωτερικής εμπειρίας.

Αναφερόμενος, ενδεικτικά, στον Ελληνισμό, τοποθετήθηκε λέγοντας ότι είδε την φύση σαν την προσωποποίηση της αιώνιας κατάστασης της «ένδειας» των πραγματικοτήτων εκείνων που, επειδή έχουν την αρχή και την αιτία τους έξω από τον εαυτό τους, ρέουν και χάνονται επ' αόριστον (αεί ρέοντα). Στην εξέλιξη τους, αυτές οι πραγματικότητες αποκαλύπτουν μια πρωτογενή και θεμελιώδη έλλειψη κατεύθυνσης και σκοπού και ένα επαναλαμβανόμενο περιορισμό. Βάσει, λοιπόν, ανάλογων παραδόσεων, «ύλη» και «γίγνεσθαι»εκφράζουν την πραγματικότητα που ενεργεί σε μία ύπαρξη, σαν μία σκοτεινή αναγκαιότητα ή μία συνεχή αοριστία, ή ακόμα σαν αδυναμία απόκτησης μίας τέλειας μορφής και τοποθέτησης του εαυτού σε ένα νόμο. Έτσι, ο άνθρωπος της Παράδοσης, μέσω διάφορων τρόπων, βρήκε στην έντονη επιθυμία για ταύτιση, η οποία συσκοτίζει και διαταράσσει την «ύπαρξη», την μυστική αιτία της δύσκολης υπαρξιακής του θέσης, καθώς το συνεχές «γίγνεσθαι» και η διαρκής αστάθεια και αβεβαιότητα της κατώτερης ζώνης, εμφανίζονταν στον άνθρωπο της Παράδοσης σαν η κοσμική και συμβολική υλοποίηση αυτής της δύσκολης θέσης.

Ωστόσο, ο φιλόσοφος θεωρούσε ότι στον αντίποδα βρίσκεται η εμπειρία του ασκητισμού, την οποία χαρακτήριζε σαν την οδό εκείνη που οδηγούσε στην άλλη ζώνη ή στον κόσμο της «ύπαρξης», ή πιο συγκεκριμένα σε αυτό που πλέον δεν είναι φυσικό, αλλά μεταφυσικό. Ο ασκητισμός, παραδοσιακά, συνίσταται από αξίες όπως είναι η αυτοκυριαρχία, η αυτοπειθαρχία, η αυτονομία και κυρίως μια ενοποιημένη ζωή. Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι ο φιλόσοφος με τον όρο «ενοποιημένη ζωή» εννοούσε μια ύπαρξη που δεν χρειάζεται να αναλωθεί σε αναζήτηση άλλων πραγμάτων ή ανθρώπων με σκοπό να ολοκληρωθεί και να δικαιωθεί. Οι παραδοσιακές αναπαραστάσεις αυτής της άλλης ζώνης ήταν ηλιακά σύμβολα, ουράνιες περιοχές, όντα από φως ή φωτιά, νησιά και κορυφές βουνών.

Για τον Ιούλιο Έβολα, λοιπόν, αυτές ήταν οι δύο «φύσεις», καθώς η Παράδοση κατανοούσε την πιθανότητα να γεννηθεί κάποιος στην μία ή στην άλλη, και επίσης την πιθανότητα να πάει από την μία στην άλλη, σύμφωνα με το ρητό «Ο άνθρωπος είναι ένας θνητός θεός και ο θεός είναι ένας αθάνατος άνθρωπος». Ο κόσμος της Παράδοσης γνώριζε αυτούς τους δύο μεγάλους πόλους της ύπαρξης, όπως επίσης και τους δρόμους που οδηγούν από τον ένα στον άλλον. Γνώριζε την ύπαρξη του φυσικού κόσμου και την ολότητα των μορφών, ορατών ή υποχθονίων, ανθρωπίνων ή υπανθρωπίνων και δαιμονικών, της «υπερκόσμιας», ενός κόσμου πέρα από αυτόν τον κόσμο.

Συμφώνα, λοιπόν, με την Παράδοση, ο προηγούμενος είναι η «πτώση» του τελευταίου και ο τελευταίος παριστά την «απελευθέρωση» του πρώτου. Κατ’ επέκταση, ο φιλόσοφος είχε την πεποίθηση ότι η πνευματικότητα είναι κάτι που βρίσκεται πέρα από την ζωή και τον θάνατο, ενώ η απλή φυσική ύπαρξη, η«ζωή», στερείται νοήματος και ουσίας εάν δεν προσεγγίζει τον ανώτερο κόσμο ή αυτό που είναι «κάτι περισσότερο από την ζωή», εάν δεν υπάρχει η επιδίωξη στο να μετέχει στην «υπερκόσμια» και στο να εξασφαλίσει μία ενεργή και τελική απελευθέρωση από τα δεσμά που εκπροσωπούν την ανθρώπινη κατάσταση. Ως εκ τούτου, κάθε εξουσία είναι ψευδής, κάθε νόμος είναι άδικος και βάρβαρος, κάθε θεσμός είναι κενός και εφήμερος, εάν δεν ορίζεται στην ανώτερη αρχή της Ύπαρξης και δεν προέρχεται εκ των άνω και δεν προσανατολίζεται «ανοδικά».

Ο παραδοσιακός κόσμος γνώριζε την θεϊκή βασιλεία, κάτι που για τον Ιούλιο Έβολα συνεπάγεται ότι γνώριζε ταυτόχρονα και την γέφυρα μεταξύ των δύο κόσμων, αυτό δηλαδή που αποκαλείται μύηση. Γνώριζε τους δύο μεγάλους τρόπους για να προσεγγίζει την υπερβατικότητα, δηλαδή την ηρωική δράση και τον στοχασμό, καθώς και την μεσολάβηση, δηλαδή την τελετουργία και την πίστη. Γνώριζε την κοινωνική υποδομή, δηλαδή τον παραδοσιακό νόμο και το σύστημα των καστών, αλλά συνάμα και το γήινο πολιτικό σύμβολο, δηλαδή την αυτοκρατορία. Πρόκειται για τις βάσεις της παραδοσιακής ιεραρχίας και του πολιτισμού, οι οποίες έχουν εξαλειφθεί τελείως από τον νικηφόρο «ανθρωποκεντρικό» πολιτισμό των συγχρόνων μας.

Αντεπίθεση

Διαβάστε το πρώτο μέρος