Ήρωες και προδότες στην Αλβανία του Χότζα - Μέρος Β’

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019 - 11:35

Η προδοσία εκείνων που πούλησαν την ψυχή τους στον Ενβέρ Χότζα και τον κομμουνισμό ξεκινάει πριν ακόμη από την επιβολή της δικτατορίας, ουσιαστικά στις 29 Νοεμβρίου 1944, με την «απελευθέρωση» της Αλβανίας από τους Γερμανούς και τυπικά στις 11 Ιανουαρίου 1946, με την ανακήρυξη της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας».

Από το 1943 άρχισε η προδοσία με την προσπάθεια εξόντωσης των Εθνικιστικών αντάρτικων ομάδων του Θύμιου Λώλη και του Τσιάβου Κόκκαλη και την δολοφονία των ηγετικών στελεχών του Μετώπου Απελευθερώσεως Βορείου Ηπείρου (ΜΑΒΗ). Στις 2 Αυγούστου 1943 δολοφονείται στην Χειμάρρα το ηγετικό στέλεχος του ΜΑΒΗ Γιώργος Μπολάνος, ενώ την ίδια ημέρα οι κομμουνιστές αντάρτες (αλβανοί και ελληνόφωνοι), αν και γνώριζαν ότι οι ένοπλοι του Εθνικού Μετώπου (Γνωστό ως «Μπάλι Κομπετάρ» και οι άνδρες του ως «μπαλίστες».

Πρόκειται για αλβανούς εθνικιστές, οι οποίοι αντιτάχθηκαν αρχικά στην ιταλική και γερμανική κατοχή της χώρας, για να συνεργαστούν στην συνέχεια με τους γερμανούς, όταν αντιλήφθηκαν ότι ο Χότζα σχεδίαζε μετά τον πόλεμο να στήσει μια κομμουνιστική δικτατορία), γνωστοί για τον φανατικό ανθελληνισμό τους, θα κάψουν το χωριό Γλύνα και θα σκότωναν τους κατοίκους της, εντούτοις δεν έκαναν το παραμικρό για να τους ενημερώσουν, προκειμένου να «εισπράξουν» υπέρ τους αργότερα την οργή των Βορειοηπειρωτών για το έγκλημα αυτό. Οι άλλοι τρεις ηγέτες του ΜΑΒΗ (Σαχίνης, Λαζάκης, Λαμποβιτιάδης) δολοφονούνται και αρχίζει πλέον το πολύχρονο δράμα της Βορείου Ηπείρου. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος «γενιτσαροποίησης» εκείνων των Βορειοηπειρωτών  που έγιναν συνειδητά όργανα του καθεστώτος, ιδού τι γράφει το «ιστορικό» του χωριού Δίβρη, το οποίο συντάχθηκε επί κομμουνιστικής διακυβέρνησης της Αλβανίας: Αναφερόμενο στην απελευθέρωση του χωριού από τον ιταλικό ζυγό που έκανε ο Ελληνικός Στρατός το 1940, γράφει τα εξής:

«Ο ερχομός των Ελλήνων συνοδεύτηκε με τιμωρίες και βιαιοπραγίες. Οι Έλληνες όταν ήρθαν στο χωριό υποδέχθηκαν απ’ τους σοβινιστές παπά-Γκρέκα, Σπύρο Κονόμο, Νάσιο Κούστη, Φώτιο Γκρέκα, Νικόλα Κούστη, Μιχάλη Κίτσιο, Δημήτρη Κονόμη, Σπύριο Σακελάρη. Ωθούμενοι απ’ αυτούς τους μεγαλοϊδεάτες ελληνομανείς ενεργούσαν.

Έχουν βασανίσει ογδόντα άντρες του χωριού. Από τα πρώτα μέτρα που πήραν ήταν ο αφοπλισμός του χωριού. Για το σκοπό αυτό μεταχειρίστηκαν άγριο ξυλοδαρμό, τα συγκεντρωμένα όπλα τα έστειλαν στο χωριό Χότζια. Πάλι η αντίδραση έπαιζε το ρόλο της, όπως ο Βαγγέλης Ζιάνγκας και άλλοι που αναφέραμε πιο πάνω. Οι Έλληνες επιστράτευσαν τους άντρες του χωριού και τους έστειλαν για την κατασκευή του στρατιωτικού δρόμου Κούτσι-Καλαράτι. Εκεί τους μεταχειρίστηκαν άσχημα. Όσοι μπόρεσαν λιποτάκτησαν, οι άλλοι παρέμειναν έως τις 20 Απριλίου του 1941, όπου οι Έλληνες νικήθηκαν και οπισθοχώρησαν».

Και συνεχίζει: «Σκοπούς σκοτεινούς προς όλα τα χωριά της μειονότητας και κυρίως για μερικά χωριά με επιρροή είχε πάντοτε η μεγάλη ελληνική ιδέα». […]

«Με την πρωτοβουλία του Λευτέρη Τάλιου, απέτυχαν δύο συγκεντρώσεις της Σοβινιστικής αντίδρασης της ζώνης μας, μια στη Μεμόραχη και μια στο Χούστοβο». […]

«Για την εξάπλωση του κινήματος στο χωριό μας, βοήθησε πολύ ο εθνικός ήρωας Λευτέρης Τάλιος, ο οποίος ήρθε πολλές φορές κατά το 1943 και μετά. Αυτός έκανε προπαγανδιστική δουλειά στις μάζες και συγκρούστηκε σκληρά με το αντιδραστικό Σοβινιστικό στοιχείο. Έτσι κριτικάρισε βαριά τον κληρικό Σταύρο Γκρέκα ο οποίος ζητούσε να ΞΕΧΩΡΙΖΕΙ ΤΟ ΛΑΟ ΤΗΣ ΔΙΒΡΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΟ ΜΑΣ».

Προσέξτε αυτήν την έννοια που απορρέει. Από ποιον λαό θα ξεχωρίζονταν ο λαός της Δίβρης; Τον ευκόλως νοητό, από τον αλβανικό λαό. Να λοιπόν τι προετοίμαζε το ιστορικό της δικτατορίας για τα παιδιά μας, να πίστευαν πως οι πρόγονοί τους ήταν γενίτσαροι των αλβανών.

Και συνεχίζει: «Ο ίδιος ο κληρικός δέχτηκε το δεύτερο χτύπημα από το Λάμπη Νίκα (διοικητή ενός λόχου του τάγματος Θανάση Ζήκου) για την αυθάδικη στάση του έναντι των παρτιζάνων. Πρόστυχο ρόλο, σ’ αυτή την περίοδο, έπαιξαν ο Τέλη Χαρμπάτσης και ο Νικόλα Κώτσης (δάσκαλοι του χωριού). Ο πρώτος καταδικάστηκε εις θάνατον από τα όργανα μας». Προσέξτε: Ποια όργανά μας, ρωτάμε εμείς; Μήπως τους αιμοβόρους δήμιους του Χότζα; Ενώ συνεχίζει: «Ο δεύτερος δραπέτευσε στην Ελλάδα το 1943». […]

«Το 1967, στο χωριό μας καταστράφηκαν έξι θρησκευτικά ιδρύματα όπου εξάπλωναν το δηλητήριο της θρησκείας στους χωριανούς μας». […]

«Τα όνειρα της Σοβινιστικής αντίδρασης δεν πραγματοποιήθηκαν, ούτε πρόκειται να πραγματοποιηθούν ποτέ. Αυτοί συνελήφθησαν από τα όργανα της δικτατορίας του προλεταριάτου και δικάστηκαν από τη Λαϊκή δικαιοσύνη, όπως Σπύρο Σακελλάρης, Βαγγέλη Ζιάνγκας, παπάς-Σταύρος Ρέτζιος, Νικόλα Κούστης και Μιχάλη Κίτσιος». […]

«Όπως βλέπουμε, όλες οι επιτυχίες στον τόπο μας κατορθώθηκαν με έναν άγριο ταξικό πόλεμο ενάντια στο εχθρικό Σοβινιστικό στοιχείο, όμως, η ταξική πάλη στο χωριό μας δεν τελείωσε. Οι εχθροί του λαού μας συνέχιζαν να ξερνούν φαρμάκι κατά της Λαϊκής Δημοκρατίας, κατά του Κράτους μας. Αυτοί βοηθιόνταν από ξένα κράτη. Με απόφαση ανακηρύχτηκαν κουλιάκοι, κατά το 1950,ο Μιχάλη Κίτσιος και ο Σταύρο Σακελλάρης, αργότερα και η Αγγελική Καλτσούνη».

Κυρίαρχο ρόλο στην προσπάθεια εξαπάτησης των βορειοηπειρωτών από το καθεστώς του Χότζα έπαιξε η ελληνόφωνη εφημερίδα «Λαϊκό Βήμα», με έδρα το Αργυρόκαστρο, της οποίας το πρώτο φύλλο εξεδόθη στις 25 Μαΐου 1945. Επρόκειτο για ένα ξεκάθαρα προπαγανδιστικό δημιούργημα του καθεστώτος, με σκοπό τον προσεταιρισμό των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου. Ένα έντυπο πλήρως υποταγμένο στους προπαγανδιστικούς σκοπούς του ΚΕΑ μέσα στους κόλπους τους Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού. Η ύπαρξή του για 45 ολόκληρα χρόνια αποτέλεσε μέσο διασποράς μίσους κατά της Ελλάδας, διχόνοιας μεταξύ των Βορειοηπειρωτών, απίστευτης παραπληροφόρησης και πλήρους διαστρέβλωσης της αλήθειας. Εάν μπορούσαμε μέσα σε λίγες γραμμές να συνοψίσουμε το γενικό περιεχόμενο του συγκεκριμένου δοσιλογικού εντύπου, αυτό θα είχε ως εξής:

1) Ένα παραληρηματικό υμνολόγιο-γλείψιμο για τον Ενβέρ Χότζα, στον οποίο αποδίδονταν περίπου θεϊκές ιδιότητες παρά την απαγόρευση της θρησκείας και της παραμικρής δραστηριότητας γύρω από αυτήν.

2) Παρουσίαση της Αλβανίας ως μιας παραδείσιας σοσιαλιστικής πραγματικότητας.

3) Πλήρη ταύτιση των Βορειοηπειρωτών με τους αλβανούς, σαν να επρόκειτο για έναν λαό με κοινή εθνική καταγωγή.

4) Μονοδιάστατες παρουσιάσεις-συγκρίσεις σχετικά με το πόσο άσχημα ήταν η Αλβανία στα προπολεμικά χρόνια και πόσο «ευτυχισμένοι» ήσαν όλοι τώρα με τον «σύντροφο Ενβέρ και το κόμμα» στην εξουσία.

5) Γράμματα επισκεπτών της Αλβανίας, «στημένα» εννοείται, με κοινό περιεχόμενο την «άθλια ζωή» που βίωναν στις «καπιταλιστικές χώρες» και την «φοβερή εντύπωση» που τους έκανε «το υψηλό βιοτικό επίπεδο στην σοσιαλιστική Αλβανία».

Κάποια χαρακτηριστικά δείγματα της θεματολογίας του ανθελληνικού αυτού εντύπου είναι:

1) Η αγράμματη Βορειοηπειρώτισσα γριά που ακούει επί δύο ώρες να της διαβάζουν βιβλία του Χότζα και αυτή να δηλώνει ότι… θέλει να ακούει κι άλλο! (6/1/1977)

2) Ύμνοι στην αλβανική κρατική ασφάλεια, την διαβόητη Sigurimi (20/3/1980, 20/3/1983).

3) Βορειοηπειρώτισσα «συνεταιρίστρια» που καταφέρεται εναντίον της θρησκείας (21/9/1980).

4) Ρεπορτάζ για το «αθεϊστικό μουσείο Σκόνδρας» (28/12/1980).

5) Γυναίκες που… πανηγυρίζουν λέγοντας ότι με την κολεκτιβοποίηση και των αγελάδων τους έφυγε ο… μπελάς της φροντίδας τους, καθώς τώρα δεν είχαν την… σκοτούρα της παραμικρής ιδιωτικής περιουσίας (22/1/1981, 19/3/1981).

6) Πανηγυρική «ανάλυση» για τα οφέλη από την πλήρη εξαφάνιση του ατομικού κήπου των αγροτών.

7) Καταγγελία για μια… αντιδραστική γριά που «προσκολλημένη στα κατάλοιπα του παρελθόντος» έκανε το… τρομερό έγκλημα να ανάψει ένα κερί σε τάφο (29/12/1983). 8

) Η… πληροφορία γα το ότι «εθελοντικά» και «αυθόρμητα» οι κάτοικοι στο χωριό Βουλιαράτες (το χωριό του Εθνομάρτυρα Κατσίφα) «έριξαν ανάθεμα στον Θεό ανήμερα το Πάσχα»! (1/1/1984)

9) Χαρακτηρισμοί όπως «αλήτες», «κοινοί εγκληματίες», «πουλημένοι», «προδότες» κ.τ.λ. για τους Βορειοηπειρώτες φυγάδες και πολλά ακόμη. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της πλήρους παραχάραξης της πραγματικότητας, να τι έγραψε το πρωτοσέλιδο της 28/4/1983:

«Μεγάλη πολιτική νίκη στις εκλογές της 24 Απρίλη» και με τον υπότιτλο να είναι σαφής ως προς το περιεχόμενο αυτής της «μεγάλης πολιτικής νίκης»: «100 τοις εκατό των εκλογέων πήραν μέρος και 99,99 τοις εκατό ψήφισαν υπέρ των υποψηφίων του Δημοκρατικού Μετώπου», συνοδευόμενη από φωτογραφία του χαμογελαστού Ενβέρ Χότζα, ο οποίος «ψήφιζε» κι αυτός τον μοναδικό υποψήφιο, δηλαδή τον εαυτό του… Ανάλογης σοβαρότητας ήταν και το «ρεπορτάζ» που συνόδευε το άρθρο αυτό… Πολύ πιο αισχρή, ελεεινή και τρισάθλια είναι η περίπτωση που θα αναφερθεί παρακάτω και είναι απολύτως ενδεικτική του απόλυτα ανθελληνικού κατήφορου που είχαν πάρει οι ελληνόφωνοι συνεργάτες του αλβανικού κομμουνισμού. Στο φύλλο της 18/3/1979, υπό τον τίτλο «… Έπεσε πάνω στο καθήκον» διαβάζουμε μια νεκρολογία για κάποιον Βασίλη Μουράτη, ο οποίος δούλευε στην… Sigurimi! Ανάμεσα σ’ άλλα, λοιπόν, διαβάζουμε τα εξής για την ζωή και την δράση αυτού του ασφαλίτη: 

«Το 1946 κατατάσσεται στα όργανα της Κρατικής Ασφάλειας, στο τμήμα Εσωτερικών του Δελβίνου. Πήρε μέρος σε συμπλοκές με συμμορίτες ξένων κατασκοπειών. Εργάστηκε με υπομονή και σύνεση για την ανακάλυψη και συντριβή διάφορων συμμοριτών, έχοντας την αγάπη και την συμπάθεια του λαού…

29 Ιούνη 1948. Ήταν κοντά μεσάνυχτα όταν ο Βασίλης επέστρεψε κατακουρασμένος από υπηρεσία. Ήταν εποχή κατά την οποία ξεσκεπάζονταν η προδοσία των ρεβιζιονιστών, στη νέα Δημοκρατία μας προστίθονταν ανοιχτά νέοι εχθροί…

Ήταν καλοκαιριάτικη νύχτα οι κάτοικοι της πόλης του Δελβίνου κοιμούνταν. Τα γύρω βουνά και λόφοι φαίνονταν σα νάκαναν σκοπιά. Μόνο σ’ ένα γραφείο του τμήματος των Εσωτερικών είχε φως. Σε μια καρέκλα κάθονταν ο Βασίλης Μουράτης και αντίκρυ του βρίσκονταν κατακίτρινος και κατσουφιασμένος ο εγκληματίας Ν.Κ. Πριν λίγες μέρες είχε συλληφτεί από τους εργαζόμενους της Ασφάλειας σε συνεργασία με το λαό.

Ο εγκληματίας έριχνε το βλέμμα του σα λύκος πάνω στο τραπέζι, στους τοίχους, στο παράθυρο. Σήκωνε πάλι το κεφάλι σιγά και κάρφωνε τα κρύα του μάτια πάνω στο πρόσωπο του νέου. Ο εγκληματίας κατάλαβε ότι ο εργαζόμενος της Ασφάλειας ήταν κουρασμένος και άυπνος. Του προκαλούσε έκπληξη η στάση του νεαρού αυτού 26χρονου αξιωματικού. Τούκανε εντύπωση ιδιαίτερα η συζήτηση που είχε με τον πολιτοφύλακα στο διάδρομο.

-Είναι νύχτα, - του είπε ο πολιτοφύλακας, - να τον δέσομε;

- Όχι, - του απάντησε ο Βασίλης. – Γιατί να τον δέσομε; Εμείς θα τον απολύσομε.

Ο εγκληματίας Ν.Κ. άκουσε τη συζήτηση αυτή και σκέφτονταν. “Αλήθεια να με απολύσουν; Ή με περιπαίζουν;!...”. Και με τη σκέψη του έκανε διάφορα σχέδια.

Εκείνη τη στιγμή ο Βασίλης έβγαλε από τη τζέπη το ωρολόι να δει την ώρα. Δεν πρόφτασε όμως, όταν αισθάνθηκε τον εγκληματία να του επιτίθεται. Τον χτύπησε στο κεφάλι και του άρπαξε το όπλο που βρίσκονταν στη γωνία του δωματίου. Ο Βασίλης συνήλθε για μια στιγμή, τον έσπρωξε δυνατά στην άλλη γωνία και όρμησε καταπάνω του. Ο εγκληματίας πρόφτασε να κατευθύνει την κάννη του ντουφεκιού στο στήθος του νέου αξιωματικού και μηχανικά τράβηξε τη σκανδάλη. Κρότος… Η κόκκινη φλόγα κατευθύνθηκε από την κάννη στο στήθος του εργαζομένου της Ασφάλειας. Κάτι τον έκαψε μέσα στο στήθος. Στις σκάλες ακούστηκαν τα γρήγορα βήματα των συντρόφων. Ο εγκληματίας πιάστηκε, ενώ ο Βασίλης Μουράτης δε σηκώθηκε πια. Έμεινε στα χέρια των συντρόφων του. Το αίμα που τούχε σκεπάσει το στήθος έμοιαζε σα μια κόκκινη σημαία».

Με άλλα λόγια, το «Λαϊκό Βήμα» υμνούσε ένα κάθαρμα, το οποίο «έπεσε πάνω στο καθήκον»(!), δηλαδή στην ανάκριση και τον βασανισμό ενός Βορειοηπειρώτη «εγκληματία», ο οποίος προφανώς ήταν «συνεργάτης των μοναρχοφασιστών Ελλήνων» και πρόλαβε να απαλλάξει τους συμπατριώτες του μια για πάντα απ’ αυτόν τον προδότη και συνεργάτη του Χότζα. Βεβαίως, η τραγελαφική αυτή περιγραφή έχει και… εναλλακτικό τέλος, καθώς 4 χρόνια αργότερα, στις 7/7/1983, διαβάζουμε στην ίδια φυλλάδα τα εξής, υπό τον τίτλο «Ο κομμουνιστής που δεν αψύχησε τίποτα για το λαό»(!), σε μια ακόμη νεκρολογία γι’ αυτόν τον προδότη και συνεργάτη του Χότζα.

«Στις 29 Ιουνίου 1948, βρίσκουν τον ανακριτή του τμήματος εσωτερικών Βασίλη Μουράτη να μονομαχεί με κατάσκοπο μιας εγκληματικής συμμορίας που καταδιώκονταν. Μολονότι χτυπημένος θανάσιμα, κατόρθωσε να στραγγαλίσει τον αντίπαλό του. Οι σύντροφοί του πάντα θυμούνται τα στερνά του λόγια: “Ακόμα υπάρχουν εχθροί, που πρέπει να τους εξοντώσουμε. Ο λαός έχει ανάγκη για το όπλο μας, το χέρι μας, την καρδιά μας”».

Αφήνουμε στην άκρη τα… κινηματογραφικού περιεχομένου τελευταία λόγια του πουλημένου στους αλβανούς Μουράτη, ο οποίος πέθαινε και υποτίθεται ότι ξεστόμιζε όλες αυτές τις βλακείες, σε αυτή την διαφορετική εκδοχή του θανάτου του, και επικεντρωνόμαστε στο ότι γενικά το «Λαϊκό Βήμα» εκθείαζε τέτοιου είδους αποβράσματα και καθάρματα, που βασάνιζαν αλύπητα τους ίδιους τους συμπατριώτες τους προς χάριν της «δικτατορίας του Προλεταριάτου». Ένας από τους πιο σημαντικούς αρθρογράφους του «Λαϊκού Βήματος», ήταν ο Μενέλαος Δαλιάνης, παρτιζάνος στο «αντάρτικο» των Βορειοηπειρωτών κατά των Γερμανών, που ελεγχόταν από τον Χότζα, και γιος του φανατικού κομμουνιστή και «αντάρτη» Βασίλη Δαλιάνη, ο οποίος κατηγορήθηκε για εμπρησμούς σπιτιών Βορειοηπειρωτών που ως «αντιδραστικοί» δεν ακολούθησαν το «αντάρτικο» του Χότζα, αλλά προσπάθησαν να δημιουργήσουν αντάρτικες ομάδες με σαφή προσανατολισμό την Ένωση της Βορείου Ηπείρου με την Ελλάδα. Το 2000, Ελληνικός εκδοτικός οίκος εξέδωσε το βιβλίο του με τίτλο «Η Εθνική Αντίσταση της Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία». Ας δούμε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο αυτού του μεγάλου «πατριώτη», για να αντιληφθούμε πόσο αμετανόητοι ήταν τόσο αυτός όσο και οι όμοιοί του που υπηρέτησαν μέχρι τέλους τον κομμουνιστή Τύραννο των Τιράνων.

«Η συμμετοχή στον Αντιφασιστικό Αγώνα ήταν επιβεβλημένη, γιατί έτσι εξασφαλίζαμε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να διεκδικήσουμε, μετά τον πόλεμο, τα απαραβίαστα εθνικά, κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματά μας, μη εξαιρουμένου και του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης.

Η ένταξη στον Αντιφασιστικό Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα να ανταποκρινόταν και στα αιτήματα των εργαζομένων της Μειονότητας για κοινωνική και οικονομική αποκατάσταση. Κατά κύριο λόγο της αγροτιάς, που υπέφερε τα πάνδεινα από τη φεουδαρχική εκμετάλλευση. Με τον αγώνα της θα μπορούσε να γίνει κυρίαρχος της γης και να απαλλαχτεί από τη μεγάλη φτώχια που τη βασάνιζε.

Η συμμετοχή του λαού της Ελληνικής Μειονότητας στον Αγώνα κατά των καταχτητών στο πλευρό του Αλβανικού λαού ήταν μαζική και ολόπλευρη. Οι άνθρωποι διέκριναν καθαρά το καινούργιο στις ιδέες του Κινήματος, την ποιοτική διαφορά από προηγούμενα κηρύγματα και εξοικειώθηκαν με τις νέες ιδέες».

Έχουμε και λέμε, λοιπόν:

Α) Το τι κέρδισαν οι Βορειοηπειρώτες μετά το τέλος του πολέμου με την «συμμετοχή στον Αντιφασιστικό Αγώνα», η οποία ήταν «επιβεβλημένη» και θα οδηγούσε μέχρι «και του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης», το είδαμε στην συνέχεια: Εξορίες, φυλακίσεις, δημεύσεις περιουσιών, εκτελέσεις.

Β) Η «κοινωνική και οικονομική αποκατάσταση» και ο αγρότης που θα γινόταν «κυρίαρχος της γης» είχε την εξής τραγική κατάληξη: Την προπολεμική εκμετάλλευσή του από τους αγάδες και τους μπέηδες διαδέχθηκε μεταπολεμικά η κομμουνιστική εκμετάλλευση, η οποία ήταν εξίσου βάναυση. Το αρχικό κομμάτι γης που πήραν οι αγρότες το έχασαν λίγα χρόνια αργότερα με την υποχρεωτική κολεκτιβοποίηση των αγρών και την αναγκαστική συνένωσή τους σε «γεωργικούς συνεταιρισμούς», οι οποίοι μετέτρεψαν εκ νέου τον αγρότη σε σκλάβο και του στέρησαν το δικαίωμα ακόμη και στο λιγοστό ψωμί.

Γ) Η «συμμετοχή» των Βορειοηπειρωτών  «στο πλευρό του Αλβανικού λαού», η οποία μάλιστα ήταν «μαζική και ολόπλευρη», αντικρούεται από τα πραγματικά γεγονότα. Δηλαδή, από τις απειλές, την βιαιοπραγία, την τρομοκρατία και την δολοφονία αρκετών Βορειοηπειρωτών που αντιδρούσαν στην σύνδεση του Αγώνα του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού για Ένωση με την Μητέρα Ελλάδα με το κομμουνιστικό σχέδιο άλωσης της εξουσίας από τον αλβανό Χότζα και την υπόλοιπη κλίκα του. Όσο για την «ποιοτική διαφορά από προηγούμενα κηρύγματα» (προφανώς εννοεί το κήρυγμα της Αυτονομίας, το οποίο έβρισκε κατώτερο «ποιοτικά»!) και «τις νέες ιδέες», στην πράξη διαπιστώθηκε ποιο ακριβώς περιεχόμενο είχε: Δικτατορία, διωγμός της Ελληνικότητας, απαγόρευση της Θρησκείας, εξορίες, φυλακίσεις, δημεύσεις περιουσιών, εκτελέσεις. Το θράσος, όμως, του Δαλιάνη έχει και συνέχεια.

Ιδού τι έγραψε στο βιβλίο αυτό για την δολοφονία του αρχηγού του ΜΑΒΗ Βασίλη Σαχίνη: «Η επιλογή του Ζέρβα στο πρόσωπο του Β. Σαχίνη δεν ήταν τυχαία. Το κύρος του Β. Σαχίνη ήταν αναμφισβήτητο στην περιφέρεια του Αργυροκάστρου. Η δράση του, για την προστασία της Μειονότητας, για την εκμάθηση της ελληνικής μητρικής γλώσσας, για την προστασία της ορθοδοξίας, για την καλλιέργεια των λαϊκών παραδόσεων, καθώς και για την ανάπτυξη καλών σχέσεων μεταξύ των δύο λαών υπήρξε σημαντική.

Ο Β. Σαχίνης πρωτοστάτησε στην οργάνωση και καθοδήγηση της πανμειονοτικής και σχολικής απεργίας του 1934-1935. Το καθεστώς του Ζώγκου τον συνέλαβε και τον εξόρισε στη Λέζα. Τον Οκτώβριο του 1940, στα πρόθυρα του ελληνοϊταλικού πολέμου, οι Ιταλοί φασίστες τον συνέλαβαν και μαζί με άλλους πατριώτες της Μειονότητας τους εξόρισαν στην Ιταλία.

Το επάγγελμα του τραπεζίτη διευκόλυνε τις επαφές του με πολύ κόσμο. ευρισκόμενος στο κέντρο της περιφέρειας Αργυροκάστρου και διατηρώντας στενές επαφές με τους Αλβανούς ιθύνοντες και τις επίσημες υπηρεσίες του αλβανικού κράτους, ήταν σε θέση να παρακολουθεί από κοντά όλες τις εξελίξεις και να δίδει τις ανάλογες λύσεις. Αυτές τις πατριωτικές υπηρεσίες του Β. Σαχίνη δεν μπορεί κανείς να τις υποτιμήσει. Όμως στις νέες ανακατατάξεις των πολιτικών δυνάμεων, τόσο στην Αλβανία όσο και στην Ελλάδα, που προέκυψαν μετά την κατοχή και με την οργάνωση των νέων δυνάμεων κατά των καταχτητών, ο Β. Σαχίνης, παρά την  πολιτική του εμπειρία, δεν μπόρεσε να προσανατολιστεί. Η κατοχύρωση των εθνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων του λαού της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας, στο νέο συσχετισμό των δυνάμεων, δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιείτο με την παλιά σοβινιστική νοοτροπία και με την ταχτική των χρόνων 1914-1920.

Ο Β. Σαχίνης και οι οπαδοί του παρέμειναν σκλάβοι αυτής της αντίληψης, ωθούμενοι σε κάποιο βαθμό και από ατομικά, οικονομικά συμφέροντα και για το λόγο αυτό δεν μπόρεσαν να τραβήξουν με το μέρος τους το λαό της Μειονότητας, ο οποίος ασπάστηκε μαζικά την πολιτική γραμμή του FNCL (ΕΑΜ Αλβανίας) και του ΕΑΜ Ελλάδας για την αντιμετώπιση και κατοχύρωση των εθνικών και δημοκρατικών του δικαιωμάτων και τη λύση των κοινωνικών του διεκδικήσεων, απορρίπτοντας την πολιτική γραμμή του Ζέρβα. Έχοντας περισσότερες ιδεολογικές και συγκυριακές συνδέσεις με το Μπαλ Κομπετάρ και αντιτιθέμενος ιδεολογικά με το Φρόντι Νάτσιοναλ Τσλιριμτάρ (FNCL) δηλαδή με το ΕΑΜ Αλβανίας Αργυροκάστρου, ο Β. Σαχίνης έπεσε θύμα της αντιπαλότητας και των διενέξεων μεταξύ των δύο αυτών οργανώσεων. Στις 17 Νοεμβρίου 1943 εκτελέστηκε, μαζί με άλλα στελέχη του Μπαλ Κομπετάρ στο Αργυρόκαστρο».

Ενώ ο Δαλιάνης αναγκάζεται αρχικά να παραδεχθεί τους αναμφισβήτητους Εθνικούς Αγώνες του Σαχίνη, στην συνέχεια χύνει το δηλητήριό του με τον πλέον πρόστυχο τρόπο. Χαρακτηρίζει ως «παλιά σοβινιστική νοοτροπία» τον ένοπλο αγώνα των Βορειοηπειρωτών το 1914 για Αυτονομία και Ένωση με την Ελλάδα, παρουσιάζει τον Σαχίνη να έχει «ατομικά, οικονομικά συμφέροντα» και ούτε λίγο ούτε πολύ τον χαρακτηρίζει ως… στέλεχος τους Μπαλ Κομπετάρ, καθώς αυτό το «εκτελέστηκε, μαζί με άλλα στελέχη του Μπαλ Κομπετάρ, στο Αργυρόκαστρο» προϋποθέτει ότι κι αυτός ήταν μέλος αυτής της ανθελληνικής οργάνωσης των αλβανών εθνικιστών!

Στην πραγματικότητα, ο Σαχίνης δολοφονήθηκε επειδή ήταν ο επικεφαλής του ΜΑΒΗ. Ο Δαλιάνης φέρθηκε ως κοινός συκοφάντης (και) στην περίπτωση του Σαχίνη, αλλά υπήρξαν και χειρότερες προσπάθειες αποπάτησης στην Μνήμη του. Ο Πάνος Τσούκας, ο ελληνόφωνος «ποιητής» - γλείφτης του Χότζα καθ’ όλη την διάρκεια της κομμουνιστικής τυραννίας, δεν δίστασε να ασελγήσει με τον πλέον αλήτικο τρόπο στην Μνήμη του Σαχίνη. Για δύο ολόκληρους μήνες (Ιανουάριος-Μάρτιος 1983) όχι μόνο δημοσίευσε σε συνέχειες στο «Λαϊκό Βήμα» ψέματα και συκοφαντίες εναντίον του, παρουσιάζοντάς τον ως «εκμεταλλευτή» των συμπατριωτών του, αλλά τον παρουσίαζε και ως μετέπειτα… ζωντανό, ο οποίος έτυχε της τιμωρίας που του άξιζε (δήμευση περιουσίας) από το μεταπολεμικό κομμουνιστικό καθεστώς!

Φυσικά, ο Δαλιάνης δεν ξέχασε να ασχοληθεί και με τον μεγάλο τρόμο των αλβανών για 50 ολόκληρα χρόνια, τον Θύμιο Λιώλη. Να τι γράφει για «τον Καπετάνιο του Βούρκου» στο βιβλίο του: «Ο Θύμιος Λιώλης ήταν μια εξέχουσα προσωπικότητα στην περιοχή του Βούρκου, πασίγνωστος ως «Καπετάνιος του Βούρκου». Στην περίοδο του ζωγκικού καθεστώτος βρισκόταν πάντοτε στο πλευρό των κολίγων του Βούρκου κατά των αυθαιρεσιών και καταπιέσεων αυτών εκ μέρους των μπέηδων και αγάδων. Οι αγάδες έχουν πληρώσει μερικές φορές για να τον ξεκάνουν, όμως ο Θύμιος Λιώλης χάρη στην εξυπνάδα και την παλικαριά του είχε γλιτώσει. Αυτόν, τον προστάτη των χωρικών και πατριώτη, εκτιμούσαν όλοι. Όταν άρχισε ο Εθνικοαπελευθερωτικός Αγώνας, ο Λευτέρης Τάλλιος και άλλοι αγωνιστές, όπως ο Μιλτιάδης Παππάς από τη Γέρμα, σύγαμπρος του Θύμιου Λιώλη, τον προσκάλεσαν να συνδεθεί με το Αντιφασιστικό Εθνικοαπελευθερωτικό Κίνημα του Βούρκου, στο πλευρό του λαού, που τον εκτιμούσε τόσο πολύ. Ο Λιώλης όμως εξέφρασε πολλές επιφυλάξεις λόγω του ότι το κίνημα γινόταν μαζί με τους μουσουλμάνους». […]

«Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις παλιές προκαταλήψεις κατά των Αλβανών, δεν μπόρεσε να καταλάβει το λαϊκό δημοκρατικό χαρακτήρα του Αντιφασιστικού Εθνικοαπελευθερωτικού Κινήματος και όντας προσηλωμένος στις παλιές εθνικιστικές αντιλήψεις, έμεινε εκτός του Κινήματος του λαού του Βούρκου και μαζί με τον Τσιάβο Κόκκαλη εναντιώθηκε κατά του Κινήματος».

Οι «εθνικιστικές αντιλήψεις» του Θύμιου Λιώλη, τον οποίο καθύβριζε για δεκαετίες το «Λαϊκό Βήμα», ήταν ο πόθος για την Ένωση της Βορείου Ηπείρου με την Ελλάδα, κάτι προφανώς κατακριτέο για τον επί κομμουνιστικής δικτατορίας υμνητή του Χότζα, Δαλιάνη. Ο θλιβερός αυτός τύπος, νομίζοντας ότι απευθύνεται σε λοβοτομημένους, προσπάθησε (με απύθμενο θράσος) στο βιβλίο αυτό να κρατήσει κάποιες αποστάσεις από το καθεστώς του Χότζα, γράφοντας σε δύο σημεία τα εξής, αναφερόμενος σε αυτό: «Απλή αναφορά στην Ελλάδα ή στον Ελληνισμό προξενούσε δυσαρέσκεια, αν όχι κάτι χειρότερο, στους παράγοντες του καθεστώτος. Η διδασκαλία της ελληνικής μητρικής γλώσσας περιορίστηκε στις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου ενώ στον δεύτερο κύκλο, δηλαδή, στις τέσσερις ανώτερες τάξεις του οχτάχρονου διδάσκονταν μόνο τέσσερις ώρες την εβδομάδα. Στα σχολικά προγράμματα η ιστορία, γεωγραφία της Ελλάδας και ο ελληνικός πολιτισμός δεν κατείχαν περισσότερο απ’ ό,τι κατείχαν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η αυθαίρετη και παράλογη απαγόρευση των θρησκευμάτων στην Αλβανία, ήταν ένα μεγάλο κακό για όλο τον αλβανικό λαό, όμως πιο μεγάλο ήταν για το λαό της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας, γιατί έκοψε έναν αναντικατάστατο κρίκο που συνέδεε το λαό της Μειονότητας με τον Ελληνισμό, την ελληνοορθόδοξη εκκλησία, τη βρυσομάνα του Έθνους» […]

«Παρόλες αυτές τις αντιξοότητες ο λαός της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας διατήρησε και στις συνθήκες του ολοκληρωτικού καθεστώτος, ακμαίο το εθνικό του φρόνιμα· υπεράσπισε την εθνική του ελληνική ταυτότητα, τα πνευματικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά και δημοκρατικά δικαιώματά του, αντιμετωπίζοντας περιορισμούς, διακρίσεις, καχυποψίες και εξορίες. Η πατριωτική έκρηξη του ελληνισμού της Αλβανίας με την ευθύς εξ αρχής πλήρη συμμετοχή του στον αγώνα για την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος αποτελεί και τη μεγαλύτερη απόδειξη γι’ αυτό».

Για το πόσο εννοούσε αυτά που έγραψε ο Δαλιάνης και στην… προσωπική συμβολή του ιδίου στην «πλήρη συμμετοχή του ελληνισμού της Αλβανίας για την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος», ας παραθέσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από ένα άρθρο στο «Λαϊκό Βήμα», στις 24/5/1984, (λιγότερο, δηλαδή, από 7 χρόνια πριν την πτώση αυτού που ο ίδιος χαρακτήριζε αργότερα ως «δικτατορικό καθεστώς»), όπου υπό τον (πομπώδη) τίτλο «Οι μειονοτικοί χαίρονται σ’ όλα τα πεδία ίσα δικαιώματα με τον αδερφό αλβανικό λαό» διαβάζουμε, ανάμεσα σ’ άλλα, τα εξής: «Η πολιτική που έχει εφαρμόσει και εφαρμόζει το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας προς την Ελληνική μειονότητα ήταν και παραμένει ορθή πολιτική, που στηρίζεται στις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού». […] «Το κόμμα και το σοσιαλιστικό μας κράτος έχουν εξασφαλίσει στους μειονοτικούς το δικαίωμα να διατηρήσουν τη μητρική γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμά τους». […] «Τα ουρλιαχτά μερικών κυρίων για τους δήθεν διωγμούς των μειονοτικών είναι ουρλιαχτά του εκκλησιαστικού σκοταδισμού και του σωβινιστικού υστερισμού. Η Ελληνική μειονότητα στην Αλβανία ανθίζει. Με νόμο και στην πράξη χαίρει ίσα δικαιώματα με τον αδερφό αλβανικό λαό».

Συγκρίνετε τις φιλοαλβανικές αθλιότητες που διαβάσατε με τα όσα «καταγγέλλει» για το καθεστώς ο Δαλιάνης και θα αντιληφθείτε το ηθικό περιεχόμενο (και) του εν λόγω υπηρέτη του ανθελληνικού κομμουνιστικού καθεστώτος, ο οποίος έχει και το θράσος να κάνει μαθήματα πατριωτισμού, νομίζοντας ότι απευθύνεται σε άτομα που έχουν ασθενή μνήμη. Στην επόμενη, τελευταία αναφορά μας θα δούμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα Ηρώων που δολοφονήθηκαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν από το τυραννικό καθεστώς των Τιράνων.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ

Διαβάστε επίσης: Ήρωες και προδότες στην Αλβανία του Χότζα - Μέρος Α’