Η άγνωστη σφαγή του Διστόμου

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019 - 20:32

Η άγνωστη σφαγή του Διστόμου

Το Δίστομο, χτισμένο σε μία μικρή πεδιάδα που εκτείνεται ανάμεσα στα όρη Κίρφη, Παρνασσός και Ελικώνας, είναι σε όλους  γνωστό για τη σφαγή που έγινε από τα στρατεύματα κατοχής την 10η Ιουνίου 1944.

Εκείνη την ημέρα οι Γερμανοί ξεκίνησαν από τη Λιβαδειά με κατεύθυνση προς το Στείρι, ένα μικρό χωριό πέντε χιλιόμετρα μετά το Δίστομο. Ανάμεσα στα δύο χωριά, στη θέση «Λιθαράκι», έπεσαν σε ενέδρα των ανταρτών. Οι ελασίτες αντάλλαξαν πυρά με τους Γερμανούς, τραυματίζοντας θανάσιμα έναν αξιωματικό και ελάχιστα λεπτά αργότερα, κατέφυγαν στα βουνά. Οι Γερμανοί επέστρεψαν στο Δίστομο και για αντίποινα έσφαξαν 218 αθώους ανθρώπους.  Οι επιζήσαντες της σφαγής, ανάμεσά τους και ο Πρόεδρος του χωριού, κατατρομαγμένοι εγκατέλειψαν  τα σπίτια τους και κατευθύνθηκαν προς την παραλία Διστόμου για να κρυφθούν, φοβούμενοι πιθανή επιστροφή των Γερμανών.

Ποιοι ευθύνονται, λοιπόν, για  την σφαγή αυτών των ανθρώπων; Πού ήταν οι ελασίτες εκείνη τη στιγμή; Ενώ γνώριζαν πολύ καλά πως θα υπάρξουν αντίποινα εκείνοι δεν έκαναν τίποτα για να προφυλάξουν τους κατοίκους του Διστόμου. Αντιθέτως, έχοντας πλήρη επίγνωση της αιματοχυσίας που θα ακολουθούσε, είναι ξεκάθαρο πως επιδίωξαν τη σφαγή στο Δίστομο, κάτι που επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι αντάρτες, οι οποίοι έστησαν την ενέδρα στους Γερμανούς, δεν θρήνησαν ούτε ένα θύμα, καθώς είχαν φροντίσει από πριν να απομακρύνουν τις οικογένειές τους. Καταδίκασαν σε θάνατο τους υπόλοιπους, δηλαδή τους συντοπίτες τους, που μισούσαν περισσότερο και από τους Γερμανούς, γιατί εκείνοι δεν ασπάστηκαν την αρρωστημένη ιδεολογία του κομμουνισμού.

Δεν επέστρεψαν λοιπόν στο Δίστομο να πολεμήσουν τους Γερμανούς καταδικάζοντας  σε βέβαιο θάνατο άμαχο πληθυσμό. Διάλεξαν άλλη στιγμή να εμφανιστούν… Την επόμενη ημέρα, οι επιζήσαντες άρχισαν να επιστρέφουν δειλά δειλά στο Δίστομο για να κηδέψουν τους δικούς τους, των οποίων οι σοροί βρίσκονταν εκτεθειμένοι σε δρόμους και αυλές σπιτιών. Οι ελασίτες δεν σεβάστηκαν ούτε εκείνη την ιερή στιγμή. Εισήλθαν στο χωριό φωνάζοντας πως έρχονται οι Γερμανοί και ανάγκασαν για ακόμη μία φορά τους κατοίκους να εγκαταλείψουν το Δίστομο για να σώσουν τη ζωή τους. Με τον τρόπο αυτό μπόρεσαν ανενόχλητοι να λεηλατήσουν και κλέψουν τα έρημα σπίτια.

Χήρες, ορφανά, ξεκληρισμένες οικογένειες. Άνθρωποι να αναζητούν τους συγγενείς τους, να βιώνουν την απόλυτη φρίκη και παράλληλα να πρέπει να προστατευθούν από τους συμμορίτες. Το πένθος και ο φόβος κυριαρχούσαν σε όλο το Δίστομο. Η  σφαγή της 10ης Ιουνίου 1944 είναι από τις πλέον γνωστές και για εκείνη την ημέρα έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά, περισσότερα εκ των οποίων είναι ψεύδη. Προσπαθούν να διαστρεβλώσουν την αλήθεια, με σκοπό να απαλλάξουν τους ελασίτες από τις ευθύνες τους. Κυρίως, όμως, προσπαθούν πάση θυσία να αποκρύψουν τα γεγονότα που ακολούθησαν λίγο καιρό μετά. Δυστυχώς, οι χαροκαμένες οικογένειες έμελλε να θρηνήσουν και άλλα θύματα.

Από άκρη σε άκρη της Ελλάδας, οι ελασίτες διέπραξαν τρομερά εγκλήματα εναντίον αμάχων. Όποιος δεν τους βοηθούσε, όποιος δεν ασπαζόταν την ιδεολογία τους, ήταν αυτομάτως και εχθρός τους, κάποιος που του άξιζε ένας βασανιστικός θάνατος.

Έτσι λοιπόν, στην Τατάρνα Ευρυτανίας, οι ελασίτες δολοφόνησαν  πάνω από 3.000 Έλληνες από όλη τη Δυτική Ελλάδα. Συγκεντρώνονταν στο χωριό Χαλκιόπουλο και μετά από εξαντλητική και βασανιστική πορεία στα βουνά, έφταναν σε βάραθρο. Εκεί, σπρώχνονταν στο χάος δεμένοι ανά δύο από τους καρπούς, κάτω από τους καγχασμούς, τις βρισιές και τα χτυπήματα των αιμοδιψών ελασιτών,  υπό την εποπτεία του αρχιεγκληματία κομμουνιστή Θανάση Κλάρα (Άρη Βελουχιώτη).  Στον Φενεό Κορινθίας δολοφονήθηκαν περίπου 4.000 Έλληνες από όλη τη Βόρεια Πελοπόννησο. Μετά από κράτησή τους στη Μονή Αγ. Γεωργίου, όπου βίωναν κάθε είδους εξευτελισμούς και μαρτύρια, σφάζονταν στις πέριξ της Μονής πλαγιές. Αργότερα, στο κοντινό Κακοβούνι ανακαλύφθηκε ένα πολύ βαθύ βάραθρο και από τότε, κάθε βράδυ δεκάδες κρατούμενοι έβρισκαν εκεί φριχτό θάνατο. Παράλληλα με τη γενοκτονία του Φενεού, εκτεταμένες σφαγές από τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ έγιναν και στην περιοχή Στιμάγκας Κορινθίας, επί του λόφου της Ευαγγελίστριας. Περιγράφεται ακόμη και περίπτωση κανιβαλισμού από τους δαιμονισμένους κομμουνιστές. Τα πτώματα βρέθηκαν διάσπαρτα στις χαράδρες και τις πλαγιές, ενώ κατορθώθηκε να αναγνωριστούν πάνω από 800 θύματα, τα ονόματα των οποίων βρίσκονται στο εκεί μνημείο.

Ωστόσο, η πιο απάνθρωπη σφαγή Ελλήνων συνέβη στον Μελιγαλά. Μετά από σκληρή μάχη στην οποία οι Ελασίτες υπερτερούσαν συντριπτικά σε αριθμό και οπλισμό, επακολούθησε σφαγή 2.000 αιχμαλώτων. Το μακελειό δεν περιορίστηκε στον Μελιγαλά, αλλά επεκτάθηκε σε όλη τη γύρω περιοχή. Οι μελλοθάνατοι υποχρεώνονταν δεμένοι με συρματόπλεγμα ανά τρείς, να βαδίσουν χιλιόμετρα ξυπόλυτοι φορώντας μόνο τα εσώρουχα τους. Πολλοί σφάζονταν κατά τη διάρκεια της διαδρομής, ενώ όσοι κατάφερναν να φτάσουν στο τέρμα, ένα μεγάλο ξεροπήγαδο, περίμεναν τη σειρά τους παρακολουθώντας τους άλλους αιχμάλωτους να κατακρεουργούνται. Στο στόμιο του ξεροπήγαδου σφάζονταν με τον αγριότερο και σαδιστικότερο τρόπο και πετάγονταν ημιθανείς μέσα. Κύριοι υπεύθυνοι της φοβερότερης σφαγής της Ελληνικής Ιστορίας, οι Θανάσης Κλάρας-Βελουχιώτης, Τάσος Κουλαμπάς και Νίκος Μπελογιάννης. Μετά τις φρικαλεότητες του Μελιγαλά, επακολούθησε μάχη και σφαγή περίπου 600 πατριωτών στους Γαργαλιάνους.

Αντίστοιχα γεγονότα με τα παραπάνω συνέβησαν και στο Δίστομο. Κατά τη διάρκεια του συμμοριτοπολέμου οι ελασίτες σκότωσαν 23 Διστομίτες. Εξαπολύοντας όλο τους το μένος, δεν δίστασαν  να σκοτώσουν ακόμη και ένα εντεκάχρονο παιδί, τον Κωνσταντίνο Κωσταγιάννη. Συνήθης τακτική τους, ήταν να σκοτώνουν και να εξαφανίζουν τις σορούς των θυμάτων. Μάλιστα, δεν δίσταζαν να ζητούν χρήματα και χρυσαφικά από τις γυναίκες των θυμάτων, με αντάλλαγμα  την υπόδειξη του μέρους που τους κρατούσαν, υποτίθεται, φυλακισμένους. Οι 16 από τα θύματά τους βρέθηκαν αποκεφαλισμένοι, ξεκοιλιασμένοι σε βοσκότοπους. Οι υπόλοιποι 7, ο τότε πρόεδρος του Διστόμου , Χαράλαμπος Κίνιας μαζί με άλλους 6 από το Δίστομο, βρήκαν φριχτό θάνατο από τους εαμοκομμουνιστές, καθώς τους πέταξαν ζωντανούς σε βάραθρο του Παρνασσού γνωστό ως «Δρακοκάρκαρο», που έχει βάθος 104 μέτρα. Με τον ίδιο τρόπο δολοφόνησαν 17 νέους από την Αράχωβα, 3 από την Δαύλεια και 1 από την Αθήνα. Κανείς δεν ήξερε το τέλος αυτών των ανθρώπων, όλοι τους θεωρούνταν αγνοούμενοι. Οι οικογένειές τους προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μάθουν ποια ήταν η τύχη των συζύγων, των παιδιών, των πατεράδων, των αδερφών τους. Με το τέλος του συμμοριτοπολέμου, ένας κτηνοτρόφος από την Αράχωβα υπέδειξε στις οικογένειες των αγνοουμένων  το σημείο του Παρνασσού (σε υψόμετρο 2.150 μέτρων), στο οποίο βρίσκονταν πεταμένες οι σοροί των θυμάτων, τις οποίες και ανέσυρε ο στρατός λίγες ημέρες αργότερα. Ο κτηνοτρόφος έτυχε να δει το αποτρόπαιο έγκλημα χωρίς να τον αντιληφθούν, αλλά όντας φοβισμένος για τη ζωή του, δεν τολμούσε να αποκαλύψει σε κανέναν τα όσα είχε δει. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο ίδιο σημείο, στον Δρακοκάρκαρο του Παρνασσού, δολοφονήθηκαν και άντρες του 5-42 Συντάγματος Ευζώνων .

Ενώ η σφαγή του Διστόμου από τους Γερμανούς είναι γνωστή και οι ετήσιες εκδηλώσεις της προσελκύουν κυβερνητικούς εκπροσώπους και εκπροσώπους όλων των κομμάτων του λεγόμενου «συνταγματικού τόξου», λαμβάνοντας έτσι και μεγάλη δημοσιότητα, η σφαγή των Διστομιτών από τους εαμοκομμουνιστές παραμένει σκοπίμως στην αφάνεια. Με την πάροδο του χρόνου επιδιώκεται η απόκρυψη των  εγκλημάτων τους, αλλά και του πρωταγωνιστικού τους ρόλου στη σφαγή της 10ης Ιουνίου. Μόνο ένα μνημείο υπάρχει για να μαρτυρά τα αίσχη τους και για αυτό τον λόγο έχει επανειλημμένως βεβηλωθεί, ακόμη και αφαιρεθεί. Στην κεντρική πλατεία του Διστόμου βρίσκεται η εκκλησία του πολιούχου του, Αγίου Νικολάου. Στην κεντρική είσοδό της έχουν τοποθετεί δύο μεγάλες  μαρμάρινες πλάκες με τα ονόματα των 218 σφαγιασθέντων από τα στρατεύματα κατοχής. Στα δεξιά της εισόδου όμως, υπάρχει ακόμη μία μαρμάρινη πλάκα, όπου αναγράφεται χαρακτηριστικά: «Γόνοι της μεγάλης μας Ελλάδος που εσφαγιάσθησαν το 1944-1949 παρά των εαμοκομμουνιστών διότι ηγάπησαν την πατρίδα μας Ελλάδα» και ακολουθούν τα ονόματα των 23 Διστομιτών. Πολλές φορές βιολογικοί και ιδεολογικοί απόγονοι των συμμοριτών αφαίρεσαν τη συγκεκριμένη μαρμάρινη πλάκα, με το πρόσχημα ότι ξυπνά το μίσος μεταξύ των οικογενειών των θυμάτων και των οικογενειών των εγκληματιών. Όμως, το βράδυ εκείνοι την έβγαζαν, το πρωί την αποκαθιστούσαν οι οικογένειες των θυμάτων.

Μπορούν εύκολα στα βιβλία της ιστορίας και στα διάφορα ΜΜΕ να διαστρεβλώνουν την αλήθεια, δεν μπορούν όμως να κάνουν το ίδιο και στην τοπική κοινωνία. Είναι ειλικρινά λυπηρό να βλέπεις τους απογόνους των εγκληματιών (βιολογικούς και ιδεολογικούς) να μηχανορραφούν για να εξαφανίσουν τα ενοχοποιητικά στοιχεία. Όταν συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούν να το πετύχουν, προσπάθησαν να διαστρεβλώσουν την αλήθεια. Τοποθέτησαν λοιπόν μία μαρμάρινη στήλη στο δημαρχείο του Διστόμου, πάνω στην οποία αναγράφουν τα ονόματα όλων όσων διετέλεσαν πρόεδροι και δήμαρχοι του χωριού και δίπλα στο όνομα του Χαράλαμπου Κίνια γράφουν χαρακτηριστικά «εκτελέστηκε την 10-6-1944». Ο ίδιος άνθρωπος λοιπόν, καταγράφεται σε μια στήλη ως "θύμα των ναζί" (ψευδώς) και σε άλλη ως θύμα των εαμοκομμουνιστών.

Κάποιοι νομίζουν πως με τέτοια δόλια μέσα θα μπορέσουν να επιφέρουν τη σύγχυση και μετέπειτα τη λήθη. Σε συνδυασμό με την επιμνημόσυνη φιέστα που διοργανώνουν κάθε χρόνο στην επέτειο της 10ης Ιουνίου, εκμεταλλευόμενοι το αίμα των 218 αθώων ανθρώπων για τα δικά τους μικροπολιτικά συμφέροντα , αφήνουν στην αφάνεια σκοπίμως τους υπόλοιπους 23. Λένε πως κάποιος πεθαίνει όταν δεν υπάρχει κανείς να τον θυμάται. Αυτό ακριβώς επιθυμούν για τους 23 συντοπίτες τους  αποφεύγοντας να μνημονεύονται κι εκείνοι. Για τους ίδιους αξία έχουν μόνον όσοι δολοφονήθηκαν από τους Γερμανούς. Όσοι βρήκαν αποτρόπαιο θάνατο από τους εγχώριους κομμουνιστές ίσως και να το άξιζαν, κρίνοντας από όσα λένε για τα θύματα στον Μελιγαλά.

Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν κάποιοι τελείως διαφορετικοί από εκείνους, οι οποίοι τον Αύγουστο κάθε έτους, τελούν επιμνημόσυνη δέηση στον Δρακοκάρκαρο του Παρνασσού, χωρίς τυμπανοκρουσίες. Γιατί για αυτούς οι 23 ψυχές δεν είναι ούτε απόδειξη ειδεχθών εγκλημάτων, η οποία πρέπει και να εξαφανιστεί, ούτε ευκαιρία πολιτικής εκμετάλλευσης, αλλά ένας φωτεινός φάρος, που τους δείχνει τον δρόμο για μια ενωμένη Ελλάδα, απαλλαγμένη και εξυγιασμένη από την κομμουνιστική χολέρα.

Μαρία Σιδέρη – Τσάμη

Δημοσιεύθηκε στο 18ο τεύχος του περιοδικού "Μαίανδρος"