Η άγνωστη μοίρα των αγωνιστών του 1821

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019 - 13:52

Η άγνωστη μοίρα των αγωνιστών του 1821

Με την Επανάσταση του 1821 οι ΄Έλληνες αγωνιστές οραματίστηκαν τη δημιουργία ενός ελεύθερου Ελληνικού κράτους μετά τη συντριβή του Τούρκου δυνάστη. Το όραμα έφτανε μέχρι την παλινόρθωση της Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία μιας ισχυρής Ελλάδας που θα έπαιρνε τη θέση που της άξιζε ανάμεσα στα ισχυρά κράτη του σύγχρονου κόσμου.

Μέσα από έναν εφτάχρονο επικό αγώνα όπου αναδείχθηκε η μοναδικότητα του ηρωισμού και του μεγαλείου της Ελληνικής Φυλής, συγχρόνως με την ανάδειξη του μεγαλύτερου και προαιώνιου ελαττώματός της, της διχόνοιας, τα οράματα και ο αγώνας των παλικαριών δεν δικαιώθηκαν. Ούτε η εθνική ανεξαρτησία έγινε πραγματικότητα, ούτε η κοινωνική δικαιοσύνη. Οι Αγωνιστές του 1821 και ολόκληρος ο Ελληνικός Λαός υποβλήθηκαν σε μια καινούρια καταδυνάστευση, αρχικά από άκαπνους πολιτικούς και διπλωμάτες που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ο Καποδίστριας, ένας από αυτούς, ο οποίος αρχικά είχε ενδοιασμούς και ήταν ενάντιος στην Επανάσταση, συντασσόμενος στο πνεύμα των κοτζαμπάσηδων που περίμεναν «να ωριμάσουν τα πράγματα», δεν περιέβαλε, αλήθεια έχοντας άδεια κρατικά ταμεία, με την προσήκουσα πρόνοια τους Αγωνιστές που πρόσμεναν ένα κομμάτι ψωμί κι ένα κομμάτι γης, αυτής της γης που πότισαν με το αίμα τους για να δουν τον ήλιο της ελευθερίας και να ξεφύγουν από τα σκοτάδια της ανέχειας και της πείνας.

Βέβαια στην Ιστορία δεν επικρατεί το δόγμα του «άσπρου-μαύρου» και δεν μπορούμε να υποβαθμίσουμε ούτε την προσφορά ούτε και τις προθέσεις του Καποδίστρια. Εξάλλου, μετά τη δολοφονία του ήρθαν τα χειρότερα για τους Έλληνες.

Με την έλευση του νέου μονάρχη, Όθωνα της Βαυαρίας, και παρ’ όλο τον αρχικό ενθουσιασμό ότι θα σταματήσει το χάος, η αναρχία και η πείνα, τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα για τον Λαό και για τους παλιούς αγωνιστές. Μαζί με τους Αντιβασιλείς, το νεαρό Βασιλιά και την κουστωδία τους, ήρθε στην Ελλάδα και τμήμα τακτικού βαυαρικού στρατού που κυνήγησε τους Αγωνιστές. Οι Αντιβασιλείς, ξένοι προς τα ελληνικά πράγματα, φέρθηκαν στην Ελλάδα ωσάν να ήταν φέουδό τους. Από τους Αντιβασιλείς (τρεις τον αριθμό, με δυο αναπληρωματικούς), ο καθένας προσκολλήθηκε σε έναν από τους πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων που ανακατεύονταν απροκάλυπτα στα εσωτερικά ελληνικά θέματα. Ο νεαρός Βασιλιάς Όθων είχε τη μικρότερη, αν όχι καθόλου ευθύνη για όλα αυτά. Για να είμαστε δίκαιοι όπως και στην περίπτωση του Καποδίστρια που προαναφέραμε, ο Όθων ενστερνίσθηκε τα ελληνικά οράματα, πράγμα που φάνηκε ιδιαίτερα κατά την τελευταία εικοσαετία της βασιλείας του, και πράγματι αδικήθηκε ως ιστορική προσωπικότητα και προσφορά από πολλούς συγχρόνους του και μετέπειτα ιστορικούς. Μετά το 1862 κατάλαβε ο λαός τι έχασε. Τότε όμως ήταν πλέον αργά.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

Οι βαυαροί Αντιβασιλείς έτρεμαν το σύμβολο του Αγώνα, Θοδωρή Κολοκοτρώνη. Με την ψευδή κατηγορία ότι ετοίμαζε επανάσταση κατά του Βασιλέως, αλλά με πραγματικά αίτια τη θέληση των Άγγλων να τον βγάλουν από τη μέση ως Ρωσόφιλο, συλλαμβάνουν το Γέρο του Μωριά τον Σεπτέμβριο του 1833 και τον φυλακίζουν μαζί με τον Γεώργιο Πλαπούτα στο Ναύπλιο με σκοπό να τους περάσουν σε δίκη επί εσχάτη προδοσία. Ο αρχηγός του Αγώνα με τη θέληση των Βαυαρών καταδικάζεται σε θάνατο. Τους Έλληνες από την ατιμία αυτή διέσωσε η στάση των δικαστών Πολυζωίδη και Τερτσέτη που αρνήθηκαν να συμπράξουν σ’ αυτό το έγκλημα : ο γερο-Πλαπούτας και ο Κολοκοτρώνης, μελλοθάνατοι κατάδικοι.

Ο νεαρός Όθων διαβλέποντας τον κίνδυνο για το θρόνο αν οι δυο αγωνιστές οδηγούντο στην γκιλοτίνα, μετέτρεψε εικοσιτέσσερις ώρες μετά την ετυμηγορία του δικαστηρίου την ποινή σε είκοσι χρόνια φυλάκιση. Ένα χρόνο μετά, τους αποφυλάκισε, τους έδωσε παράσημα και αξιώματα, περιέβαλε τον Γέρο με την εμπιστοσύνη του, αλλά το στίγμα είχε μείνει.

Η ΠΕΙΝΑ

Ρακένδυτοι οι Αγωνιστές γυρνούσαν στην ρημαγμένη χώρα πεινασμένοι, έχοντας φτάσει στο τελευταίο όριο της ένδειας. Τον Μάιο του 1833 τριακόσιοι άοπλοι από αυτούς, φάνηκαν έξω από το Ναύπλιο εκλιπαρώντας να τους δοθεί έστω λίγο ψωμί για τη συντήρησή τους. Ο φρούραρχος του Ναυπλίου υποσχέθηκε σε μια επιτροπή εξ αυτών, βοήθεια. Τελικά η κυβέρνηση αποφάσισε να τους μοιράσει λίγο αλεύρι. Όταν όμως μετά από δυο εβδομάδες φάνηκαν και άλλοι πεινασμένοι στην τότε πρωτεύουσα, και απαίτησαν και αυτοί μια μικρή βοήθεια, η κυβέρνηση ενήργησε ταχύτατα. Δυο λόχοι βαυαρικού πεζικού με την υποστήριξη οβιδοβόλων, εκδίωξαν τους Αγωνιστές. Ο Αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης στα Απομνημονεύματά του σημειώνει με θλίψη: «Περιπλανώμενοι από χωρίου εις χωρίον περίπου των 15000 αναθεματούντες τους πρωταιτίους και μακαρίζοντες τους συναδέλφους των, οίτινες δεν έζησαν να ιδούν το τέλος τούτων των αδικιών».

Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

Παράδοση αιώνων αποτελούσε για τον υπόδουλο ελληνισμό η Κλεφτουριά. Αυτά τα Σώματα των ατάκτων αλλά ανυπότακτων Ελλήνων, αυτών των ελεύθερων υπηκόων των ιδιοτύπων βασιλείων των ορέων. Τόσο επί Καποδίστρια όσο και επί βαυαροκρατίας δεν ελήφθη η μέριμνα της ομαλής ενσωμάτωσης των φουστανελοφόρων Αγωνιστών στον νέο τακτικό στρατό.

Οι Αγωνιστές δεν ήσαν για τους κυβερνώντες αυτοί που τους έπρεπε τιμή, περίθαλψη και πρόνοια. Δεν έβλεπαν στους Αγωνιστές τη μαγιά του νέου στρατού, αλλά ήσαν γι’ αυτούς ένα μεγάλο πρόβλημα εσωτερικής ασφάλειας. Στο πέμπτο και έκτο φύλλο μόλις της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως δημοσιεύονται τα Διατάγματα της δημιουργίας του νέου τακτικού στρατού και της διαλύσεως των ατάκτων στρατευμάτων, το Μάρτιο του 1833. Είχε προηγηθεί η σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Γάλλων στο Άργος τον Ιανουάριο του 1833. Μετά από ένα επεισόδιο μεταξύ ενός Έλληνα και ενός Γάλλου στρατιώτη σε μια ταβέρνα, οι Γάλλοι, αφού εξουδετέρωσαν τους δικούς μας, ξεχύθηκαν στην πόλη και κατέσφαξαν αδιάκριτα τον κόσμο. Ο φόβος λοιπόν ήταν μήπως οι άτακτοι ξεσηκωθούν και εναντίον της βαυαρικής Αντιβασιλείας. Ο βαυαρός λοχαγός Νέεζερ που ήταν παρών στη διάλυση των ατάκτων και στην παράδοση των όπλων περιγράφει: «Μ’ όλον ότι η παράδοσι των όπλων και των ξιφών τους επότισε ανέκφραστον πικρίαν, διότι εχωρίζοντο από τας αγαπητάς των πανοπλίας, με τας οποίας είχον πολεμήσει υπέρ της εθνικής των ανεξαρτησίας, εν τούτοις δεν έγινε καμμία αταξία κατά την παράδοσιν και μόνον συγκινητικαί τινες σκηναί μας ετάραξαν την καρδίαν. Είδωμεν ηλικιωμένους άνδρας και σχεδόν με λευκάς τρίχας, που είχον αρειμάνιον ήθος, να κλαίνε ως παιδιά και να χύνουν δάκρυα δια των ηλιοκαών των παρειών».

ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΠΕΙΝΑ

Διάφοροι καπεταναίοι, μικροκαπεταναίοι και παλικάρια του Αγώνα λιμοκτονούσαν στο υποτιθέμενα ελεύθερο ελληνικό κράτος που είχαν οι ίδιοι δημιουργήσει. Πολλοί από την απόγνωσή τους αυτοκτόνησαν. Άλλοι βρέθηκαν στην ίδια θέση μετά από τις πιέσεις των δανειστών τους. Σε πολλές χήρες και μητέρες εδίδοντο εξευτελιστικές συντάξεις. Αλλά και κάποια κομμάτια γης που δόθηκαν ως δωρεά από το κράτος σε αγωνιστές ή στις οικογένειές τους, τα περισσότερα των οποίων ήσαν βαλτώδη και ακατάλληλα προς καλλιέργεια, μετά από λίγα χρόνια πέρασαν στα χέρια τοκογλύφων.

Μέχρι το 1860 μπροστά από την εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοσπηλιώτισσας στο κέντρο της Αθήνας, καθόταν καταγής ένας γέροντας με βρώμικη και ξεφτισμένη φουστανέλα που ’χε χάσει το φως του στη μάχη του Φαλήρου. Ήταν ένας από τους στρατιώτες του Καραϊσκάκη. Τραγουδούσε με τη λύρα του τα κατορθώματα του αρχηγού του και τα δάκρυα έτρεχαν στα ρυτιδιασμένα μάγουλά του. Φυτοζωούσε από τον οβολό, από την ελεημοσύνη των περαστικών. Και δεν ήταν ο μόνος.

Ο Ματρώζος, ένας μπουρλοτιέρης συναγωνιστής του Κανάρη, για να ζήσει ζητιάνευε στο νησί του και είχε καημό να συναντήσει τον Κανάρη που στο μεταξύ είχε γίνει υπουργός. Έφτασε λοιπόν στην Αθήνα, στο Υπουργείο, όπου η φρουρά τον έδιωξε. Με τη φασαρία του επεισοδίου ο Κανάρης κατάλαβε ποιος ήταν και τον αγκάλιασε συγκινημένος. Είναι η συνάντηση ενός γνωστού Ήρωα με τον λιγότερο γνωστό συμμαχητή του που τόσο παραστατικά την περιέγραψε ο ποιητής Γ. Στρατήγης στο ποίημά του «Ο Ματρώζος».

Στα 1841, όταν πέθανε ένας άλλος μεγάλος ναυμάχος του Αγώνα, ο Σαχτούρης, άφησε μια οικογένεια πάμπτωχη, μαστιζόμενη από την ένδεια και την πείνα.

Ο ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ

Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, το θρυλικό παλικάρι του Αγώνα που έγινε γνωστός με το παρωνύμιο Νικηταράς ο «Τουρκοφάγος», ο ανεψιός του Κολοκοτρώνη, που τον ακολούθησε διακρινόμενος σε όλες τις μάχες, ρίχνεται στις φυλακές τον Δεκέμβριο του 1839 επειδή διέπραξε το έγκλημα να ηγηθεί της Φιλορθόδοξης Εταιρείας που σκοπό είχε την απελευθέρωση Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας καθώς και τη διάδοση της Ορθόδοξης πίστης. Κίνηση λοιπόν Ορθόδοξη, άρα Ρωσόφιλη, θα μπορούσε να στραφεί και ενάντια στους Βαυαρούς. Ημιθανής ο ΄Ήρωας Στρατηγός ρίχτηκε στις φυλακές. Μαζί του και άλλοι κατηγορούμενοι. Τον Ιούλιο του 1840 οδηγήθηκε στο δικαστήριο όπου απολογήθηκε καθήμενος γιατί δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος από την αδυναμία και τελικώς αθωώθηκε των κατηγοριών χωρίς όμως να γυρίσει ελεύθερος στο σπίτι του. Τον κράτησαν άλλους δεκατέσσερις μήνες μετά τη δίκη στις φυλακές της Αίγινας απ’ όπου βγήκε τον Σεπτέμβριο του 1841 σχεδόν τυφλός, γερασμένος και σε κακή κατάσταση, σε τέτοιο βαθμό που όταν τον αντίκρυσε μια από τις δυο του κόρες, σάλεψαν τα λογικά της. Το σπίτι όπου αποτραβήχτηκε άρρωστος ο μεγάλος και σεμνός αυτός Ήρωας, ένα φτωχόσπιτο στον Πειραιά, βγήκε σε πλειστηριασμό. Στον πλειστηριασμό εμφανίστηκε ο ίδιος ο Νικηταράς προσφέροντας ως αντίτιμο το σπαθί του.

Μετά το 1843 με την παροχή Συντάγματος του δόθηκε ο βαθμός του υποστρατήγου και το 1847 τον έκαναν Γερουσιαστή. Ήταν όμως ανήμπορος για δράση. Ο Ήρωας της Επανάστασης αφού διέπρεψε στα πεδία των μαχών, όπου νίκησε τον Θάνατο, χτυπήθηκε στον ειρηνικό του βίο από την πείνα, την αδικία και τη φυλακή. Πέθανε στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 και τον έθαψαν στην Αθήνα, στο Α΄ Νεκροταφείο. Τουλάχιστον μετά θάνατον του αποδόθηκαν τιμές Στρατηγού.

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

Στα 1852 ένας άλλος Ήρωας της Επαναστάσεως, ο Στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης κατηγορείται ότι ήθελε να σκοτώσει τον Όθωνα, να ανατρέψει την κυβέρνηση και να καταλάβει την εξουσία. Οι κατηγορίες ήσαν σαθρές, χωρίς αποδείξεις, και βαθύτερα αίτια του κατατρεγμού του Μακρυγιάννη ήταν η ανάμειξή του και η δράση του για την παροχή Συντάγματος στα 1843. Αφού παρέμεινε κλεισμένος στο σπίτι του από τον Απρίλιο ως τον Αύγουστο του 1852, τον έκλεισαν μετά στις φυλακές του Μεντρεσέ που ήταν ένα τούρκικο ιεροσπουδαστήριο στην οδό Αιόλου. Η δίκη του άρχισε στις 16 Μαρτίου 1853. Οι στρατοδίκες φάνηκαν αμείλικτοι και εξέδωσαν καταδικαστική απόφαση σε θάνατο. Μετά όμως από τη λαϊκή κατακραυγή όπως και στην περίπτωση του Κολοκοτρώνη, η ποινή μετατράπηκε αρχικά σε ισόβια, και αργότερα σε δέκα χρόνια φυλακή. Άρρωστος παρέμεινε στη φυλακή έως το Σεπτέμβριο του 1854 που αποφυλακίστηκε με ενέργειες του Πρωθυπουργού Δημητρίου Καλλέργη, σε άθλια όμως σωματική και ψυχική κατάσταση.

Μετά την αποχώρηση του Όθωνα, του αποδόθηκαν πάλι οι στερημένοι στρατιωτικοί βαθμοί και στις 20 Απριλίου 1864 η τότε προσωρινή κυβέρνηση του απένειμε το βαθμό του Αντιστρατήγου. Πέθανε μια εβδομάδα μετά.

ΙΕΡΗ ΜΝΗΜΗ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

Πληθώρα αγωνιστών δεν γεύθηκε τον ήλιο της ελευθερίας και δεν έφαγε ένα κομμάτι γλυκό ψωμί. Η βαυαροκρατία, οι αντιβασιλείς, βαυαροί στρατιωτικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι, κυνήγησαν τους Αγωνιστές, συχνά με τη βοήθεια άλλων Ελλήνων Αγωνιστών που συντάχτηκαν μαζί τους είτε από πεποίθηση είτε τις πιο πολλές φορές για να αποκτήσουν αξιώματα και οικονομικά οφέλη. Ο κύριος όγκος των παλικαριών έμεινε στην αφάνεια. Άλλοι απ’ αυτούς συμμετείχαν στις εξεγέρσεις ενάντια στην ξενοκρατία, άλλοι με οδηγό την πείνα βρέθηκαν ζητιάνοι έξω από τα νέα παλάτια και σπίτια της νέας αστικής τάξης, κι άλλοι προτίμησαν μια ιδιότυπη ελεύθερη ζωή, γινόμενοι ληστές και δημιουργώντας το φαινόμενο της ληστοκρατίας, ένα φαινόμενο που είχε τις ρίζες του στην κλεφτουριά και κράτησε έναν περίπου αιώνα.

Οι γραμμές αυτές ας είναι ένας φόρος τιμής στον άγνωστο Έλληνα Πολεμιστή της Επανάστασης. Ένας φόρος τιμής σε όλους αυτούς που πέθαναν είτε από εχθρικό είτε από αδελφικό βόλι, αλλά κυριότερα σ’ αυτούς που επέζησαν για να γευτούν τελικά την αδικία, την πείνα και τον κατατρεγμό.

ΧΡΗΣΤΟΣ H. ΠΑΠΠΑΣ