Εθνικοί εχθροί στο πέρασμα του χρόνου

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019 - 10:30

Εθνικοί εχθροί στο πέρασμα του χρόνου

Μέρος 6

Οι απώτερες καταβολές των Αβάρων, ασπόνδων εχθρών της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Ελληνικού Έθνους, ευρίσκονται στις στέπες της Μογγολίας. Οι Άβαροι της Ευρώπης δεν ήσαν μία «συμπαγής» φυλετική ομάς κοινής καταγωγής και [Πλαίσιο κειμένου: πρώτος νομαδικός λαός ο οποίος σχημάτισε ισχυρή φυλετική ένωση στην κεντρική Ασία, τη «Μεγάλη Ορδή Σάκα» (Μα-αάκα-τα, Ma-Saka-ta), της οποίας την ονομασία οι Ελληνες απέδωσαν ως «Μασσαγέτες». Ακολούθησαν άλλες νομαδικές ενώσεις, όπως οι Βού Σούν, Χσιούνγκ Νού. Γιούε Τσι και Σιέν Πι έως την εμ-φάνιση των Ζουάν Ζουάν (Αβάρων). Οι καταβολές των Αβάρων βρίσκονται στις στέπες της Μογγολίας. Οι Αβαροι της Ευρώπης δεν ήταν μία «συμπαγής» φυλετική ομάδα με κοινή καταγωγή και]  γλώσσης, αλλά μία ένωση («ομοσπονδία») φυλών και φύλων ποικίλης προελεύσεως. Τα δύο βασικά «συστατικά» της αβαρικής ενώσεως ήσαν :

Οι Ρουρανοί ή Ζουάν – Ζουάν ή Ρουράν ή Ρου-Ρου [πρωτο-Μογγόλοι, τουρκικής καταβολής, μείγμα αυτών ή και με λευκά – ευρωπαϊκά στοιχεία , οι οποίοι από του 4ου αιώνος έως των μέσων του 6ου αιώνος μ. Χ. διέθεταν ιδία κρατική δομή, το χανάτο τους], και

Οι Εφθαλίτες Ούννοι, προερχόμενοι από την φυλετική ένωση των Χσιούνγκ Νου.

Κατά την περίοδον από τον 2ον  αιώνα π.Χ έως του 1ου  αιώνος μ.Χ οι Χσιούνγκ Νου συνεκρότησαν  μία νομαδική «αυτοκρατορία» και ενεπλάκησαν σε διαρκείς σκληρούς πολέμους με την Κινεζική Αυτοκρατορία  (δυναστεία των Κιν και δυναστεία των Χαν). Κατά την ακμήν της η φυλετική ένωση των Χσιούνγκ Νου επεξετείνετο στις στέπες, από τον κεντροασιατικό ποταμό Ιαξάρτη (Συρ Ντάρια) προς Δυσμάς, έως τους μαντζουριανούς λειμώνες προς Ανατολάς και από τα σύνορα της Κίνας και του Θιβέτ έως τα όρια των σιβηριανών δρυμών. Ο ανώτατος ηγεμών τους αρχικώς καλούμενος «σαν γιού»/βασιλεύς,  αργότερον απεκαλείτο με τον τίτλον του χάνου ή χαγάνου, τον οποίον εισήγαγαν οι Ρουρανοί Από στρατιωτικήν άποψη, οι Χσιούνγκ Νου εβασίζοντο στους πολυαρίθμους ιππείς τους, κυρίως στους περιφήμους ιπποτοξότες τους, οι οποίοι εχρησιμοποίουν  το σύνθετο παλίντονο τόξο. Άλλα επιθετικά τους όπλα ήσαν οι λόγχες, τα ακόντια, τα ξίφη κ.ά. αλλά όχι οι εκηβόλες κινεζικές βαλλιστρίδες. Μέρος των ευγενών τους έφερε θωράκιση, συγκροτούν ένα ολιγάριθμο βαρύ ιππικό, ενώ οι πεζοί ήσαν πάντοτε ελάχιστοι, χρησιμοποιούμενοι κυρίως σε προπαρασκευαστικές ή εκκαθαριστικές αψιμαχίες.

Τελικώς οι Κινέζοι, προσεταιριζόμενοι τον νότιον κλάδο τους, κατόρθωσαν να διασπάσουν την ενότητα των Χσιούνγκ Νου, οπότε και ηδυνήθησαν να διαλύσουν εκ των ένδον το χανάτο τους. Από τον συγκεκριμένο νότιον κλάδο προέκυψαν  οι Ρουρανοί / Ζουάν - Ζουάν και κατ’ επέκταση στην συνέχεια οι Άβαροι. Οι Χσιούνγκ Νου μάλλον συνεδέοντο με τους Ούννους, οι οποίοι έδρασαν στο Ιράν, στην Ινδία και στην Ευρώπη, κατά το διάστημα 4ος -10ος  αιών μ.Χ., ως μητρική – προγονική τους γενεά.

Η ουννική ομοσπονδία - ομοφυλία λαών περιελάμβανε πολλά φύλα, τα σημαντικότερα των οποίων  ονομάζοντο : Μαύροι Ούννοι (οι ορδές του Αττίλα) -  Σαμπίροι των οποίων το χαγανάτο Σιμπίρ στην ευρυτέρα οικιστική περιοχή τους έδωσε το όνομά του στην  γνωστή μας σήμερον Σιβηρία) - Χιονίτες της κεντρικής Ασίας, τους οποίους ταυτίζουν με τους Ερυθρούς Ούννους - Εφθαλίτες  ή Λευκοί Ούννοι. Η πολεμική φήμη των Εφθαλιτών ήταν ανάλογη εκείνης των Ούννων του ανελεήτου Αττίλα στην Ευρώπη.

Κατά τους 3ο και 4ο  αιώνες μ.Χ. στους ευρείς στεπώδεις μογγολικούς λειμώνες ετεκταίνοντο εξελίξεις οι οποίες έμελλε να επηρεάσουν άρδην την κινεζική αλλά και την ευρωπαϊκή Ιστορία. Οι φυλές της φυλετικής ενώσεως Σιάν Μπέϊ ή Σιέν Πι (οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί ενωρίτερον στην Μογγολία αφού εξεδίωξαν  τους Χσιούνγκ Νου) κατέκτησαν την βόρειο Κίνα ιδρύοντες εκεί διάφορα βασίλεια. Από τις φυλές που παρέμειναν στην στέπα (της Μαντζουρίας), ισχυρότεροι ήσαν οι Κιτάν (Κιδανοί), οι πρόγονοι των συγχρόνων Μογγόλων.

Περί τα μέσα του τρίτου αιώνος τρία γένη νοτίων Χσιούνγκ Νου ίδρυσαν  στην μογγολική στέπα μία νέα φυλετική ένωση, τους Ζουάν – Ζουάν (Ρουρανούς). Η ομοσπονδία τους επεξετάθη βαθμιαίως με την προσάρτηση διαφόρων περιφερομένων μογγολοειδών γενών, έως ότου το 402 μ. Χ ανεδείχθη ως η ισχυροτέρα πολιτική οντότης της περιοχής. Στους Ρουρανούς υπερτερούσε το μογγολικό στοιχείον έναντι του τουρκι­κού, συνεπώς τα τρία ιδρυτικά-συστατικά  γένη πιθανώς αντιπροσώπευαν το βασικό μογγολικό στοιχείο στην παλαιά ένωση των Χσιούνγκ Νου.

Στην βόρειο Κίνα είχαν εγκατασταθεί οι Τουομπά ή Τομπά ή Ταμπγκάτς, ένα τουρκομογγολικό φύλο της ενώσεως Σιέν Πι, η οποία είχεν ήδη διαλυθεί. Οι Τομπά σταδιακώς υπέστησαν έντονο «σινοποίηση», ενώ προσήρτησαν όλα τα βαρβαρικά βασίλεια της βορείου Κίνας (430- 439), ιδρύοντες εκεί την Αυτοκρατορία «Τουομπά Ουέϊ». Συντόμως οι Τουομπά συνεκρούσθησαν με τους Ρουρανούς  σε μια σειρά πολυαιμάκτων αναμετρήσεων. Το 429 μια στρατιά Τουομπά διενήργησε μιαν εκστρατεία «καταδρομικού» χαρακτήρος έως τα όρη Τιέν Σαν, όπου συνεκρούσθη σφοδρότατα με τους Ρουρανούς τους οποίους κατενίκησε και επέστρεψε στην Κίνα με πολλές χιλιάδες αιχμαλώτων. Οι Ζουάν - Ζουάν παρά την ήττα τους, επεξέτειναν διαρκώς την ηγεμονία τους, επανι­δρύοντες ουσιαστικώς το παλαιό Χαγανάτο των Χσιούνγκ Νου. Περί το 500 έφθασαν στο απόγειόν τους ελέγχοντες  όλες τις εκτάσεις από τον κεντροασιατικό ποταμό Ιρτίς (παραπόταμο του Ομπ)  έως την Μαντζουρία.

Περί τα μέσα του 6ου  αιώνος, τα κράτη των Ζουάν - Ζουάν και των Τομπά κατέρρευσαν, σχεδόν ταυτοχρόνως. Μετά το 500 το χαγανάτο των πρώτων έφθινε σταδιακώς, όμως το 545 μ. Χ σε μιαν ιστορική προθανάτιο έκλαμψη κατόρθωσαν να καταστήσουν υποτελείς τους Τούρ(ου)κ («Τού – Κιούε» στην κινεζική), έναν τραχύ λαό λίαν ικανών σιδηρουργών της περιοχής Αλτάϊ. Πρόκειται για το πρώτο τουρκικό φύλο που έφερε την ονομασία «Τούρκοι» [Τούρ(ου)κ].

[Πλαίσιο κειμένου: ντας όλες τις εκτάσεις από τον κε ντροασιατικό ποταμό Ιρτύς έως τη Μαντζουρία. Περί τα μέσα του 6ου αι., τα κράτη των Ζουάν Ζουάν και των Τομπά κατέρρευ- σαν σχεδόν ταυτόχρονα. Μετά το 500 το χαγανάτο των πρώτων έφθινε σταδιακά, ό¬μως το 545 κατόρθωσαν να κα¬ταστήσουν υποτελείς τους Τούρ(ου)κ (Τού Κιούε στην κινεζι κή), έναν λαό ικανών σιδη-ρουργών της περιοχής Αλτάι, Πρόκειται για το πρώτο τουρκικό φύλο που έφερε την ονομασία «Τούρκοι» (Τούρ(ου)κ).] Αργότερον, λόγω της νομαδικής αυτοκρατορίας αυτό το εθνωνύμιόν τους επεξετάθη σε όλους τους τουρκοφώνους λαούς, οι οποίοι δεν είχαν έως τότε ονομασία. Το 552 οι Τούρκοι υπό τον χαγάνο Μπουμίν ή Ιλίγκ ηγήθησαν ενός συνασπισμού φυλών οι οποίες εξηγέρθησαν ενάντια στους Ρουρανούς / Ζουάν - Ζουάν, υπό τον Ανάγκουϊ, τους οποίους και κατετρόπωσαν. Τότε ίδρυσαν το κράτος τους, «Ουράνιο» ή «Κυανούν» Τουρκικό Χαγανάτο, όπως το απεκάλεσαν, το οποίον επεξετάθη αργότερον στους λειμώνες από την Κασπία έως την Μαντζουρία, η ροή των «Ουρανίων» - «Κυανών» Τούρκων έφθανε έως τον Εύξεινο πόντο, μέσω του οποίου είχαν επαφές συμμαχίας με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Η πρώτη μνεία των Εφθαλιτών – Λευκών Ούννων στις ευρωπαϊκές  πηγές ανήκει στον Βυζαντινό χρονικογράφο Προκόπιο, σύγχρονον του Αυτοκράτορος Ιουστινιανού. Ο Προκόπιος κατέγραψε τις παρατηρήσεις ενός Βυζαντινού απεσταλμένου στους Σασσανίδες, ενώ ο ίδιος εταξίδεψε στο ανατολικόν Ιράν. Οι Κινέζοι χρονικογράφοι μνημονεύουν τους Εφθαλίτες ως «Γιε-τι-λι» ή «Γιε-τα», ενώ παλαιότερες κινεζικές πηγές του 125 μ.Χ. περίπου, τους ονομάζουν «Χόα» και τους περιγράφουν ως μια φυλή που ζει πέραν του Σινικού Τείχους στην Τζουνγκαρία. Οι ίδιοι αυταπεκαλούντο «Ηβοδάλο» (εξ ου κατά παρήχηση το  «Εφθαλίτες») ενώ ήσαν γνωστοί στους Έλληνες ως Εφθαλίτες ή Αβδέλες και  στους Ινδούς ως «Σβέτα Χούνα» (Λευκοί Ούννοι).

Συμφώνως προς  τους περισσοτέρους  ειδικούς, η γλώσσα που ομιλούσαν οι Εφθαλίτες ήταν μια ανατολική ιρανική γλώσσα, αλλά διαφορετική από την γραμμένη στο ελληνικόν αλφάβητο βακτριανή γλώσσα που εχρησιμοποιείτο ως επίσημος γλώσσα τους και εχαράσσετο σε νομίσματα.

Yπεστηρίχθη πως οι Εφθαλίτες ήσαν ιρανικό φύλο και όχι ουννικό. Όμως τα επιχειρήματα αυτής της απόψεως στηρίζονται σε ενδείξεις αμφιλεγόμενου χαρακτήρος. Αντιθέτως, τα στοιχεία της «μογγολικότητος» των Εφθαλιτών και η σύγχυσή τους με τους Ούννους είναι φαίνονται περισσότερον στις πηγές.  Ο Βυζαντινός ιστορικός του 6ου  αιώνος μ.Χ., Προκόπιος ο Καισαρεύς, συσχέτιζε τους Εφθαλίτες με τους Ούννους της Ευρώπης, αναφέρει ότι η επιδερμίς των Εφθαλιτών ήταν λευκή (συγκριτικώς με την προδήλως ωχρά των «Μαύρων Ούννων») και ότι τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους δεν ήσαν τόσον άσχημα όσο των άλλων Ούννων (δηλαδή τόσον εντόνως μογγολοειδή). Γράφει σχετικώς   (στο έργον του «Υπέρ των Πολέμων Λόγοι», Βιβλίον Α΄, κεφάλαιον 3): «…..Οι Εφθαλίτες Ούννοι, που καλούνται Λευκοί Ούννοι [...] Οι Εφθαλίτες προέρχονται στην πραγματικότητα από τη φυλή των Ούννων όπως η ονομασία τους, παρ’ όλα αυτά δεν αναμειγνύονται με κανέναν από τους γνωστούς σε εμάς Ούννους, διότι κατέχουν μιαν επικράτεια που δεν γειτονεύει ούτε καν ευρίσκεται πολύ κοντά σε αυτούς· αλλά η επικράτειά τους ευρίσκεται ακριβώς στα βόρεια της Περσίας [...] Δεν είναι νομάδες όπως οι υπόλοιποι ουννικοί λαοί, αλλά για μακρά περίοδο είναι εγκατεστημένοι σε μιαν αρκετά μεγάλη γη... Είναι οι μόνοι μεταξύ των Ούννων που έχουν λευκά σώματα και πρόσωπα που δεν είναι δύσμορφα. Είναι επίσης αλήθεια ότι ο τρόπος ζωής τους είναι διαφορετικός από εκείνον των συγγενών τους, ούτε ζουν μια άγρια ζωή όπως εκείνοι· αλλά κυβερνώνται από έναν βασιλέα, καθώς δε κατέχουν ένα έννομο πολίτευμα, τηρούν το δίκαιο και τη νομιμότητα στις συναλλαγές τους, τόσο μεταξύ τους όσο και με τους γείτονές τους, σε καθόλου μικρότερο βαθμό από εκείνον των Ρωμαίων και των Περσών.»

Οι ιρανικές και οι κινεζικές πηγές, που είναι κατατοπιστικότερες για τους Εφθαλίτες, αναφέρονται επίσης στις μογγολικές τους μορφές. Έλλογη άποψη είναι πως οι Εφθαλίτες ήσαν αρχικώς ένα φύλο Ούννων, το οποίον ανεμίχθη με Ιρανικούς πληθυσμούς της κε­ντρικής Ασίας, μετεξελισσόμενο σε ένα μιγαδικό ουννικό-ιρανικό φύλο. Έτσι εξηγείται και το ενδεχόμενο να υιοθέτησαν (έως το 500 μ. Χ) την ιρανική γλώσσα καθώς και  αρκετά ιρανικά ανθρωπωνύμια. Σήμερον, οι Εφθαλίτες τείνουν να θεωρούνται γενικώς ότι ήσαν ανατολικής ιρανικής καταγωγής λαός που ομιλούσε μιαν ανατολική ιρανική γλώσσα. Εκτός του ότι όπως προανεφέρθη εχάρασσαν τα νομίσματά τους σε βακτριανή (ιρανική γλώσσα), έφεραν ιρανικούς τίτλους, τα ονόματα των Εφθαλιτών ηγεμόνων στο περίφημον έπος «Σαχναμέ» («Βίβλος των Βασιλέων») του Φιρντουσί είναι ιρανικά, επίσης δε ποικίλες χαράξεις σε διάφορα κοσμήματα καταδεικνύουν ότι επίσημος γλώσσα της εφθαλιτικής ελίτ ήταν μια ανατολική ιρανική γλώσσα. Το 1959, ο Ιάπων επιστήμων Καζούο Ενόκι (1913-1989) προέτεινεν ότι οι Εφθαλίτες ήσαν πιθανόν Ανατολικοί Ιρανοί- Ινδοευρωπαίοι, ως προερχόμενοι από την Βακτρία, που είναι γνωστόν ότι στην αρχαιότητα εκατοικείτο από Ινδοαρίους. Ο Αμερικανός επιστήμων Ρίτσαρντ Φράϊ (1920-2014) υπήρξεν επιφυλακτικός  προς την υπόθεση του Ενόκι, τονίζων ότι οι Εφθαλίτες ήσαν πιθανότατα μια μεικτή ορδή. Κατόπιν, η λεπτομερής εξέταση από τον Ζαβιέ Τρανμπλαί των διασωθέντων προσωπικών ονομάτων των Εφθαλιτών έδειξεν ότι πιθανότατα η υπόθεση του Ενόκι περί ανατολικής ιρανικής προελεύσεως  ήταν σωστή, όμως το θέμα διερευνάται ακόμη στους ακαδημαϊκούς κύκλους.

Οι Εφθαλίτες κατόρθωσαν να ιδρύσουν δυο νομαδικές «αυτοκρατορίες» στην κεντρική Ασία, στο ανατολικόν Ιράν και στην Ινδία. Το 390 οι συγγενείς τους μιας ευρυτέρας συνομοσπονδίας ιρανοφώνων φυλών,  γνωστής ως Χιονίτες Ούννοι ή «Χιονίτες» ή «Χούνας», προετοίμασαν το έδαφος για την μετέπειτα εφθαλιτική επέκταση, όταν ενίκησαν τους Σασσανίδες Πέρσες και εγκατεστάθησαν στην Σογδιανή και στη Βακτριανή, περίπου στα σύγχρονα Ουζμπεκιστάν και βόρειον Αφγανιστάν.

[Οι Χιονίτες εμφανίζονται συνώνυμοι με το λαό των Χούνα της κλασικής και μεσαιωνικής Ινδίας, και πιθανώς με τους Ούννους της υστέρου  αρχαιότητος.

Πρώτη φορά περιεγράφησαν από τον Ρωμαίο ιστορικό, Αμμιανό Μαρκελλίνο, που ήταν στην Βακτρία την περίοδον 356-357 μ.Χ., ο οποίος ανέφερε ότι ζούσαν μαζί με τους Κοσσανούς ήτοι Ινδοευρωπαίους Τοχάρους / Γιούε-τσι . Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος επισημαίνει ότι οι Χιονίτες είχαν ζήσει προηγουμένως στην Υπερωξιανή και μετά την είσοδό τους στην Βακτρία έγιναν υποτελείς των Κοσσανών, (οι οποίοι είχαν ιδρύσει ένα ισχυρόν κράτος στην κεντρική Ασία έως το δυτικό Πακιστάν), επηρεάσθησαν πολιτισμικώς από αυτούς και υιοθέτησαν την βακτριανή γλώσσα. Οι Χιονίτες είχαν επιτεθεί στην Αυτοκρατορία των Σασσανιδών, αλλά αργότερον υπό τον αρχηγόν τους Γρυμβάτη, υπηρέτησαν ως μισθοφόροι στον σασσανιδικό στρατό.

Εντός των Χιονιτών φαίνεται να υπήρχαν δύο κύρια υποσύνολα, γνωστά στις ιρανικές γλώσσες με τα ονόματα «Karmir Xyon» και «Spet Xyon». Τα προθέματα καρμίρ (κόκκινος) και σπέτα (λευκός) αναφέρονται σε παραδόσεις της Κεντρικής Ασίας, όπου συγκεκριμένα χρώματα εσυμβόλιζαν τα σημεία του ορίζοντος. Οι Καρμίρ Χιόν (Ερυθροί  Χιονίτες) ήσαν γνωστοί στις ευρωπαϊκές πηγές ως «Κερμιχιώνες» ή «Ερυθροί Ούννοι», και κάποιοι τούς έχουν ταυτίσει με τους Κιδαρίτες ή τους Αλχόν. Οι Σπετ Χιόν («Λευκοί Χιονίτες»), αναφερόμενοι ως «Λευκοί Ούννοι» στις ευρωπαϊκές πηγές, οι γνωστοί στην Ινδία με την ονομασία «Σβέτα Χούνα», συχνά ταυτίζονται, (με αρκετές αντίθετες απόψεις), με τους Εφθαλίτες.

Οι Χιονίτες ήσαν γνωστοί στους Ρωμαίους ως «Κιδαρίτες», λόγω μιας δυναστείας της ιρανικής φυλής «Κι», λαβούσης το όνομά της από τον ηγεμόνα της, Κιντάρα (Kidara). Οι Κιδαρίτες απετέλουν τμήμα μόνον των «Χούνας» και ήσαν προκάτοχοι των Εφθαλιτών στην κυριαρχία. Η συνομοσπονδία των Εφθαλιτών περιελάμβανε διάφορες κοινότητες, νομαδικές όσον και μονίμως εγκατεστημένες. Είχε ως  διαδόχους τους Αλχόν και τους Νεζάκ. Όλοι αυτοί οι προαναφερθέντες λαοί έχουν συχνάκις συσχετιστεί με τους Ούννους οι οποίοι εισέβαλαν στην Ανατολική Ευρώπη την ιδία περίοδο, αλλά δεν υπάρχει απόλυτος συναίνεση μεταξύ των ειδικών για την εν λόγω σύνδεση.]

Κατά την περίοδο 420-427 οι Εφθαλίτες ορμώμενοι από το κεντροασιατικό λίκνο τους διενήργησαν εκτεταμένες επιδρομές στην Περσία, φθάνοντες έως  τις Ράγες (την σύγχρονο Τεχεράνη), ώσπου ηττήθησαν συντριπτικώς από τους Σασσανίδες (427). Όμως, επανήλθαν δριμύτεροι και το 454 τους ενίκησαν, εντείνοντες και πάλιν τις επιδρομές τους στο Ιράν. Το 464 νέες επιδρομές των Εφθαλιτών εξηνάγκασαν τον Σασσανίδη βασιλέα Φιρούζ (Περόζη) να τους αντιμετωπίσει διεξάγων μία σειρά πολέμων. Οι πόλεμοι έληξαν το 475 με συνθήκην ειρήνης η οποία προέβλεπε την ετησία καταβολή λύτρων από τους Σασσανίδες Πέρσες στους Εφθαλίτες. 

Το 468 οι Σασσανίδες, στο πλαίσιο των πολέμων εναντίον όλων των Ούννων, επετέθησαν και εξόντωσαν μαζικώς  τους Χιονίτες / Κιδαρίτες εκδιώκοντες τα υπολείμματά τους από την Βακτριανή  και την Σογδιανή, τις οποίες και κατέλαβαν (473-475).

Α. Κωνσταντίνου