Ιούλιος Έβολα - «Η Προέλευση»

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016 - 07:28

Ιούλιος Έβολα - «Η Προέλευση»

Ο μεγάλος Ιταλός φιλόσοφος Ιούλιος Έβολα, προκειμένου να γίνει εφικτή η κατανόηση του πνεύματος της Παράδοσης και του αντίθετου αυτής, δηλαδή του σύγχρονου πολιτισμού, θεωρούσε αναγκαία πρωτίστως την μελέτη του βασικού δόγματος των δύο φύσεων. Σύμφωνα, λοιπόν, με το δόγμα αυτό, υπάρχει μια φυσική και μια μεταφυσική τάξη πραγμάτων, μια θνητή και μια αθάνατη φύση. Υπάρχει το ανώτερο βασίλειο του «είναι»και ο υποκείμενος κόσμος του «γίγνεσθαι». Γενικότερα, δηλαδή, υπάρχει μια ορατή και πραγματική διάσταση και, πριν και πέρα από αυτή, μια διάσταση αόρατη, η οποία αποτελεί το στήριγμα, την προέλευση και την αληθινή ζωή της προηγούμενης.

Για τον Ιούλιο Έβολα, συνεπώς, οπουδήποτε στον κόσμο της Παράδοσης, τόσο στην Ανατολή, όσο και στην Δύση, αλλά και σε όλες τις μορφές, η γνώση αυτή υπήρξε πάντοτε παρούσα ως ένας σταθερός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα πάντα. Όσο δύσκολο, λοιπόν, και αν είναι για τον σύγχρονο άνθρωπο να το κατανοήσει, την βάση πρέπει να αποτελέσει η ιδέα ότι ο άνθρωπος της Παράδοσης είχε επίγνωση της ύπαρξης μιας διάστασης της ζωής περισσότερο πλατιάς από αυτή που οι σύγχρονοι άνθρωποι βιώνουν και αποκαλούν«πραγματικότητα».

Στο σημείο αυτό, δε, προσέθετε ότι η πραγματικότητα επί των ημερών μας κατανοείται μονάχα σαν κάτι που περικλείεται αυστηρά εντός του κόσμου των φυσικών σωμάτων, προσδιορισμένη χωροχρονικά. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν σε κάτι πέρα του κόσμου των φαινομένων, αλλά ακόμα και όταν οι άνθρωποι αυτοί παραδέχονται ότι υπάρχει κάτι άλλο, στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν μέσω μιας επιστημονικής υπόθεσης ή νόμου, ή ακόμα και μέσω μιας θεωρητικής ιδέας ή θρησκευτικού δόγματος, αδυνατώντας να ξεφύγουν από τα πλαίσια ενός τέτοιου διανοητικού περιορισμού.

Ο σύγχρονος άνθρωπος, διαμέσου των εμπειρικών και των άμεσων εμπειριών του, ανεξαρτήτως πόσο ισχυρές μπορεί να είναι οι «υλιστικές» ή «πνευματικές» του πεποιθήσεις, αναπτύσσει μια κατανόηση της πραγματικότητας μόνο σε σχέση με τον κόσμο των φυσικών σωμάτων και πάντα κάτω από την επιρροή των καθημερινών του εμπειριών. Για τον Ιταλό φιλόσοφο, λοιπόν, αυτό συνιστά τον πραγματικό υλισμό, για τον οποίο αποφαίνεται ότι οι σύγχρονοι θα πρέπει να ντρέπονται, ενώ όλες οι άλλες υλιστικές απόψεις, που διατυπώνονται με φιλοσοφικούς ή επιστημονικούς όρους, αποτελούν μόνο δευτερογενή φαινόμενα. Συνεπώς, ο χειρότερος τύπος υλισμού δεν είναι θέμα μίας άποψης ή μιας «θεωρίας», αλλά έγκειται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν επεκτείνεται πλέον σε μεταφυσικές εμπειρίες. Κατ’ επέκταση, ο φιλόσοφος θεωρούσε ότι η πλειοψηφία των πνευματικών εξεγέρσεων κατά των «υλιστικών» απόψεων είναι μόνο μάταιες αντιδράσεις κατά των τελευταίων περιφερειακών συνεπειών, που προέρχονται όμως από βαθύτερες και μακρινές αιτίες, οι οποίες ωστόσο εμφανίζονται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο, από αυτό που διατυπώθηκαν οι «θεωρίες».

Εντούτοις, η εμπειρία του ανθρώπου της Παράδοσης έφτανε πολύ πέρα από τα όρια αυτά, όπως στην περίπτωση μερικών εκ των αποκαλούμενων πρωτογόνων, όπου ακόμη και σήμερα δύναται να εντοπίσουμε έναν αμυδρό απόηχο πνευματικών δυνάμεων από τους αρχαίους χρόνους. Στις παραδοσιακές κοινωνίες το«αόρατο» ήταν ένα στοιχείο όπως το πραγματικό, αν όχι περισσότερο πραγματικό από τα δεδομένα που παρέχουν οι αισθήσεις, ενώ κάθε πλευρά του ατομικού και κοινωνικού βίου των ανθρώπων, που ανήκαν σε αυτές τις κοινωνίες, ήταν επηρεασμένη από αυτήν την εμπειρία.

Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά στην Παράδοση, αυτό που σήμερα αναφέρεται συνήθως ως«πραγματικότητα» ήταν μόνο ένα είδος ενός πολύ ευρύτερου γένους, ενώ οι αόρατες πραγματικότητες δεν ταυτίζονταν αυτόματα με το «υπερφυσικό». Μιλώντας, λοιπόν, με την γλώσσα της Παράδοσης, η αντίληψη της «φύσης» δεν αντιστοιχούσε απλά με τον κόσμο των σωμάτων και των ορατών μορφών, δηλαδή με το πεδίο έρευνας της σύγχρονης εκκοσμικευμένης επιστήμης, αλλά αντιθέτως, αντιστοιχούσε απαραίτητα με τμήμα μιας αόρατης πραγματικότητας. Οι αρχαίοι είχαν την αίσθηση ενός σκοτεινού κάτω κόσμου, κατοικούμενου από σκοτεινές και διφορούμενες δυνάμεις κάθε είδους (η δαιμονική ψυχή της φύσεως, η οποία είναι το κύριο υπόβαθρο όλων των φυσικών μορφών και ενεργών δυνάμεων), που αντιτίθεντο στην υπερλογική και ουράνια λαμπρότητα της υψηλότερης περιοχής. Επιπλέον, ο όρος «φύση», παραδοσιακά, περιελάμβανε οτιδήποτε είναι απλά ανθρώπινο, καθόσον αυτό που είναι ανθρώπινο δεν μπορεί να ξεφύγει της γέννησης και του θανάτου, της προσωρινότητας, της εξάρτησης και της μεταβολής, και γενικότερα όλων αυτών που χαρακτηρίζουν την κατώτερη ζώνη.

Ο Ιούλιος Έβολα, λοιπόν, θεωρούσε ότι «αυτό που είναι», εξ ορισμού, δεν σχετίζεται καθόλου με ανθρώπινες και εγκόσμιες υποθέσεις και καταστάσεις, όπως ακριβώς εκφράζεται στο γνωμικό «άλλο η ράτσα των ανθρώπων και άλλο η ράτσα των θεών». Το συγκεκριμένο γνωμικό διατηρεί την εγκυρότητα του, παρόλο που οι άνθρωποι πίστευαν κάποτε ότι η αναφορά σε μία ανώτερη, άλλου κόσμου, εξουσία μπορούσε αποτελεσματικά να οδηγήσει στην ολοκλήρωση και στον εξαγνισμό του ανθρώπινου στοιχείου, κατά την κατεύθυνση της μη ανθρώπινης διαστάσεως. Για τον Ιταλό φιλόσοφο, όμως, μόνο η μη ανθρώπινη διάσταση αποτελεί την ουσία και τον στόχο ενός πραγματικά παραδοσιακού πολιτισμού. 

Αντεπίθεση