ΗΠΑ εναντίον Ιράν με διαιτητή την Ευρώπη

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019 - 08:32

Μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας το 1990-1991, ο αμερικανοσιωνιστικός ιμπεριαλισμός προσπάθησε να εξουδετερώσει την οικονομική παρακμή του μέσω της στρατιωτικής του δύναμης. Ξεκίνησε πολέμους με την συμπαράσταση πολλών ευρωπαϊκών χωρών και την υποστήριξη της ΕΕ, πόλεμοι που απλώθηκαν από το Ιράκ και την Συρία έως την Γιουγκοσλαβία, από το Αφγανιστάν και την Υεμένη έως την Λιβύη. Ωστόσο την δεκαετία που διανύουμε η παγκόσμια οικονομική θέση των ΗΠΑ εξασθενεί και οι συγκρούσεις με την ΕΕ βαίνουν αυξανόμενες.

Το ΝΑΤΟ που διαμορφώθηκε το 1949 ως πυλώνας του αμερικανοσιωνιστικού ιμπεριαλισμού με πρόφαση τον κομμουνιστικό κίνδυνο αντιμετωπίζει σήμερα την αποσύνθεση (βλ. Τουρκία), καθώς ο αγώνας μεταξύ των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών δυνάμεων για πρόσβαση στις αγορές, τους φυσικούς πόρους και το στρατηγικό πλεονέκτημα οδηγεί το σιωνιστικό καπιταλιστικό σύστημα σε σημαντικές εσωτερικές διαπάλες και διενέξεις.

Η ΕΕ διαπνέει όλο και περισσότερο την πολιτική της με αντιρρήσεις έναντι των ΗΠΑ, πολλές ευρωπαϊκές δυνάμεις έχουν δηλώσει συμμετοχή στον μεγαλεπήβολο οικονομικό-στρατηγικό σχεδιασμό της Κίνας «One Belt One Road» και παρά τις έντονες αντιρρήσεις της Ουάσιγκτον ενσωματώνουν τα προγράμματα 5G της κινεζικής εταιρίας Huawei στα τηλεπικοινωνιακά τους δίκτυα, ενώ αντιστέκονται στην ανάπτυξη αμερικανικών πυρηνικών όπλων μέσου βεληνεκούς στην Ευρώπη μετά την καταγγελία της συνθήκης INF (Intermediate Range Nuclear Forces Treaty) εκ μέρους της Ουάσιγκτον.

Η συνθήκη INF που είχαν υπογράψει ο Ρήγκαν με τον Γκορμπατσόφ ρύθμιζε την μείωση και την απαγόρευση πυραύλων εδάφους-εδάφους και πυραύλων cruise και των συστημάτων προστασίας των με βεληνεκές από 500 έως 5.500 χλμ. και δέσμευσε την τότε Σοβιετική Ένωση και τις ΗΠΑ για την καταστροφή των πυρηνικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς και απαγόρευσε την κατασκευή νέων οπλικών συστημάτων τέτοιου τύπου. Το βαθύ κράτος της Ουάσιγκτον βλέπει αυτές τις πολιτικές των ευρωπαϊκών δυνάμεων συλλογικά ως απειλή για την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ και βέβαια του σιωνιστικού ιμπεριαλισμού.

Η δημιουργία στρατού της Ε.Ε, ένα σχέδιο που ήδη διαμορφώνεται με πρωτεργάτες το Βερολίνο και το Παρίσι, προκαλεί συναγερμό στις ΗΠΑ, καθώς με το σχέδιο αυτό εγκαταλείπεται ο στρατιωτικός περιορισμός των ευρωπαϊκών δυνάμεων στο πλαίσιο του αμερικανοκρατούμενου ΝΑΤΟ και αναδιαμορφώνεται η εξωτερική πολιτική της ΕΕ με ορίζοντα την απεξάρτηση από την Ουάσιγκτον. Η κυβέρνηση Τραμπ στην προσπάθεια της να αναδιοργανώσει την ευρασιατική της πολιτική μετά την βύθιση των σιωνιστικών σχεδίων για διάλυση της Συρίας και των μη αρεστών κρατών της Μέσης Ανατολής και υπό την απειλή της αναδυόμενης Κίνας, προσπαθεί να ξεκινήσει έναν επιθετικό πόλεμο εναντίον του Ιράν προβάλλοντας ηλίθιους προσχηματικούς λόγους.

Είναι προφανές ότι το Ιράν δεν είναι το Ιράκ του Σαντάμ, είναι μια χώρα εξοπλισμένη με σύγχρονα ρωσικά οπλικά συστήματα, με διπλάσιο πληθυσμό και τετραπλάσια έκταση σε σχέση με το Ιράκ. Ένας πόλεμος με το Ιράν θα οδηγούσε σε ανάφλεξη όλη την Μέση Ανατολή και είναι σίγουρο ότι η Ρωσία με την Κίνα δεν θα παρέμεναν απλοί θεατές. Τουτέστιν ένας πόλεμος με το Ιράν δεν θα ήταν για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις επανάληψη του στρατιωτικού περιπάτου το 2003 στο Ιράκ, είναι ηλίου φαεινότερο ότι θα ενέπλεκε την Τουρκία, το Ισραήλ, τα αραβικά εμιράτα και η κλιμάκωση του θα έφερνε την πυρηνική αναμέτρηση μεταξύ των υπερδυνάμεων.

Στην διένεξη ΗΠΑ-Ιράν διαφαίνεται ότι η Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία υιοθετούν διαφορετική προσέγγιση από την Ουάσιγκτον, επαναλαμβάνοντας ότι ήταν λάθος η καταγγελία εκ μέρους των ΗΠΑ της συμφωνίας P5+1 για τα πυρηνικά προγράμματα της Τεχεράνης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ΕΕ είναι λιγότερο επιθετική από τον σιωνιστικό ιμπεριαλισμό ή ότι έπαψε να καθοδηγείται η κλίκα των Βρυξελλών από τις σιωνιστικές ελίτ. Η δυσοίωνη εξέλιξη της τρέχουσας πολεμικής των ΗΠΑ είναι ότι δεν πρόκειται να εκφραστεί ως σύγκρουση μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον, αλλά ως σύγκρουση μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος πελάτης αργού πετρελαίου του Ιράν, εισάγει 600.000 βαρέλια αργού ημερησίως, ενώ είναι γνωστό ότι η Τεχεράνη έχει συνάψει αμυντικές και οικονομικές συμφωνίες με την Μόσχα και το Πεκίνο. 

Είναι πασίδηλο ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν την διένεξη με το Ιράν και τις απειλές πολέμου ως μοχλό πίεσης έναντι της Κίνας και της Ρωσίας, αλλά και έναντι εκείνων των ευρωπαϊκών δυνάμεων που έχουν αντιρρήσεις και δεν υποβάλλουν τα διαπιστευτήρια τους στην επιθετική πολιτική της Ουάσιγκτον. Είναι επίσης πασιφανές ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ εξακολουθεί να καθοδηγείται από το συνδυασμένο πετρελαϊκό-σιωνιστικό λόμπι, τουτέστιν οι χώρες που πωλούν πετρέλαιο σε άλλα νομίσματα εκτός του δολαρίου είναι υποψήφιες για βίαιη αλλαγή καθεστώτος, όπως στο παρελθόν το Ιράκ του Σαντάμ, η Λιβύη του Καντάφι και πρόσφατα η Βενεζουέλα του Μαδούρο και το Ιράν.

Η επιμονή των ΗΠΑ στο «πετροδολάριο» συνεπάγεται δεσμευμένες παγκόσμιες εμπορικές συναλλαγές, κάτι που ουδόλως διαφέρει από την αποικιοκρατία. Το πετροδολάριο είναι βαθιά συνυφασμένο με τον σιωνιστικό ιμπεριαλισμό και καπιταλισμό, υπάρχει απόλυτη εξάρτηση αυτού του νομίσματος με τους πολέμους των ΗΠΑ της τελευταίας τριακονταετίας και με την εξύφανση της αμερικανικής γεωπολιτικής.

Τα αίτια του πολέμου που προφανώς εκκολάπτεται δεν είναι η ανύπαρκτη πυρηνική απειλή της Τεχεράνης, αλλά η προσπάθεια του σιωνιστικού ιμπεριαλισμού, μετά την στρατηγική αποτυχία του στην Συρία και στην Λιβύη, να διεκδικήσει την παραπαίουσα ηγεμονία του στην ζωτική Μέση Ανατολή και να εμποδίσει την Ρωσία και Κίνα να αναδειχθούν ως κυρίαρχοι πόλοι στην γεωπολιτική σκηνή. Ο σιωνιστικός ιμπεριαλισμός, στην δίνη της κρίσης του συστήματος που τροφοδοτεί αδιαλείπτως τις τελευταίες δεκαετίες, προετοιμάζεται για πόλεμο ως τελευταία σωτηρία πριν από τον καταποντισμό του, ένας πόλεμος που δεν είναι απαραίτητο να ξεσπάσει στην Μέση Ανατολή, καθώς πιθανότερη εστία φαίνεται ότι είναι η Νοτιοανατολική Ασία.

Γ. Λιναρδής