Η λήθη του παρελθόντος και η Χρυσή Αυγή

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019 - 07:24

Άπειρα έχουν ειπωθεί και γραφεί για τον Χρόνο και τις ιδιότητές του. Όπως, π.χ., ότι ένα μυρμήγκι, το οποίο θα είχε τον απαιτούμενο χρόνο μπροστά του, θα μπορούσε να ισοπεδώσει το Λευκό Όρος. Ο Γουσταύος Λε Μπον, αναλογιζόμενος την επίδραση του Χρόνου στην γένεση των Ιδεών των μαζών, υποστήριζε ότι ο Χρόνος κρατεί υπό την εξάρτησή του τις Μεγάλες Δυνάμεις (όπως η Φυλή), που αποκτούν εξ αιτίας του δύναμη και εξ αιτίας του την χάνουν, ενώ επίσης ο Χρόνος είναι εκείνος που προετοιμάζει τις Ιδέες και τις πεποιθήσεις, το έδαφος που θα φυτρώσουν και θα καλλιεργηθούν.

Πρόσθετε, επίσης, ότι ο Χρόνος συσσωρεύει το τεράστιο απόθεμα πεποιθήσεων και σκέψεων, πάνω στο οποίο γεννιούνται οι Ιδέες μιας εποχής και γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει πάντα να ανατρέχουμε στο παρελθόν για να κατανοήσουμε την γένεσή τους. Η κυριαρχία δεν επιβάλλεται μόνο διαμέσου της άμεσης βίας, καθώς η καλύτερη αποτελεσματικότητα της έμμεσης βίας, όχι μόνο είναι αναγνωρισμένη από τους κάθε λογής «ειδικούς» της συστημικής εξουσίας, αλλά και ιδιαίτερα προβεβλημένη στον κατάλογο των επιλογών της.

Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί που διαθέτουν οι κυρίαρχοι λειτουργούν, πρώτα απ’ όλα, σε βάθος χρόνου, αφού κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο στην αργή μεν, σταθερή δε, επίδραση και τελικά στην επιβολή τους. Μια καθαρή όσο και απλή μέθοδος κυριαρχίας είναι η λεγόμενη «διαβεβαίωση». Ακόμη κι αν αυτή είναι κατάφωρα ψευδής, ανεδαφική, ανεπαρκής, στερημένη πλήρως από τεκμήρια και αποδείξεις, έρχεται να μουδιάσει στην κυριολεξία τα μυαλά των ανθρώπων, να προβάλει μια απλή εικόνα, την οποία «οφείλουμε» να αποθηκεύσουμε στην συνείδησή μας. Αρκεί να απουσιάζει πλήρως το κριτικό πνεύμα, που γεννά αντιρρήσεις, αμφισβητήσεις, ανυποταξία. Είναι σαν το σύστημα εξουσίας να λέει ότι «το παρελθόν δεν υπάρχει εάν εγώ το επιθυμώ, εάν εγώ θέλω να το λησμονήσετε, εάν εγώ εξυπηρετούμαι από την σιωπηλή λήθη όλων μας».

Σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση κινούνται οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κυρίαρχου καθεστώτος, προκειμένου να στηρίξουν σχεδιασμούς που έρχονται για να μεταβάλουν άρδην το λεγόμενο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο, αλλά και να επέμβουν στα ταυτοτικά ζητήματα. Η αποσιώπηση ή η παραποίηση, φερ’ ειπείν, ενός σημαντικού ιστορικού γεγονότος, κρίνεται συχνά απαραίτητη για την επιβολή μιας κατασκευασμένης και λογοκριμένης «μνήμης». Προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση κινήθηκε το εγχώριο μεταπολιτευτικό καθεστώς, με όλα τα μέχρι τώρα κυβερνητικά σχήματά του.

Το ίδιο, όμως, ισχύει με τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα. Προβάλλονται ακρωτηριασμένα και παραποιημένα, ως «φολκλόρ» τουριστικής αξιοποίησης και η αληθινή ουσία τους εξοστρακίζεται και εξαφανίζεται. Ακόμη και ο Κομφούκιος θεωρούσε ότι το «λι» (η σωστή συμπεριφορά») και το «ζεν» (καλοσύνη) πηγάζουν από την εκτίμηση των παραδόσεων και των εθίμων, αλλά εάν στην εποχή της «πολιτικής ορθότητας», της παγκοσμιοποίησης, της πολυπολιτισμικότητας και του εθνομηδενισμού υποστηρίξεις τα ίδια ακριβώς με τον Αρχαίο Κινέζο Φιλόσοφο θα θεωρηθείς «φασίστας», «ρατσιστής», «αναχρονιστής».

Για να γίνει κατανοητό σε ποια ακριβώς κατεύθυνση κινείται το σύστημα στο σύγχρονο ελλαδικό κράτος, ας έχουμε υπ’ όψιν μας τον κυρίαρχο «εκσυγχρονιστικό» λόγο κάποιων εκ των «διανοούμενων» και το ιστορικό της λειτουργικής τους ενσωμάτωσης από την δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα. Άννα Φραγκουδάκη: «Αυτό το τελευταίο θέμα της διαμόρφωσης μιας νέας ευρωπαϊκής ταυτότητας, η οποία θα εκπροσωπεί τους πολίτες της καινούργιας στην ιστορία ενωμένης Ευρώπης ως δεύτερη ταυτότητα δίπλα στην εθνική τους, είναι πολύ σημαντικό. Δεν είναι καθόλου δεδομένη η συναίνεση στο τι σημαίνει ευρωπαϊκή κουλτούρα που πρέπει να καλλιεργήσουν οι θεσμοί, και ιδίως το σχολείο, δίπλα στην εθνική ταυτότητα και κουλτούρα των νέων γενεών».

Σχετικά με το θέμα είναι και τα όσα λέει ο Δημήτρης Μπελαντής: «Με την επικράτηση του Κ. Σημίτη στην κυβέρνηση, το κυβερνητικό κόμμα και την ελληνική κοινωνία, παρατηρήθηκε ένα καινοφανές πολιτικό φαινόμενο: η μαζική προσχώρηση της αριστερής διανόησης του Κ. Σημίτη και του “αριστερού εκσυγχρονισμού”. Προέκυψε η συστηματική στελέχωση των υπουργείων με αριστερούς  ειδικούς συμβούλους, ιδίως εκ της ανανεωτικής Αριστεράς και η δημιουργία ενός αριστερού think tank γύρω απ’ την “εκσυγχρονιστική” κρατική πολιτική. Έχουμε, έτσι, μια μετατόπιση των αριστερών διανοουμένων απ’ την περιφέρεια του κράτους, από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς και από τους θεσμούς του κρατικού σχεδιασμού και προγραμματισμού στην “καρδιά” του κράτους».

Αυτή ακριβώς η ιδεολογική ηγεμονία, όπως προσθέτει ο Νίκος Πουλαντζάς, «υποδηλώνει τον ρόλο μιας κυρίαρχης τάξης, η οποία διαμέσου των διανοουμένων της, κατορθώνει να κάνει αποδεκτή απ’ το σύνολο μιας κοινωνίας την ιδιαίτερη κοσμοαντίληψή της και έτσι να διοικεί διαμέσου μιας εξαρτημένης συναίνεσης, μάλλον, παρά να κυριαρχεί με την στενή έννοια του όρου». Δεν είναι επομένως καθόλου τυχαίο ή συγκυριακό το ότι η μετατόπιση του εθνομηδενιστικού «εκσυγχρονισμού» στον σκληρό και βαθύ πυρήνα του κράτους και η «επιλογή» του εγκλεισμού στο «χρυσό κλουβί» του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ’90 με την απαξίωση του εργασιακού μόχθου και την προβολή του εύκολου πλουτισμού διαμέσου (της «φούσκας», όπως αποδείχθηκε) του Χρηματιστηρίου, προϋπόθετε για πολλούς ανθρώπους την αποξένωση και από αυτές τις ύστατες ενθυμήσεις μιας άλλης ζωής , που πλέον σιγοέσβηνε στις τελευταίες διηγήσεις των μεγαλυτέρων σε ηλικία, που περιέγραφαν «την καλοσύνη», «την σωστή συμπεριφορά», «την κοινοτική ζωή», «την αγάπη για τον γενέθλιο Τόπο», «το παρελθόν που νοσταλγούσαν», «την Πατρίδα που αγαπούσαν και πολέμησαν γι’ αυτήν» ενάντια σε κάθε είδους κατακτητή.

Από τον σημιτικό «εκσυγχρονισμό» μέχρι τον συριζαίικο εθνομηδενισμό, ο πυρήνας της αντεθνικής και αντιλαϊκής σκέψης έχει το ίδιο ουσιώδες περιεχόμενο. Σε αυτή την προσπάθεια λήθης και παράλληλης διαμόρφωσης του παρόντος και του μέλλοντος οφείλουμε ως ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, δηλαδή ως ο πιο Σημαντικός Πυρήνας Πολιτικής Αντίστασης των Συνειδητοποιημένων Ελλήνων, να αντισταθούμε σθεναρά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ