Ήρωες και προδότες στην Αλβανία του Χότζα - Μέρος Α’

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019 - 11:11

Ήρωες και προδότες στην Αλβανία του Χότζα - Μέρος Α’

Ο χαρακτήρας της προδοσίας

Η Κομμουνιστική Αλβανία (1944-1991) του Ενβέρ Χότζα αποτελεί το πλέον πειστικό παράδειγμα του τι σημαίνει «σοσιαλιστικός παράδεισος». Όχι μόνο γιατί ήταν το πιο απάνθρωπο, αντιλαϊκό και έχοντας σε απίστευτη αναλογία, σε σχέση με τον πληθυσμό, ποσοστό σε φυλακίσεις, εξορίες και εκτελέσεις, καθεστώς, αλλά και επειδή μέχρι και την τελευταία στιγμή της πτώσης του το καθεστώς αυτό διατήρησε αλώβητα τα κτηνώδη σταλινικά χαρακτηριστικά του. Αντικείμενο αυτής της μελέτης δεν είναι η πλήρης διερεύνηση της δομής του αλβανικού κομμουνιστικού καθεστώτος (ευελπιστούμε να το κάνουμε σε κάποια άλλη χρονική περίοδο), αλλά η αναφορά σε κάποια από τα πρόσωπα των Ηρώων και των προδοτών στον χώρο του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού κατά την διάρκεια της δικτατορίας του Χότζα και του διαδόχου του Ραμίζ Αλία. Πριν ξεκινήσουμε, μια διευκρίνιση ως προς το δεύτερο σκέλος, αυτό των προδοτών. Αναφερόμαστε σε εκείνους που εντός της κατεχόμενης Βορείου Ηπείρου πούλησαν την ψυχή τους στον ανθέλληνα Χότζα και μετετράπησαν στους χειρότερους βασανιστές και δήμιους των ίδιων των συμπατριωτών τους που έμειναν Πιστοί στην Ελλάδα και την Ορθοδοξία. Δεν ασχολούμαστε στον ελάχιστο βαθμό με τα λιγοστά εγχώρια «σκουπίδια» της μεταπολιτευτικής περιόδου, που κέρδισαν «τα 15 λεπτά δημοσιότητας που δικαιούνται» ως ιδεολογικοί «τρόφιμοι» του Ενβέρ Χότζα με το βρωμερό και τρισάθλιο σύνθημα «επαγγελματίες βορειοηπειρώτες κάτω τα χέρια σας από την σοσιαλιστική Αλβανία». Ελεεινά σταλινικά υπολείμματα εκείνης της εποχής, χωρίς ουσιαστικό λόγο πολιτικής ύπαρξης πια, προσπαθούν να κερδίσουν σήμερα τα 15 λεπτά απόσπασης από τον βούρκο της ανυπαρξίας τους, με το να προκαλούν την αηδία και τον γέλωτα, «επιχειρηματολογώντας» για τα τεκταινόμενα στην δίκη της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, κινούμενοι ως «ουρά» (αλλά και … «ούρα») του συστήματος κατά του Κινήματος των Ελλήνων Εθνικιστών. Όσο θράσος εκπέμπουν στην «ενημέρωση» και τις «αναλύσεις» από τις συνεδριάσεις, τόσο θάρρος και στοιχειώδης ανδρισμός λείπει σ’ αυτούς τους δειλούς για να απαντήσουν για τον… σταλινικό ψυχαναγκασμό που διέπει την τρικυμισμένη δυστυχή ύπαρξή τους, που μισεί τους πάντες και τα πάντα που κινούνται εκτός του μπολσεβικικού μικρόκοσμού τους. Αυτά, και πολύ ασχοληθήκαμε με αυτούς τους μίζερους μισανθρώπους…

Ως μια «εισαγωγή» σε εκείνα τα γκρίζα και αδιαφανή χρόνια, ας πούμε ότι στην κομμουνιστική Αλβανία (και την κατεχόμενη Βόρειο Ήπειρο, βεβαίως) οι απλοί πολίτες μέχρι και του τελευταίου συνοικισμού του κράτους, για να μπορέσουν να πάρουν άδεια εργασίας ή απασχόλησης σε κάποιο τομέα (και μιλάμε για την απόλυτη κυριαρχία του κρατισμού), να γίνουν δεκτοί στα Ανώτερα και Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ανεξάρτητα από τον βαθμό επίδοσής τους), για να ακολουθήσουν κάποιο επάγγελμα κ.λ.π., περνούσαν από λεπτομερειακό και εξονυχιστικό έλεγχο. Συγκεντρώνονταν κάθε είδους πιστοποιητικά, βεβαιώσεις και αναφορές (σχηματίζονταν η περίφημη «βιογραφία» του κρινόμενου), αντλούνταν «πληροφορίες» από συγχωριανούς και λοιπούς συντοπίτες, από φίλους και γείτονες, από την αστυνομία, τους τοπικούς κομματικούς υπεύθυνους, από επιτροπές και παρεπιτροπές, που ανήκαν στον πυρήνα του κόμματος και από όλα τα εντεταλμένα προς τον σκοπό αυτό όργανα και ο ογκώδης φάκελος, η «βιογραφία», είχε στηθεί. Όλα αυτά, και μετά από ενδελεχή εξέταση του οικογενειακού περιβάλλοντος και του συγγενικού περίγυρου, εάν δηλαδή υπήρχαν στην οικογένεια φυγόδικοι ή αντιφρονούντες ή άλλοι αφιερωμένοι στους σκοπούς του κόμματος, ζυγίζονταν, αξιολογούνταν από κομματικούς κρατικούς υπαλλήλους και παίρνονταν αποφάσεις. Δεν εξαρτιόταν, δηλαδή, η κρίση για μια θέση από την ικανότητα του πολίτη, από την υψηλή ή χαμηλή νοημοσύνη του και από τις ιδιαίτερες κλίσεις του, αλλά από την «βιογραφία» του, η οποία κατασκευαζόταν στα σκοτεινά γραφεία του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας (ΚΕΑ). Μετριόνταν οι σκέψεις των πολιτών, η συμπεριφορά τους προς το ΚΕΑ, αν έπαιρναν μέρος στις κομματικές εκδηλώσεις, στις στημένες παρελάσεις της Πρωτομαγιάς, στις γιορτές προς τιμήν του Ενβέρ Χότζα και άλλων στελεχών-κλικαδόρων του ΚΕΑ, στις αθεϊστικές πρωτοβουλίες και άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις, στις οποίες… «επιμορφώνονταν και αναμορφώνονταν». Έπαιζε, δηλαδή, ρόλο ο ξεχωριστός χαρακτηρισμός που έδιναν για κάθε περίπτωση. Ασφαλώς, όσοι χαρακτηρίζονταν «θιγμένοι» και «κουλιάκοι», τους οποίους δεν έπρεπε να συναναστρέφονται οι «καθαροί» πολίτες, καθώς ήταν τα «μιάσματα» που απομονώνονταν, εντοπίζονταν και φυλακίζονταν.

Στην μετακομμουνιστική Αλβανία, όπως βεβαίως και στον χώρο του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού, άρχισε μια διαμάχη, και γίνονται ακόμη συνεχείς συζητήσεις, για το κατά πόσον εκείνοι οι οποίοι διέπρατταν ανήκουστα στυγερά εγκλήματα εναντίον του «ταξικού εχθρού», γνώριζαν τι έκαναν ή μήπως οδηγούνταν στις άτιμες και βδελυρές πράξεις τους (ανακρίσεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια, στρατόπεδα συγκεντρώσεως, εντοπισμούς, δημεύσεις περιουσιών, θανατώσεις κ.λ.π.) από… άγνοια και μόνο. Στην τελευταία περίπτωση, η μόνη απαλλαγή που μπορεί να δοθεί είναι το γεγονός ότι κατατρέχονταν από συμπλέγματα κατωτερότητας ή ήσαν απλώς ηλίθιοι. Αλλά και η βλακεία (ακόμη και η πιο απύθμενη) μπορεί να αθωωθεί στην συνείδηση των συνανθρώπων τους; Όλοι οι (μικροί και μεγάλοι, σε βαθμό) ελληνόφωνοι συνοδοιπόροι και συνεργάτες του κομμουνιστικού καθεστώτος, υπεραμύνθηκαν της καθαρότητας της συνείδησής τους και μάλιστα μετά την κατάρρευσή του, επιζήτησαν (και πολλοί το πέτυχαν) να πάρουν νέες θέσεις και αξιώματα στο καινούργιο σύστημα που αναδύθηκε από τα συντρίμμια του παλιού.

Τα ερωτήματα, όμως, παραμένουν: Και εκείνοι που ασκούσαν εισαγγελικό λειτούργημα, έβγαζαν κίβδηλες ετυμηγορίες και επέβαλαν θανατικές ποινές, ισόβια και πολυετείς καθείρξεις σε αθώα θύματα, για τον μόνο λόγο ότι ήσαν και (κυρίως) ένιωθαν Έλληνες και όχι «ελληνόφωνοι» αλβανοί, είναι αθώοι; Και οι συνεργάτες της κρατικής ασφάλειας (Sigurimi) και οι κυβερνητικοί υπεύθυνοι είναι κι αυτοί αθώοι; Και όλοι εκείνοι οι Βορειοηπειρώτες που αναρριχήθηκαν ή πάσχιζαν να αναρριχηθούν στα αλβανικά κομματικά και κυβερνητικά αξιώματα είναι αθώοι; Και όλοι εκείνοι οι εξωμότες της Βορείου Ηπείρου, που έγιναν φανατικά φερέφωνα του αλβανικού καθεστώτος και είχαν αναγάγει τον «ταξικό πόλεμο» και την ρουφιανιά σε… κοινωνική επιστήμη, και που μέχρι ακόμη και σήμερα ορισμένοι εξ αυτών προσπαθούν να πουλήσουν εκ του ασφαλούς συνταγές «αδελφοσύνης» και «λήθης» για τα εγκλήματα εκείνης της περιόδου, είναι κι αυτοί αθώοι; Μα καλά, διαπίστωσαν(!) ότι εξέδιδαν καταδικαστικές αποφάσεις και περιθωριοποιούσαν αθώους και έχουν το θράσος να θέλουν να έχουν ακηλίδωτη συνείδηση; Η εμμονή τους σε ένα σύστημα φαύλο, απάνθρωπο και κολασμένο συνέτεινε στην εκ νέου σκλάβωση της Βορείου Ηπείρου, στην ψυχική μαράζωση και κατάρρευση συμπατριωτών τους, οι οποίοι κατάντησαν ακόμη και καταδότες συγγενών και φίλων. Πώς μπορούν, λοιπόν, να μιλούν για αθωότητα; Ο Οιδίποδας, στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, όταν έμαθε ότι σκότωσε τον πατέρα του και ότι «κοιμόταν» με την ίδια την μητέρα του, δεν μπόρεσε να υποφέρει την δυστυχία που προξένησε, έστω και εν αγνοία του. Όχι μόνο δεν ένιωσε αθώος, αλλά αντιθέτως, έβγαλε ο ίδιος τα μάτια του και, τυφλός πια, έφυγε από την Θήβα. Το παράδειγμά του θα έπρεπε να ακολουθήσουν και όλοι εκείνοι που διαλαλούν τώρα «άγνοια» των όσων έπραξαν τότε και μιλούν σήμερα για «ψυχική καθαρότητα»…

Από την δική μας μεριά, θα τολμήσουμε να επιχειρήσουμε να ενημερώσουμε τον Ελληνικό Λαό για το τι συνέβη εκείνα τα μακάβρια χρόνια. Να πούμε ότι υπήρξαν ελληνόφωνα και ανθρωπόμορφα τέρατα, που επέλεξαν τον Ενβέρ Χότζα ως αρχηγό τους και το αιμοβόρο καθεστώς του ως εύφορο έδαφος για να ξεδιπλώσουν τις ανθελληνικές κομμουνιστικές τους ιδέες που έκρυβαν μέσα τους και να τον εφαρμόσουν «επιστημονικά» σε ομοεθνείς τους. Να γράψουμε πως χαφιέδες ήταν αυτοί που παλαιότερα εξανάγκαζαν με αμέτρητους όσο και ασύλληπτους τρόπους την ίδια την φυλή τους να πιστέψει στην προδοσία τους. Να αποδοκιμάσουμε έντονα όλους εκείνους που με ραφιναρισμένους τρόπους θέλουν να «αποπλανήσουν» το βεβαρυμμένο ιστορικό παρελθόν κάποιων και να πείσουν τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου να υμνεί προδότες και συνειδητούς δοσίλογους του Χότζα, όπως ο Γιώργος Κώτσιας, ο Στρατής Παππάς, οι Γιάννης και Σπύρος Πάνος, ο Θοδωρής Σιάνος, ο Μιλτιάδης Παππάς, ο Βασίλης Νάστος, ο Γιώργος Σουλιώτης, ο Πέτρος Βιδίνος, ο Σπύρος Κλίμης, ο Βασίλης Δαλιάνης, ο Σπύρος Τζιας, ο Κώστας Δράζιος, ο Πάνος Τσούκας και τόσοι άλλοι, οι οποίοι ήσαν φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί της απανθρωπιάς, των βασανισμών, των διώξεων, των φυλακίσεων και των δολοφονιών χιλιάδων Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου, που το μόνο «έγκλημά» του ήταν η πεποίθηση ότι ο Τόπος τους ήταν και έπρεπε να παραμείνει Ελληνικός. Να αποκαλύψουμε ότι κάτι τέτοιου είδους ανθρωποειδή ήταν που φυλάκιζαν συζύγους ή πατεράδες για να μπορούν έπειτα να βιάζουν ανενόχλητοι τις γυναίκες και τις κόρες τους. Να εξιστορήσουμε τις περιπτώσεις γυναικών που είχαν γονείς στην Ελλάδα και τις οποίες κάποια καθάρματα τις ξεγελούσαν δήθεν ότι θα τις περάσουν προς το Ελληνικό έδαφος, τους έπαιρναν όσες χρυσές λίρες ή δολλάρια είχαν, τις οδηγούσαν στα σύνορα, τις βίαζαν και μετά, σύμφωνα με τις εντολές που έδιναν κατά περίπτωση στους συνοριοφύλακες, άλλες τις σκότωναν και άλλες τις φυλάκιζαν. Αυτοί οι αδίστακτοι τύποι πρόδωσαν την Ελλάδα, θεώρησαν ως πατρίδα τους την Αλβανία, ανέβηκαν στα ανώτερα κλιμάκια της κομμουνιστικής εξουσίας, πατώντας πάνω στα πτώματα των συμπατριωτών τους που αντιτάχθηκαν σ’ αυτήν, αν και αρκετοί απ’ αυτούς δοκίμασαν αργότερα και οι ίδιοι το πικρό ποτήρι για τα εγκλήματα που έπραξαν, καθώς ο Χότζα, αφού τους «ξεζούμισε» τελείως, αργότερα είτε τους αποκαθήλωσε από τα αξιώματά τους είτε τους έστειλε κι αυτούς στην φυλακή, γνωρίζοντας πολύ καλά πως «την προδοσία πολλοί αγάπησαν, τον προδότη κανείς»…

Ήρθε και το 1991, που το τέλος της «πολυλατρεμένης σοσιαλιστικής αλβανικής πατρίδας» σήμανε και το δικό τους ρίξιμο στα σκουπίδια. Οι περισσότεροι βιάστηκαν να έρθουν στην «μοναρχοφασιστική Ελλάδα», όπως την αποκαλούσαν μέχρι τότε, φοβούμενοι την αντίδραση οργής εκείνων τους οποίους καταδυνάστευαν στην Βόρειο Ήπειρο για δεκαετίες. Απολάμβαναν την σύνταξη του Ο.Γ.Α. Στην Ελλάδα, η οποία ήταν πολλαπλάσια της σύνταξης που έπαιρναν στον «παράδεισο» της Αλβανίας. Εν τούτοις, παρέμειναν αμετανόητοι, διαχώρισαν την θέση συνεργασίας που είχαν με το καθεστώς, ρίχνοντάς τα όλα στον Ενβέρ Χότζα ως αποδιοπομπαίο τράγο, έγραψαν βιβλία για τους «ηρωισμούς» τους, δήλωσαν με απύθμενο θράσος ότι έπραξαν το σωστό και ότι χάρη σ’ αυτούς(!) επέζησε ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου στα χρόνια της κομμουνιστικής δικτατορίας. Δεν είχαν τουλάχιστον το στοιχειώδες σθένος να πουν ότι τότε πίστευαν πως έπρατταν το σωστό, αλλά μετά αντιλήφθηκαν το λάθος τους. Δεν ζήτησαν καν συγγνώμη για τα εγκλήματα και την προδοσία τους. Γι’ αυτό και δεν έχουν την παραμικρή δικαιολογία για τα όσα έκαναν. Στην επόμενη αναφορά μας θα δούμε κάποια χαρακτηριστικά δείγματα των ελληνόφωνων συνεργατών του Ενβέρ Χότζα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ