Η αυτοκρατορική έναντι της εθνικής ιδέας και η ελληνική περίπτωση - Μέρος Α’

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019 - 12:15

Η αυτοκρατορική έναντι της εθνικής ιδέας και η ελληνική περίπτωση - Μέρος Α’

Ανατρέχοντας στην ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία, όπως αυτή έχει σχολιαστεί από τους αντιπροσώπους του παραδοσιακού τρόπου σκέψης, ως κομβικό σημείο της μοντερνιστικής ανατροπής προβάλλει η σύγκρουση ανάμεσα στην ιδέα της αυτοκρατορίας με αυτήν του σύγχρονου κράτους, η οποία, παρά το γεγονός ότι αποτέλεσε το ιδεολογικό όπλο του Δυτικού Διαφωτισμού, εντοπίζει τις καταβολές του πολύ νωρίτερα. Αφού, λοιπόν, αναφερθούμε στα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα και οριοθετήσουμε τις δύο παραπάνω ιδέες περί του άρχειν από την παραδοσιακή σκοπιά, θα επικεντρωθούμε στο ελληνικό ανάλογο αυτής της διαμάχης.

Ως αφετηρία της υπονόμευσης της ιδέας της αυτοκρατορίας, θεωρείται η διαμάχη μεταξύ Γιββελίνων και Γουέλφων, δύο αντίπαλων πολιτικών μερίδων της μεσαιωνικής Ιταλίας, οι οποίες από τον 12ο έως και τον 15ο αιώνα εκτός από τα ξίφη τους , πρόταξαν στο πεδίο των μαχών δύο διακριτές αντιλήψεις σχετικά με την πρωτοκαθεδρία επί του πολιτικού και του πνευματικού στοιχείου εντός της, καθ’ αυτούς, Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι μεν Γιββελίνοι, απαρτιζόμενοι από οίκους πιστούς στην αυτοκρατορική αρχή επί όλων των επιπέδων της εξουσίας, συμπεριλαμβανομένης και της εκκλησιαστικής , αντιπροσωπεύουν την αυθεντικά παραδοσιακή ιδέα του imperium, η οποία βρήκε την ιστορική της πραγμάτωση στην Ρωμαϊκή οικουμένη, ήδη από τους προχριστιανικούς χρόνους, μέχρι τον κατακερματισμό των αυτοκρατοριών και την δημιουργία των νέων εθνών- κρατών. Οι δε Γουέλφοι, στις τάξεις των οποίων συναντούσε κανείς κυρίως εύπορες οικογένειες εμπόρων που ανταγωνίζονταν την πολιτική επικυριαρχία του αυτοκράτορα, τάσσονταν υπέρ του παπικού πρωτείου, όντες πιστοί τόσο στην κοσμική, όσο και στην πνευματική αρμοδιότητα της εκκλησίας της Ρώμης

Κατά τους Γιββελίνους, το ιδεώδες της αυτοκρατορίας συνίστατο στην πίστη ότι το βασιλεύειν είχε μία υπερφυσική, μεταπολιτική και οικουμενική χροιά, της οποίας φορέας και κέντρο αναφοράς , δεν ήταν άλλος παρά ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Δεδομένης αυτής της ιδέας, η αυτοκρατορία δεν πρέπει να συγχυστεί με τα επιμέρους βασίλεια από τα οποία αποτελείτο, καθώς η εξουσία της πρώτης επικάλυπτε και περιόριζε αυτή των τελευταίων, τα οποία, με τη σειρά τους, είχαν περισσότερο τοπική ισχύ. Αυτή η πραγματικότητα της οικουμενικότητας , όπως σε κάθε παραδοσιακό πολιτισμό, έτσι και εδώ , δεν κατοχυρώνεται διά υλικών και ‘’γραφειοκρατικών’’ μέσων, είτε στρατιωτικών είτε οικονομικών, παρά μόνο από την πνευματική αρχή της fides (= πίστης), η οποία, στην λατινική γλώσσα, έχει συνάμα με την θρησκευτική, και πολιτική σημασία. Πάνω σε αυτήν πίστη, θεμελιώνονταν η ευπείθεια και η συνεκτικότητα του πολιτικού κόσμου της αυτοκρατορίας. Η πίστη ήταν αυτή που έλεγχε την δράση των τοπικών φεουδαρχών και καθιστούσε τον αυτοκράτορα το οργανικό κέντρο γύρω από το οποίο διεκπεραιώνονταν ο βίος όλων των μερών (singulares communitates) ενός ποικιλόμορφου όλου. Εξ ου, λοιπόν, και ο λόγος, γιατί, κατά τον Μεσαίωνα και ομοίως σε όλους τους παραδοσιακούς πολιτισμούς, η ενότητα και η αγάπη προς την ιεραρχία εξασφάλιζε έναν μεγάλο βαθμό ανεξαρτησίας, ελευθερίας και δυνατότητας έκφρασης για τα εκάστοτε μέρη (βλ. την διακριτή ταυτότητα των αυτοδιοικούμενων βασιλείων που αργότερα συνέστησαν την δεύτερη γερμανική αυτοκρατορία).

Γενικότερα, και όχι μόνο αναφορικά με τα επιμέρους βασίλεια της αυτοκρατορίας, υπήρχε στους παρελθόντες παραδοσιακούς πολιτισμούς ένας εντυπωσιακός πλουραλισμός, ο οποίος ωστόσο, λόγω του κοινού σημείου αναφοράς των φορέων του (της φυλής πρωτίστως του πνεύματος, αλλά και του σώματος), δεν κατέληγε στον συγκρητισμό και τον εκφυλισμό, που χαρακτηρίζει τον σημερινό αστικό πολιτισμό του ‘’παγκόσμιου χωριού’’. Αυτή είναι η αρχή της αληθινής ενότητας και ιεραρχίας. Αντιθέτως, όπου μία ένωση πολλών διαφορετικών πληθυσμών με διαφορετική αυτοσυνειδησία και διακριτή ταυτότητα επιχειρείται επί μη πνευματικών βάσεων, παρά οικονομικών, υλικών και ‘’πολιτικών’’ (με τη σημερινή μηχανιστική έννοια) και συνοδεύεται από την συγκεντρωτική επιβολή μιας ομοιομορφίας σε όλους τους τομείς, τότε προκύπτει όχι μια ενότητα αλλά μία μηχανή. Αυτή η κατάσταση επικρατεί στα σημερινά έθνη-κράτη , που δεν αποτελούν πλέον τίποτε άλλο παρά απρόσωπες γραφειοκρατικές μηχανές, στερούμενες ουσιωδών οραμάτων και ανώτερων σκοπών. Μια τέτοια διαβρωτική διαδικασία κατάλυσης της εν λόγω ισορροπίας, ανοίγει τον δρόμο για την διαφθορά της αριστοκρατίας, την γελοιοποίηση της βασιλικής εξουσίας και την άνοδο της δημαγωγίας, η οποία θα οδηγήσει νομοτελειακά, στην επικράτηση των μαζών και την συνακόλουθη, εγκαθίδρυση της τυραννίδας από έναν φιλόδοξο, ‘’μακιαβελιστή’’ ηγέτη (βλ. την περίπτωση των ελληνικών πόλεων κρατών καθώς και την σταδιακή παρακμή των πολιτειακών μορφών στην πλατωνική Πολιτεία ). Αυτή είναι, η περίπτωση και της εσωτερικής παρακμής των δύο μεγάλων μεσαιωνικών ‘’Ρωμαϊκών’’ αυτοκρατοριών (δηλ. της Αγίας Ρωμαικής και της Βυζαντινής), διαδικασίας που κορυφώθηκε με τις διάφορες θεωρίες περί κοσμικού κράτους που σύστησε η νεωτερικότητα.

Μία αισθητά διαφορετική αντίληψη για την αυτοκρατορία, πρέσβευε η παράταξη των Γουέλφων, οι οποίοι, πιστοί σε Γρηγοριανές και Θωμιστικές θέσεις, δέχονταν το πρωτείο και την οικουμενική ισχύ του Πάπα και αναγνώριζαν στο πρόσωπο του όχι μόνο πνευματικές αλλά και πολιτικές υπερεξουσίες. Εκτός από την πρόκληση ποικίλων πολιτικών εντάσεων ανάμεσα στην Ρώμη και τους ηγεμόνες, η εξέλιξη αυτή συνιστούσε μία σημαντική πρόοδο προς την αποϊεροποίηση της εξουσίας και την άνοδο των ‘’αυτοκρατοριών’’ των επερχόμενων αιώνων, οι οποίες θα στερούνται οτιδήποτε υψηλό τις χαρακτήριζε στο παρελθόν. Σύμφωνα με αυτούς, η αυτοκρατορία, η οποία υπόκειται σε χωροχρονικούς περιορισμούς ως προς την αρμοδιότητα και την έκταση της, οφείλει να υπακούει στην οντολογικά και σωτηριολογικά ανώτερη Εκκλησία που, αντιθέτως με την ‘’ανεπάρκεια’’ της αυτοκρατορικής ‘’ κοσμικής’’ οργάνωσης, επαρκεί για να οδηγήσει τους πιστούς στην σωτηρία. Αυτή η θέση αυτομάτως καταλύει την παραδοσιακή ιδέα της αρμονίας μεταξύ πνευματικότητας και ισχύος, βασιλέως και ιερέως, και υπερασπίζεται μία πνευματικότητα ‘’θεωρητική’’ και θηλυκή , άμεσο προϊόν της υφολογικά νεωτερικής υπονόμευσης της αυτοκρατορίας.

Πιο υγιής (και το ‘’ελληνικό αντίστοιχο’’ της ιδέας της παραδοσιακής αυτοκρατορίας), θα μπορούσε να θεωρηθεί , η περίπτωση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της καθ’ ημάς Βυζαντινής. Εδώ το ρωμαϊκό ιδεώδες της pax romana βρήκε την συνέχεια του, εμπλουτισμένο από τη νέα χριστιανική πίστη. Η ίδια η αυτοκρατορία θεωρείτο αντανάκλαση του ουράνιου βασιλείου του οποίου ο κυρίαρχος (ο βασιλεύς αυτοκράτωρ) κατείχε το υπερφυσικό χρίσμα που τον καθιστούσε πρώτο χωρίς ισάξιο στο σώμα του κράτους. Στο πρόσωπο του συνυπάρχουν και η πολιτική και η ιερατική εξουσία (ο αυτοκράτωρ μάλιστα ήτο υπεύθυνος για τον διορισμό του Πατριάρχη), και έτσι εκφράζεται η παραδοσιακή ενότητα των δύο δυνάμεων. Η ίδια εξουσία αναγνωρίζεται και από όσους τελούν υπό την επίβλεψη μιας ‘’περιφερειακής’’ διοίκησης, η οποία, συγκριτικά με την εξουσία του αυτοκρατορικού θρόνου θεωρείται υποδεέστερη ή και ακόμα ‘’βαρβαρική’’. Οι υπήκοοι φέρνουν τον τίτλο του Ρωμαίου όχι αποκλειστικά ως ηθικό ή νομικό επίθετο, παρά ως πνευματικό τίτλο που, δεδομένου του εσχατολογικού χαρακτήρα και της οικουμενικότητας της αυτοκρατορίας, εγγυάται την σωτηρία τους και τους διαφοροποιεί από τους ‘’βαρβάρους’’. Όπως έχει ορθώς ειπωθεί, αναφορικά με την ιστορία της τεμαχισμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, «στην Δύση με την κατάλυση της αυτοκρατορίας εκκοσμικεύτηκε η Εκκλησία, ενώ στην Ανατολή, μέσω της Εκκλησίας, πνευματικοποιήθηκε η αυτοκρατορία».

Χ. Π.