Η ανθελληνική-αντεργατική φύση της αριστεράς

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019 - 10:32

Η ανθελληνική-αντεργατική φύση της αριστεράς

Μια φαιδρή δήλωση ενός εξίσου φαιδρού πολιτικά προσώπου είναι σε θέση να δείξει το αδιέξοδο, την απελπισία και την αφασία που διέπει την σύγχρονη αριστερά.

Πριν από λίγο (σχετικά) χρονικό διάστημα, σε «συζήτηση» μεταξύ 6 υποψηφίων δημάρχων της Αθήνας (στους οποίους βεβαίως δεν ήταν προσκεκλημένος ο επικεφαλής της «Ελληνικής Αυγής για την Αθήνα», Ηλίας Κασιδιάρης) ο ένας εξ αυτών ανέφερε, ανάμεσα σ’ άλλα, τα εξής: «Δημοκρατία και ισότητα θα έχουμε αν δούμε στον δήμο Αθηναίων δήμαρχο γυναίκα, μετανάστρια, λεσβία, μουσουλμάνα, καθαρίστρια»! Η δήλωση αυτή ήταν τόσο προκλητική στο περιεχόμενό της, ώστε, όπως διαβάζουμε στο «Έθνος», «προκάλεσε αποδοκιμασίες» στο κοινό που παρακολούθησε την «συζήτηση».

Ποιος, όμως, ήταν αυτός που κέρδισε το «όσκαρ πολιτικής ορθότητας» με την συγκεκριμένη τοποθέτηση; Πρόκειται για τον γνωστό ανθέλληνα Πέτρο Κωνσταντίνου, ο οποίος είναι ελληνόφωνος συνεργάτης του καταζητούμενου στο Πακιστάν (και χαρακτηριζόμενου ως «εγκληματία» από την πρεσβεία του στην Ελλάδα) Τζαβέντ Άσλαμ, και θεωρεί ως… προβοκατόρικη ερώτηση το να αναρωτηθεί κάποιος για το τι επαγγέλλεται. Καθώς η εργασία του(…) παραμένει άγνωστη και η ιδιότητα με την οποία (αυτο)παρουσιάζεται είναι αυτή του «συντονιστή ΚΕΕΡΦΑ», ο μόνος… εργασιακός χαρακτηρισμός που μπορεί να του αποδοθεί είναι αυτός του «επαγγελματία αντιρατσιστή».

Ας ξεκινήσουμε με το αυτονόητο. Το ότι, δηλαδή, αυτός ο θλιβερός τύπος αυτοαναιρεί την ίδια του την υποψηφιότητα, αφού για να υπάρξει, κατ’ αυτόν, «Δημοκρατία και ισότητα» στην Αθήνα θα πρέπει η δημαρχία να περάσει σε χέρια με ιδιότητες/ιδιαιτερότητες που ο ίδιος, εκ φύσεως, δεν μπορεί να διαθέτει. Γιατί, λοιπόν, δεν έκανε στην άκρη, ώστε επικεφαλής του συνδυασμού του να ήταν μια «γυναίκα, μετανάστρια, λεσβία, μουσουλμάνα και καθαρίστρια»; Προφανώς, για τους ίδιους λόγους για τους οποίους αρνήθηκε να «ξεκατσικωθεί» από την καρέκλα του επικεφαλής του συνδυασμού του, όταν του ζητήθηκε αυτό από αρκετά μέλη του, με αποτέλεσμα να καταγγελθεί απ’ αυτούς για την… δικτατορική του στάση και να υπάρξουν πολλές αποχωρήσεις.

Πέρα, όμως, από το όλο γελοίο της υπόθεσης, θα ήταν άδικο εάν θεωρούσαμε ότι η «λογική» της συγκεκριμένης πρότασης είναι ένα προσωπικό καπρίτσιο ενός αποτυχημένου στο «επάγγελμά» του «αντιρατσιστή», καθώς αποτελεί ένα γενικότερο σκεπτικό της σύγχρονης αριστερής σκέψης, το οποίο μπορεί να μην τολμά να ξεστομίσει (όπως ο «συντονιστής ΚΕΕΡΦΑ»), δουλεύει όμως μεθοδικά για την υλοποίησή του. Η αριστερά, εδώ και πολλές δεκαετίες, αποτελεί το αναπόσπαστο μέρος του κατεστημένου, καθώς αυτή έχει «πήξει» μέσα στο στερεότυπο του καθεστωτικού συστήματος παρακμής, του οποίου αποτελεί απαραίτητο εξάρτημα, οπότε φροντίζει με τις ενέργειές της να αποδεικνύει τον ξεκάθαρα συστημικό χαρακτήρα της. Εδώ και πολλά χρόνια, ο «αντιφασισμός» και ο «αντιρατσισμός» της αριστεράς έγκειται στο ότι έχει χάσει κάθε ίχνος επαφής και επιρροής με την Ελληνική Εργατική Τάξη.

Μπορεί η αριστερά να συνεχίζει να χρησιμοποιεί «κλισέ» εκφράσεις του τύπου «εργατική τάξη», «ταξικό κίνημα», «ταξικός πόλεμος», κλίνοντας δηλαδή το επίθετο «ταξικός» σε όλες σε πτώσεις, γνωρίζει όμως ότι το περιεχόμενο των λόγων της είναι εντελώς κούφιο. Πέρα από το γεγονός ότι στην ηγεσία αυτών των αυτοανακηρυχθέντων «εργατικών» οργανώσεων δεν υπάρχουν εργάτες (χωρίς εισαγωγικά), αλλά συνήθως άεργοι και ανεπάγγελτοι «ακτιβιστές», ακόμη και στο δυναμικό τους, όταν μιλάνε για «εργάτες», εννοούν ως τέτοιους καθηγητές, δημόσιους υπαλλήλους, πανεπιστημιακούς, γιατρούς, δικηγόρους, δημοσιογράφους, συγγραφείς, κ.ο.κ.

Γι’ αυτό και το νέο «τάργκετ γκρουπ» της αριστεράς έχει προσανατολιστεί πλέον στους λαθρομετανάστες, τους ΛΟΑΤΚΙ και τις λοιπές «ευπαθείς κοινωνικές ομάδες». Την ώρα που οι πραγματικοί εργαζόμενοι-χειρώνακτες στρέφονται προς τον Εθνικισμό και την πολιτική του έκφραση, δηλαδή την ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, η αριστερά, αλλού με ολοκληρωτική έμφαση και αλλού κεκαλυμμένα, αναζητά νέες πλατφόρμες υποστήριξης και άντλησης υποστηρικτών. Αφού ο Έλληνας Εργάτης δεν θα ακολουθήσει πια την αριστερά, αυτό θεωρούν ότι θα το κάνει ο (κάθε) Χασάν, που δεν είχε συνείδηση της εργατικής υπόστασής του στο Πακιστάν ή στο Μπαγκλαντές, αλλά του την έβγαλε στην επιφάνεια ο (κάθε) Κωνσταντίνου.

Αφού ο Αγρότης δεν πείθεται πλέον από τους κάθε λογής «ινστρούχτορες» για την «ταξική ανάλυση της ιστορίας», θα γίνει αυτό από τον Βασίλη, ο οποίος σήμερα νιώθει Μαρία, αλλά αύριο μπορεί να ξανανιώσει Βασίλης ή Βασίλης/Μαρία (Βλέπε Τζέισον/Αντιγόνη…) ή κάτι άλλο παρεμφερές ή εντελώς διαφορετικό. Ακόμη και οι αναφορές στον Τσε Γκεβάρα ή κάποιους άλλους αριστερούς του παρελθόντος «κόβονται μαχαίρι» πλέον, όχι μόνο γιατί αυτοί, παρά τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της ιδεολογίας τους, έζησαν (και πέθαναν) για τις ιδέες τους και δεν έζησαν πλουσιοπάροχα απ’ αυτές, αλλά και επειδή η όλη τους συμπεριφορά θα μπορούσε, με την σημερινή φρασεολογία που χρησιμοποιεί η «ιερά εξέταση» της «πολιτικής ορθότητας», να χαρακτηριστεί ως «σοβινιστική», «ανδροκρατική», «ματσό», «σεξιστική», «ομοφοβική» και ένα σωρό ακόμη σύγχρονες λεκτικές αηδίες που χρησιμοποιεί η αριστερά σ’ όλες τις εκφάνσεις και εκφράσεις της. Η απεραντοσύνη και η γελοιότητα της επιχειρηματολογίας της αριστεράς φτάνει σε τέτοιο ελεεινό και τρισάθλιο σημείο, ώστε να προσπαθεί να συνενώσει καταγγελτικούς όρους, των οποίων το περιεχόμενο αλληλογρονθοκοπείται. Κλασικό παράδειγμα η συνταύτιση της «ισλαμοφοβίας» με την «ομοφοβία».

Αλήθεια, πριν ο Κωνσταντίνου μας μιλήσει για την… ιδανική δήμαρχο Αθηναίων, που θα είχε την ιδιότητα της «γυναίκας-λεσβίας», είχε κουβεντιάσει το θέμα αυτό με τον Τζαβέντ Άσλαμ και τους υπόλοιπους πακιστανούς που τον περιβάλλουν; Αν κρίνουμε από το γεγονός ότι οι πακιστανοί-μουσουλμάνοι δεν δίνουν το παρών στα διάφορα «γκέι πράιντ», που πανηγυρικά στήνει η αριστερά των «επαγγελματιών αντιρατσιστών», μάλλον όχι…

Η σύγχρονη εκδοχή της αριστεράς σε ιδεολογικό επίπεδο και πολιτική έκφραση, αποτελεί ένα ξεπερασμένο αφήγημα αναχρονιστικών ιδεοληψιών. Βασίζεται σε αντιφυσικά στερεότυπα και «ταμπού» και βεβαίως στο «αντί». «Αντιφασισμός», «αντιρατσισμός», «αντιεθνικισμός» και γενικά όλα εκείνα τα «αντί» που συνιστούν στείρα και επικίνδυνη άρνηση και όχι θετική στάση και πρόταση. Θυμίζει τον ανάλογο στείρο αντικομμουνισμό της εγχώριας δεξιάς παράταξης την περίοδο 1949-74, που με το δικό της στεγνό «αντί» οδήγησε στην κατά κράτος (κυριολεκτικά και μεταφορικά) ιδεολογική ήττα της από την αριστερά κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Κάπως έτσι, χάνει η αριστερά σήμερα τον ιδεολογικό πόλεμο από τον Εθνικισμό.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΣ