Η Ραψωδία των Νεκρών

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017 - 07:28

Η Ραψωδία των Νεκρών

Ο Οδυσσέας αναζητά την Αλήθεια στον κυρίαρχο χώρο των Νεκύων [Νεκρών]. Οι Νεκροί, Πρόγονοι και Ήρωες, επιβεβαιώνουν και δικαιώνουν το κορυφαίο Ομηρικό αφήγημα, το «Νόστιμον Ήμαρ».

Στην Οδύσσεια, το κορυφαίο λογοτεχνικό έργο και το πλέον πολυσήμαντο ανά τους αιώνες, ιδιαίτερα βαρύνουσα θέση έχει η λ Ραψωδία ή αλλιώς η Νέκυια Ραψωδία. Νέκυια (νέκυς=νεκρός) ονομάζοταν η αρχέγονη τελετή κατά την οποία ο Ομηρικός άνθρωπος καλούσε τους νεκρούς για να πληροφορηθεί το μέλλον. Εδώ ο Οδυσσέας, ο πορθητής της Τροίας, πολύτροπος, πολύπαθος αλλά και φιλέταιρος ήρωας των Ελλήνων «σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του τον γυρισμό», οδηγείται στην κατάβαση στον Άδη, στην οριακή αυτή δοκιμασία που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας, σε μία απόπειρα να αναζητήσει τον δρόμο της επιστροφής στην Ιθάκη για τον ίδιο και τους συντρόφους του.

Η έκδηλη νοσταλγία για Νόστο δεν γίνεται όμως αυτοσκοπός στην Νέκυια ραψωδία της Οδύσσειας. Είναι η Αυτογνωσία, η Υπακοή στους θεϊκούς άγραφους νόμους, ο σεβασμός προς τους Νεκρούς, το Ήθος και η Σύνεση, οι Αξίες και τα Ιδανικά της Ομηρικής κοινωνίας όπου κυριαρχεί το Ηρωικό Πρότυπο όπως διατυπώνονται επιτακτικά στην αναφορά στον Νεοπτόλεμο.

Είναι στο χώρο των Νεκύων, του Κάτω Κόσμου, όπου ο Οδυσσέας θα συνειδητοποιήσει ότι «το Νόστιμον Ήμαρ» εξαρτάται από τις πράξεις και τις επιλογές του ίδιου και των συντρόφων του. Σε αντιδιαμετρική θέση όμως είναι η ψυχή του Μάντη Τειρεσία που προοικονομεί με την προφητεία του τον τελικό Νόστο του ήρωα ύστερα από ανείπωτες συμφορές, που προϊδεάζει για την Μνηστηροφονία που θα ακολουθήσει, που παροτρύνει τον Οδυσσέα να μην σταματήσει να αγωνίζεται. Με δέος ο ήρωας αντιλαμβάνεται ότι η προφητεία του μάντη είναι θέσφατη, αποφασισμένη δηλαδή από τους Θεούς. Και υπακούει. Είναι οι Νεκροί που θα αναγκάσουν τον Οδυσσέα να συμφιλιωθεί και να αποδειχθεί την μοίρα του τηρώντας τις επιταγές των Θεών για να βρεί τελικά τον «νόστον τον μελίγευστον».

Το υπερβατικό στοιχείο είναι διάχυτο στην λ ραψωδία, την Νέκυια της Οδύσσειας, ταυτόχρονα όμως φανερώνει τον άρρηκτο και αδιατάρακτο δεσμό των Ελλήνων με τους προγόνους τους, την διαχρονικότητα των αντιλήψεων των Αρχαίων Ελλήνων περί Αθανασίας της Ψυχής, γεγονός που εντυπώνεται ως επικρατούσα αντίληψη όχι μόνο στην Ομηρική εποχή καί στην Αρχαϊκή, αλλά απεικονίζεται με την πλήρη έκφρασή της κατά την Κλασσική εποχή. Τότε ο Πλάτωνας, με αποκορύφωμα τον «Φαίδωνα», αλλά και την «Απολογία» όπου περιγράφονται οι τελευταίες στιγμές του Σωκράτη, τελειοποιεί το θεμελιακό ερώτημα που πραγματεύεται, την Αθανασία της Ψυχής, δείχνοντας να υιοθετεί αμφότερα το Πυθαγόρειο και Ορφικό δόγμα για την ύπαρξή της, ότι ο άνθρωπος δηλαδή αποτελεί ένωση ενός θνητού σώματος και μιας αθάνατης ψυχής. Το σώμα του είναι ολοκληρωτικά παραδομένο στη διαρκή μεταβολή, ενώ η Ψυχή του που είναι Ασώματη και Αιώνια είναι από την ίδια τη φύση της συγγενής με τις Ιδέες. Με την αποδέσμευσή της από το σώμα η Ψυχή απαλλάσσεται από ένα δυσβάστακτο βάρος και μπορεί πλέον να αφιερωθεί απερίσπαστη στη θέαση των Ιδεών.

Η κατάβαση ωστόσο στον Άδη είναι τόσο επώδυνη για τον Οδυσσέα όσο και αποκαλυπτική. Όταν αναδιηγείται τα πάθη του στον βασιλιά Αλκίνοο των Φαιάκων, έχει το πλεονέκτημα της εκ του προτέρου γνώσης, έχει περάσει στην αντίπερα όχθη και έχει επιστρέψει σοφότερος από ποτέ. Οι νεκροί βοηθούν τον Οδυσσέα να συνειδητοποιήσει το Χρέος του. Ο πολυμήχανος ήρωας ΔΕΝ έχει άλλη επιλογή. Η καθηλωτική του αφήγηση γνωστή και ως Αλκίνου Αντίλογοι, είναι γεμάτοι συμβολισμούς. Η αναγκαιότητα της Κατάβασης στο χώρο των Νεκύων προκαλεί τρόμο. Ο Οδυσσέας κλονίζεται, προς στιγμή κάμπτεται, όμως η νοσταλγία του Νόστου είναι πιο ισχυρή από τον φόβο. Η Ιθάκη φαντάζει τώρα ως η ολοκλήρωση μετά την δοκιμασία. Κατεβαίνοντας τον Αχέροντα, αποδίδει με τελετουργική αυστηρότητα τις δέουσες νεκρικές τιμές στους νεκρούς και θυσίες στις Χθόνιες θεότητες, τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη. Προσφέρει χοές και θυσιάζει αμνούς. Με την τέλεση των σπονδών γίνεται η ανάκληση των Νεκρών. Το αίμα των σφαγιασμένων αμνών ενεργοποιεί τις ψυχές των Νεκύων που βγαίνουν από τη Λήθη και ανακτούν την Μνήμη. Οι Ψυχές, εξαϋλωμένες και υποβλητικές, εντούτοις με τις ανθρώπινες μορφές τους, μαζεύονται για να γευτούν αίμα και να θυμηθούν τον Κόσμο των Ζωντανών.

Το Αίμα, η αρχέγονη και Ιερότερη πηγή Ζωής, είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον Πνευματικό κόσμο και τον Υπαρκτό. Κατά την σύλληψή του το ανθρώπινο έμβρυο τρέφεται με αίμα από τον πλακούντα που γίνεται αγωγός Ζωής. Στη υπερκόσμια Νέκυια το Αίμα καταδεικνύει την υπέρβαση του Θανάτου ταυτόχρονα όμως φανερώνει τον άρρηκτο δεσμό των Ελλήνων με τους Προγόνους εις το διηνεκές, όπως αυτός αποτυπώνεται στην τελευταία συνάντηση του Οδυσσέα στον Άδη με τις ψυχές των ηρώων του απώτερου παρελθόντος, του Μίνωα, Κριτή του Κάτω Κόσμου εκφραστή της Κρίσης και της Δικαιοσύνης, και των ασεβών Σίσυφου και Ταντάλου. Ο Ηρακλής εκπέμπει το δικό του σήμα, ο πολύτροπος όμως Οδυσσέας δεν ανταποκρίνεται, παραμένει άφωνος από την καθηλωτική αφήγηση του λιονταρόψυχου Ημίθεου.

Χρονολογικά, πρώτη πλησιάζει η ψυχή του Ελπήνορα, του συντρόφου που άφησαν άταφο στο νησί της Κίρκης. Ο Ελπήνορας εκλιπαρεί τον Οδυσσέα να κάψει το νεκρό σώμα του και να υψώσει τύμβο προς τιμή του. Αν και η αναφορά για καύση του νεκρού αποτελεί αναχρονισμό του ποιητή - στην Μυκηναϊκή εποχή οι νεκροί ενταφιάζονταν -εντούτοις δεν αναιρεί την αντίληψη του Ομηρικού ανθρώπου για την απόδοση των απαιτούμενων νεκρικών προσφορών οι οποίες φανερώνουν τον σεβασμό προς τους νεκρούς αλλά και την ευσέβεια προς τους θεούς του Κάτω Κόσμου.

Αρκετές χιλιετίες αργότερα η υπακοή προς τον θεϊκό νόμο και η τήρηση παρόμοιων νεκρικών εθίμων και τελετουργικών αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης των συγχρόνων Ελλήνων, αδιάσειστη απόδειξη της αδιάλειπτης συνέχειας της Ελληνικής Φυλής ανά τους αιώνες.

Ακολουθεί η υποβλητική εμφάνιση του Τειρεσία που διατηρούσε και στον Άδη την πανάρχαια γνώση της μαντικής. Ο Τειρεσίας προοικονομεί τα δραματικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν όπως η περιπέτεια στην Θρινακία, ο θυμός του Ποσειδώνα, ο βασανιστικός Νόστος του Οδυσσέα και τελικά η Μνηστηροφονία. Η αμφισημία που χαρακτηρίζει αρχικά τις προφητείες του Τειρεσία προκειμένου να θεωρηθεί ο Νόστος ενδεχόμενος αλλά και να επισημανθεί η βασική αρχή της Οδύσσειας ότι δηλαδή ο άνθρωπος έχει την κύρια ευθύνη για τις επιλογές του [λ' 111-133], σταδιακά δίνει τη θέση της στην σαφήνεια όταν ο μάντης μεταφέρει συγκεκριμένες εντολές. [λ' 132-146]. Ο εξευμενισμός όλων των θεών και ιδιαίτερα του Ποσειδώνα είναι η κύρια υποχρέωση του ήρωα. Ο Οδυσσέας οφείλει να διαδώσει την λατρεία του θεού στην ηπειρωτική, ορεινή Ελλάδα. Ο συμβολισμός είναι έκδηλος. Ο πιο αντιπροσωπευτικός ήρωας της Φυλής πρέπει να μιλήσει στους Έλληνες για την θάλασσα, στοιχείο πολιτισμού, ευημερίας αλλά και Κυριαρχίας. Εδώ η Ελένη Κακριδή προτάσσει την Νεολληνική παράδοση της λατρείας του Προφήτη Ηλία στα βουνά, μιας παράδοσης που ανήκει στους αιτιολογικούς μύθους και την συνδέει με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των Ελλήνων των Ομηρικών χρόνων. [Ε. Κακριδή, Η διδασκαλία των Ομηρικών επών, ΟΕΔΒ, 1998]. Ο Τειρεσίας αποχωρεί αφού προφήτεψε τα θέσφατα - τις αποφάσεις των θεών -προετοιμάζοντας τον ήρωα να συνεχίσει να αγωνίζεται και επιβεβαιώνοντας ότι το Ηρωικό στοιχείο της Οδύσσειας είναι ο καρτερικός αγώνας όχι ο πολεμικός.

«Για να θυμηθείς το παρελθόν, πρέπει πρώτα να ξεχάσεις το παρόν. Ετσι η Λήθη ορίζεται ως προϋπόθεση Μνήμης. Λήθη και Μνήμη επομένως εμφανίζονται ως διαδοχικοί δρόμοι που ο καθένας παρακολουθεί τον άλλον.» [ Δ. Ν. Μαρωνίτης, Έπος και Δράμα, 2014]. Στην μυστηριακή σαγήνη του υπερβατικού κόσμου των Νεκύων η ηρεμία συναντά την απραξία, η Λήθη συμβαδίζει με την Μνήμη. Την ηρεμία της Νέκυια ταράζει ο ζωντανός Οδυσσέας. «Γιέ μου, πως ήλθες ζωντανός σ'αυτό το ζοφερό σκοτάδι», είναι η συγκινητική στιγμή που ο Οδυσσέας συναντά την ψυχή της μητέρας του Αντίκλειας. Μέσα σε έντονη συναισθηματική φόρτιση η μητέρα αναγνωρίζει το παιδί της και ο Ανθρωποκεντρικός λόγος του Ομηρικού Έπους αποθεώνεται. Οι πληροφορίες της Αντίκλειας για την Πηνελόπη, το γιό του Τηλέμαχο και την βασιλική του εξουσία που αμφισβητείται από τους Μνηστήρες προάγουν τον Νόστο και το δράμα που θα ακολουθήσει. Η Πηνελόπη ισχυροποιεί τον Οίκο του Οδυσσέα ως φύλακας της εστίας του προσφέροντας έτσι μία συγκεκριμένη εικόνα για την κατάσταση της Ελληνίδας στην αυγή της πρώτης χιλιετίας πριν το Χριστό όπως σημειώνει η Claude Mosse. Η σπαρακτική συνάντηση του Οδυσσέα με την μητέρα του τελειώνει αφού εκείνη τον διαβεβαιώνει: «Αυτή είναι η μοίρα των βροτών, όταν κάποιος πεθαίνει, δεν συγκρατούνε πια τα νεύρα του τις σάρκες... μόνο η ψυχή, πάει πέταξε σαν όνειρο και φτερουγίζει... »

Η Αντίκλεια περιγράφει έτσι τον κοινό, τελικό Νόστο όλων των ανθρώπων «που λέγεται αλλιώς και θάνατος» κατά τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, ο οποίος παρατηρεί ότι καμιά άλλη ραψωδία της Οδύσσειας δεν έχει την ασύμμετρη συμμετρία της Νέκυια και την παρομοιάζει με τα ταφικά αγγεία της Γεωμετρικής περιόδου. Ο Οδυσσέας έχει αρχίσει να ανακάμπτει. Το στοιχείο της Ζωής αντιμάχεται αυτό του Θανάτου. Στη συνάντησή του με τους ήρωες του Τρωϊκού πολέμου Αγαμέμνονα, Αχιλλέα και Αίαντα ο ηρωικός αγώνας αντιπαραβάλλεται με την νεκρική γαλήνη, η σιωπή των Νεκύων με τον ύμνο της Ζωής. Ο καλύτερος των Αχαιών θρηνεί την απραξία του θανάτου και ο θρήνος του θυμίζει ακριτικό τραγούδι και μοιρολόι της Μάνης. Ο Οδυσσέας τον προσφωνεί ως τον ευτυχέστερο των ανθρώπων για το παρελθόν και το μέλλον φέρνοντας στο νου τον «Ευαγόρα» του Ισοκράτη, αιώνες αργότερα, όπου ο περίφημος ρήτορας θεωρεί ότι ο νεκρός Ευαγόρας χαίρεται με τις τιμές που του προσφέρει ο γιός του Νικοκλής, κερδίζοντας έτσι την υστεροφημία του την οποία επιζητούν οι φιλόδοξοι άνθρωποι. «Ευρήσομεν γαρ τους φιλοτίμους και μεγαλοψύχους των ανδρών πάντα ποιούντας όπως αθάνατον την περί αυτών μνήμην καταλείψουσιν», όπως αναφέρεται σχετικά. Ο Αχιλλέας, ο πρώτος και καλύτερος των Αχαιών, πικραίνεται που δεν βλέπει το φως του Ήλιου εντούτοις οι διακρίσεις του γιού του Νεοπτόλεμου τον χαροποιούν. Η Ψυχή του Ήρωα αποχωρεί ικανοποιημένη. Η Σύνεση και η Αντρειοσύνη αποτελούν τις Αξίες και τα Ιδανικά της αρχέγονης Ελληνικής κοινωνίας στην οποία κυριαρχεί το ηρωικό πρότυπο, ουσιαστικά όμως χαρακτηρίζονται ως οι διαχρονικές Αξίες των Ελλήνων επειδή Αρετές όπως η γενναιότητα, το Ήθος και κυρίως η Φιλοπατρία διέπουν την Ελληνική Φυλή από την απαρχή του Πολιτισμού.

Ανατρέχοντας στην Νιτσεϊκή κοσμοθεώρηση της ηθικής του Κυρίαρχου ανθρώπου, όπως αυτή αποτυπώνεται στο εμβληματικό έργο του κορυφαίου διανοητή «Ίδε ο άνθρωπος», αξίες όπως η Δικαιοσύνη, η Δύναμη και το Θάρρος, η Σωφροσύνη και η Τιμή χαρακτηρίζουν τον ιδανικό άνθρωπο με Δύναμη Θελήσεως όπως ακριβώς τους Ήρωες της Ομηρικής Εποχής, οι αρετές των οποίων εκθειάζονται στην Νέκυια Ραψωδία της Οδύσσειας. Το βαθυστόχαστο αυτό ποιητικά κείμενο επιδέχεται ελλόγως ποικίλες φιλοσοφικές ερμηνείες δεν παύει όμως να αποτελεί την πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά του αρχαίου Ελληνικού κόσμου για την αντίληψη περί ύπαρξης Αθάνατης Ψυχής και «Κάτω Κόσμου», αντίληψη η οποία λίγους αιώνες αργότερα τελειοποιήθηκε από τον Πλάτωνα.

Η σύγχρονη ωστόσο ερμηνεία του Ομηρικού Πνεύματος στην Νέκυια δεν εξαντλείται, ούτε παραπέμπει σε μία άνυδρη και άνευρη προγονολατρεία αλλά καταδεικνύει την Ιστορική Συνέχεια του Ελληνικού Εθνους με βάση το Ομηρικό Ιδεώδες του Ηρωισμού και του Αγώνα. Ο Οδυσσέας, αιώνιο σύμβολο της Ελληνικής Φυλής, μάχεται καρτερικά για την επιβίωσή του και την επιστροφή στην Πατρίδα όπως οφείλουν να μάχονται οι Έλληνες για το Έθνος τους, την Πατρώα Γη, «Θεών τε Πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων» κατά τον Αισχύλο. Η Κατάβαση στον χώρο των Νεκύων προοικονομεί το δράμα και την λύτρωση. «Συμφιλιώνει» την Ιλιάδα με την Οδύσσεια. Ο Ηρωισμός είναι αλληλένδετος με τον Αγώνα των Ελλήνων ανά τους αιώνες. Σε όλο το Ομηρικό αφήγημα ο Νόστος συμβολίζει τον Αιώνιο Ελληνισμό. Στο τέλος της Ραψωδίας, ο Οδυσσέας προστάζει με δύναμη ψυχής τους συντρόφους να ετοιμάσουν τα πλοία για γυρισμό. Εχει πλήρη επίγνωση για αυτά που έρχονται. Οι Νεκροί, Πρόγονοι και Ήρωες, δείχνουν το δρόμο προς την τελική Δικαίωση. Ο σκοπός είναι αειφανής «οίκαδε τ΄ ελθέμεναι και Νόστιμον Ήμαρ ιδέσθαι. »

ΜΑΡΙΑ ΜΠΙΛΛΗ

Διαβάστε περισσότερα στο 14ο τεύχος του Περιοδικού "Μαίανδρος" που κυκλοφορεί