Εθνικοί εχθροί στο πέρασμα του Χρόνου

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019 - 18:01

Μέρος 5

Τις ποικίλες αρχέγονες μετακινήσεις ινδοευρωπαϊκών φυλετικών ομοσπονδιών στην Κεντρική  και Νότιον Ασία, έως την εμ­φάνιση των γνωστών μας Αβάρων (άλλως καταγεγραμμένων στις κινεζικές πηγές ως  Ρουράν ή Ζουάν – Ζουάν), ηκολούθησαν και άλλες νομαδικές ενώσεις, όπως οι Βού Σούν (Wusun / Wū-sūn), οι Χσιούνγκ Νού (ή Σιονγκ-νου), οι Γιούε Τσι (ή Γιουετσί ή  Ροουτσί) και οι Σιανμπέϊ ή Σιέν Πι (Xianbei / Hsien-pi).  Στον ευρύτερον χώρο της Κεντρικής Ασίας ζυμούται επί μίαν περίπου χιλιετία μια συγκρουσιακή και διαδραστική αλληλεπίδραση  λευκών ινδοευρωπαϊκών φυλών και φύλων με πολυπληθέστερα  κίτρινα μογγολοειδή, μογγολικά και τουρανικά ανάλογα. Αυτή η διεργασία είναι κοσμογονικής σημασίας και βαρύτητος, ως αμέσως σχετιζομένη με τις ρίζες της εθνογενέσεως των ευρωπαϊκών  λαών και με την εν γένει πορεία και εξέλιξη του πολιτισμού.

Οι Σιονγκ-νου (Xiongnu, οι οποίοι στα ελληνικά βιβλία απαντώνται ως Χιονγκ-νου, αλλά φθογγολογικώς η σωστή κινεζική ονομασία είναι Σιονγκ-νου) ήταν μια πολυπληθής συνομοσπονδία νομάδων φυλών της Κεντρικής Ασίας στην αρχαίαν εποχή, η οποία μετεξελίχθη σε μία γιγαντιαία αυτοκρατορία (209 προ Χριστού-93 μ.Χ.). Οι περισσότερες εκ των πληροφοριών για τους Σιονγκ-νου προέρχονται από τις κινεζικές πηγές. Τα ελάχιστα στοιχεία που είναι γνωστά για τους τίτλους των ηγετών τους, καθώς και τα ονόματά τους είναι αποτέλεσμα της μεταγραφής τους στην κινεζική γλώσσα.

Η ταυτότης του εθνικού πυρήνος των Σιονγκ-νου αποτελεί ζήτημα διαφόρων υποθέσεων, καθότι μόνον ολίγες λέξεις, (κυρίως τίτλοι και προσωπικά ονόματα), διετηρήθησαν στις κινεζικές πηγές. Οι θεωρίες των επιστημόνων περιλαμβάνουν ιρανική, μογγολική, τουρκική, ιενεσιακή (παροχθίως του ποταμού Ιενεσέη ή Γενισέϊ)  ή ουραλική καταγωγή. Πιθανόν η θρησκεία τους ήταν ο «Τενγκρισμός» (από την λέξη «Τενγκρί», το όνομα του θεού τους που σημαίνει «Ουρανός» στην τουρκική και μογγολική). Το όνομα Σιονγκ-νου (αποτελούν μεταγραφή του ονόματός τους στην κινεζική) δύναται πιθανόν να ταυτοπoιηθεί με τους Ούννους, αλλά οι περί αυτού αποδείξεις είναι αμφισβητήσιμες.

Κινεζικές πηγές του 3ου αιώνος π. Χ τούς αναφέρουν ως ιδρυτές μιας αυτοκρατορίας υπό τον Μοντού Σαν-γιου (όπου «Σαν-γιου» είναι ο τίτλος που έφερε ο ηγέτης τους, ίσως συνώνυμος του βασιλέως), ανώτατον ηγέτη μετά το 209 π. Χ

[Ο Mοντού Σαν-γιού (μογγολικά: Mοντούν και Μπαατάρ, μερικές φορές ονομαζόμενος επίσης Μετέ και Μαοντούν), εγεννήθη το 234 προ Χριστού και απέθανε το 174 προ Χριστού Ήταν ο πρώτος αυτοκράτωρ των Χσιούνγκ Νού. Έγινε κυβερνήτης αφού εξεθρόνισε τον πατέρα του Τουμάν το 209 προ Χριστού,  εκυβέρνησε δε από το 209 μέχρι το 174 προ Χριστού. Ήταν στρατιωτικός αρχηγός υπό τον πατέρα του Τουμάν και το κέντρον του βασιλείου του ήταν η Μογγολία. Όταν εξησφάλισε τον θρόνο του, ίδρυσε μια πανίσχυρο αυτοκρατορία των Χσιούνγκ Νού συνενώσας  τις γύρω φυλές της Μογγολικής στέπας και το κράτος του κατέστη  απειλή για την κινεζική δυναστεία των Τσιν. Η αυτοκρατορία του ήταν από τις μεγαλύτερες της εποχής, όταν τα ανατολικά σύνορα έφθαναν στον ποταμό Λιάο, ενώ τα δυτικά σύνορα έφθαναν έως την Οροσειρά Παμίρ και το βορειότερον σύνορον της χώρας του ήταν η Λίμνη Βαϊκάλη].

Η αυτοκρατορία εξετείνετο και πέραν από τα σύνορα του σημερινού κράτους της Μογγολίας. Αφού κατενίκησαν τους πρώην αυθέντες της περιοχής, τους  «Γιουέ-τζι» ή «Γιουέ-ζι» (πιθανότατα αυτοί ήσαν οι Ινδοευρωπαίοι Τοχάροι ή  Τόχαροι των αρχαίων συγγραφέων), τον 2ον  αιώνα π. Χ, οι Χσιούνγκ Νού κατέστησαν κυρίαρχη δύναμη στις στέπες της Κεντρικής και Ανατολικής Ασίας. Η εξουσία τους περιελάμβανε περιοχές της νοτίου Σιβηρίας, Μογγολίας, δυτικής Μαντζουρίας, καθώς και τις κινεζικές επαρχίες της Εσωτερικής Μογγολίας, Γκανσού και Σιντζιάνγκ.

[Οι Τόχαροι ήσαν ένας λευκός ινδοευρωπαϊκός λαός, εγκατεστημένος στην κοιλάδα του Ταρίμ, (όπως ονομάζεται σήμερον η δυτική παρασυνόριος  περιοχή της Κίνας). Στην κοιλάδα αυτή ανεκαλύφθη ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της συγχρόνου φυσικής ανθρωπολογίας και ανθρωπογεωγραφίας : Μομιοιηθέντα σώματα ανδρών και γυναικών που άνηκαν στην λευκή ευρωπαϊκή φυλή και δη με χαρακτήρες κυρίως βορείου τύπου. Ή έκπληξη των επιστημόνων επειδή ανεκάλυψαν πτώματα Ευρωπαίων εν μέσω μογγολικών και κινεζικών πληθυσμών, οι οποίοι ζουν στην μείζονα περιοχή, ήταν πράγματι μεγάλη, καθώς δεν εγνώριζαν σε ποιον έθνος ανήκαν αυτές οι μούμιες. Ένα έθνος, του οποίου το όνομα είχε προφανώς λησμονηθεί, καθώς οι άνθρωποί του είχαν εξαφανισθεί χίλια χρόνια πριν, κατά την διάρκεια της πλημμυρίδος των μογγολικών και τουρκικών μετακινήσεων. Οι επιστήμονες αναζητούντες μαρτυρίες στους αρχαίους συγγραφείς για την ύπαρξη Ευρωπαίων τόσον βαθέως στην ασιατικήν ήπειρο, στα σύνορα της Κίνας, ευρέθηκαν ενώπιον του ονόματος «Τόχαροι». Οι Αρχαίοι Έλληνες ανέφεραν ως Τόχαρους, τους κατοίκους της Βακτριανής οι οποίοι που κατέλυσαν τα ελληνιστικά βασίλεια της Ινδικής Χερσονήσου. Αυτοί ονομάζοντο από τους Έλληνες «Τόχαροι» και από τους Ινδο-Αρίους «Τουσάρα», εισήλθαν δε στην περιοχήν της Βακτρίας από την σημερινή κοιλάδα του Ταρίμ, καταδιωκόμενοι από την επέλαση των Ούννων και κάποιων τουρανικών / πρωτο-τουρκικών λαών στην περιοχή τους.

Οι Τόχαροι ήσαν λοιπόν κάτοικοι των μεσαιωνικών πόλεων-κρατών που ευρίσκοντο στις οάσεις του βορείου άκρου της Λεκάνης Ταρίμ (σημερινή επαρχία Σιντζιάνγκ της Κίνας η οποία ενίοτε αναφέρεται και ως ανατολικόν Τουρκιστάν). Η γλώσσα τους, η τοχαρική (κλάδος της μείζονος Ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογενείας), είναι κυρίως γνωστή από χειρόγραφα της περιόδου μεταξύ 6ου -8ου  αιώνος μ.Χ., μετά την οποίαν εξετοπίσθη από τις τουρκικές γλώσσες ουιγουρικών φυλών οι οποίες κατέκλυσαν την περιοχή της κοιλάδος Ταρίμ . (Οι Ουιγούροι είναι τουρκική εθνική ομάς που ζει στην Ανατολική και Κεντρική Ασία προέρχεται από την λέξη «ουγουχούρ», η οποία στην  γλώσσα τους σημαίνει «ένωση ανθρώπων»).

Μερικοί επιστήμονες συνέδεσαν τους Τοχάρους με τον λευκόν Ινδοευρωπαϊκό «πολιτισμό του Αφανάσεβο» της ανατολικής Σιβηρίας (περί την περίοδον 3.500–2.500 π. Χ.), τις λευκές ξανθές μούμιες της κοιλάδος Ταρίμ (περί το 1.800 π. Χ.) και τους Γιουέ-τσι των κινεζικών χρονικών, οι περισσότεροι εκ των οποίων μετενάστευσαν στην Βακτριανή από την νοτία Κανσού τον 2ον  αιώνα μ.Χ., αργότερον δε στην βορειοδυτικήν Ινδία όπου και ίδρυσαν την «Αυτοκρατορία των Κοσσανών» (Κουσάν).

Περί τις αρχές του 20ου  αιώνος μ.Χ., οι αρχαιολόγοι ανεκάλυψαν στις οάσεις της κοιλάδος Ταρίμ έναν αριθμό χειρογράφων γραμμένων σε δύο στενώς συσχετιζόμενες αλλά άγνωστες έως τότε ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Ένα επιπλέον κείμενο, ανακαλυφθέν στην ιδία περιοχή, ένα βουδιστικό κείμενο στην αρχαία τουρκική, περιελάμβανε ένα τμήμα που ανέφερε πως το κείμενο μετεφράσθη από την σανσκριτική στην τουρκική με τη μεσολάβηση μιας γλώσσας«τόξρι». Για αυτήν  ο πολύς Φρίντριχ Βίλχελμ  Καρλ – «ΦΒΚ» Μύλλερ υπέθεσεν ότι ήταν η ονομασία μίας εκ των δύο προσφάτως ανακαλυφθεισών ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.

Ο Μύλλερ ονόμασε τις δύο αυτές νεοανακαλυφθείσες γλώσσες «τοχαρικές» (Tocharisch), συσχετίζων τον προαναφερθέντα όρον «τόξρι» με το εθνωνύμιον Τόχαροι (Πτολεμαίος, Βιβλίον Στ΄, 11, 6 - 2ος  αιών μ.Χ.), αποδοθέν από τον γεωγράφο Στράβωνα σε μίαν από τις σκυθικές φυλές τις λυμαινόμενες το ελληνιστικό βασίλειον της Βακτριανής (σημερινόν Αφγανιστάν και Πακιστάν) κατά το δεύτερον ήμισυ του 2ου  αιώνος π. Χ. ( Ο όρος «τόξρι»  ήλκυεν την καταγωγή του από τα ινδοϊρανικά, με τον όρον «Τοχαριστάν» να αναφέρεται στην Βακτριανή της 1ης  μ.Χ. χιλιετίας, εξ ου και η επαρχία «Ταχάρ» του Αφγανιστάν).

Οι Τόχαροι συνήθως συνδέονται από συγχρόνους επιστήμονες με τους Γιουέ-τσι των κινεζικών χρονικών, που ίδρυσαν την Αυτοκρατορία των Κουσάν. Οι άνθρωποι όμως αυτοί γνωρίζουμε σήμερα ότι μάλλον ομιλούσαν την Βακτριανή, μια ανατολική ιρανική γλώσσα, αρκούντως διαφορετική από τις τοχαρικές γλώσσες του ΦΒΚ Μύλλερ, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του τελευταίου περί συνδέσεώς τους με τους Τόχαρους του Στράβωνος, να αποτελούν σήμερον σχετικήν μειοψηφία μεταξύ των ιστορικών. Ειδικότερον, οι τοχαρικές γλώσσες του Μύλλερ θεωρούνται κλάδος του δυτικού ινδοευρωπαϊκού κλάδου (άρα όχι σχετιζόμενες με Σκύθες) και όχι του ανατολικού ινδοευρωπαϊκού κλάδου. Παρ’ όλα αυτά, οι λέξεις «τοχαρική» και «Τόχαροι» παραμένουν οι καθιερωμένοι όροι για τις γλώσσες των χειρογράφων της κοιλάδας Ταρίμ και για τους Ευρωπίδες λευκούς ανθρώπους που τις δημιούργησαν και τις ομιλούσαν.

Το εκπληκτικόν περί των Τοχάρων είναι ότι αποτελούν Ευρωπαίους οι οποίοι έφθασαν βαθύτερον στην Ασία, μέχρις τα σύνορα της Κίνας. Οι επιστήμονες εξεπλάγησαν όταν αντελήφθησαν ότι η γλώσσα τους ανήκει στον δυτικόν κλάδο (π.χ. ελληνική, γερμανική, λατινική) των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και όχι στον ανατολικόν (π.χ. περσική, ινδική), καθότι δεν υπήρχε στα ιστορικά κείμενα καμία αναφορά για μια κυανόφθαλμο, ξανθή υψηλή φυλή που έφθασεν τόσον ανατολικώς].

Οι σχέσεις μεταξύ των πρωίμων κινεζικών δυναστειών και των Χσιούνγκ Νού υπήρξαν ιδιαιτέρως πολύπλοκες, με επαναλαμβανόμενες περιόδους στρατιωτικών συγκρούσεων, αλλά και πολυεπιπέδου πολιτικής «ραδιουργίας», καθώς και περιόδους εμπορικών συναλλαγών, τιμητικών εκδηλώσεων και γαμηλίων συμφωνιών.

Το 209 π. Χ, ο Mοντού Σαν-γιού  ήνωσε τις νομαδικές φυλές των στεπών βορείως της Κίνας στην πρώτη μεγάλη «Αυτοκρατορία της στέπας». Συντόμως η ισχυρά κινεζική δυναστεία των Χαν τούς κατέβαλε φόρον υποτέλειας. Από το 133 π. Χ ο Κινέζος αυτοκράτωρ Ου υιοθέτησεν επιθετική πολιτική, επεκτείνων την κινεζική επιρροή δυτικώς και νοτίως. Περί το 50 μ.Χ., μετά τον δεύτερον εμφύλιον των Χσιούνγκ Νού, οι Νότιοι Χσιούνγκ Νού υπετάγησαν στην Κίνα, ενώ οι Βόρειοι Χσιούνγκ Νού παρέμειναν ανεξάρτητοι. Περί το 100 μ.Χ., οι Χσιούνγκ Νού είχαν πλέον αντικατασταθεί από τους Σιέν Πι ή Σιανμπέϊ. Υπολείμματα των Χσιούνγκ Νού παρέμειναν στα βόρεια σύνορα της Κίνας, και κατά την περίοδον 250-450 μ.Χ. εσχημάτισαν δυναστικά κράτη μικράς διαρκείας στην Βόρειο Κίνα.

Θεωρίες τουρανικής καταγωγής των Χσιούνγκ Νού: Από τις αρχές του 19ου  αιώνος, οι επιστήμονες προέτειναν ποικίλες γλωσσικές οικογένειες ή υποομάδες γλωσσικών οικογενειών, ως συγγενείς της γλώσσης των Χσιούνγκ Νού. Κάποιες πηγές ισχυρίζονται ότι οι ελίτ των Χσιούνγκ Νού ήσαν πρωτοτουρκικές, ενώ οι υπόλοιποι Χσιούνγκ Νου ήσαν  πρωτο-ουννικής καταγωγής. Επίσης, η Κινεζική «Ιστορία των Βορείων Δυναστειών» του 7ου  αιώνος π. Χ. και το «Βιβλίον των Ζόου» (κινεζικό ιστορικό κείμενο), καθώς και μια επιγραφή σε μιαν ιρανική γλώσσα, (την Σογδιανή), αναφέρουν ότι οι Τούρκοι ήσαν υποσύνολον των Ούννων.

Θεωρίες ιρανικής καταγωγής των Χσιούνγκ Νού: Μεταξύ των επιστημόνων που προέτειναν ιρανική καταγωγή για τους Σιονγκ-νου είναι το 1985 ο φημισμένος Άγγλος ιρανιστής και γλωσσολόγος σερ Χάρολντ Γουώλτερ Μπέϊλυ (1899 –1996) και το 1999 ο Ούγγρος γλωσσολόγος Γιάνος Χαρμάττα (1917-2004), οι οποίοι πιστεύουν ότι η συνομοσπονδία των Χσιούνγκ Νου απετελείτο από 24 φυλές, ελέγχουσα μια νομαδικήν αυτοκρατορία με ισχυρά στρατιωτική οργάνωση, καθώς και ότι οι «πιστές σε αυτούς φυλές και βασιλείς («σαν-γιου»), είχαν ιρανικά ονόματα, όλες δε οι λέξεις που αναφέρουν οι Κινέζοι ημπορούν να εξηγηθούν από μιαν ιρανική γλώσσα του τύπου Σάκα. Ακριβώς δε ένεκα τούτου είναι σαφές ότι η πλειοψηφία των φυλών της συνομοσπονδίας ομιλούσε μιαν ανατολική ιρανική γλώσσα». Ο  σπουδαίος Πολωνός ανατολιστής και τουρκολόγος Χένρικ Γιανκόφσκι (Henryk Jankowski) συμφωνεί επίσης με αυτόν τον ισχυρισμό.

Α. Κωνσταντίνου