Εθνικοί εχθροί στο πέρασμα του χρόνου

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019 - 13:00

Εθνικοί εχθροί στο πέρασμα του χρόνου

Μέρος 4

Ο τελευταίος ανεξάρτητος Βαυαρός δουξ, ο επιδεικτικώς θεοφοβούμενος Τασσίλος ο Γ’, κατεδικάσθη από τον Αυτοκράτορα Καρλομάγνο με την κατηγορία ότι είχε σχεδιάσει προδοτικώς ενέργειες  εναντίον του, με κρυφούς συμμάχους του τους Αβάρους, «αυτούς τους βρωμερούς ειδωλολάτρες». Παρά τις ειρηνικές πρεσβείες τους, ο Καρλομάγνος εξεκίνησε μιαν εκστρατεία εναντίον των Αβάρων το 791 μ. Χ., ακολουθουμένη από δύο άλλες το 795/6 και το 803. Κατά την διάρκεια αυτών των επιθέσεων, οι δυνάμεις του κατέστρεψαν τους κατά τους χρονικογράφους μυστηριώδεις «δακτυλίους» (ring) των Αβάρων - που ενδεχομένως ήσαν ένα είδος περιφερειακής υψηλής πασσαλιδωτής οχυρώσεως – και έφεραν οπίσω στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα Ακυΐσγρανον (Άαχεν) τον τεράστιο «θησαυρό των πρώην βασιλέων», τον οποίον ο Αυτοκράτωρ Καρλομάγνος εμοιράσθη με την Εκκλησία και τους υποτελείς του άρχοντες. Η δύναμη των Αβάρων είχε καταστραφεί τελείως μετά τις σφοδρές φραγκικές επιθέσεις και τα υπολείμματα της κοινότητας των Αβάρων κατέστησαν υποτελείς των Καρολινείων,  υπό τον εκχριστιανισμένο πλέον Χαν. Δεν ήσαν σε θέση να υπερασπισθούν περαιτέρω τον εαυτό τους, εζήτησαν δε την άδεια του Αυτοκράτορος να ανασυνταχθούν κατά μήκος του Δουνάβεως ποταμού στην Κάτω Αυστρία.

Συντόμως θα εξαφανισθούν εντελώς από την Ιστορία. Τι είχε συμβεί ; Η δύναμη της Δυτικής Χριστιανοσύνης είχε τελικώς κερδίσει και οι Άβαροι, που δεν είχαν επιτρέψει στους εαυτούς τους να εκχριστιανισθούν, είχαν πληρώσει πολύ ακριβά την θρησκευτική ανεξαρτησία τους εντός μιας πλήρως χριστιανικής Ευρώπης. Καθώς ήσαν τοποθετημένοι μεταξύ των δυο υπερδυνάμεων της ευρασιατικής περιοχής - του Βυζαντίου και της ισχυροτάτης  δυτικής Εκκλησίας - κατάφεραν να υποστούν την εχθρότητα και των δύο πλευρών και εν τέλει απλώς συνεθλίβησαν. Οι χριστιανικές ιεραποστολικές επιρροές δεν είχαν καταφέρει ποτέ να τους προσεγγίσουν, ενώ είχαν φθάσει στους (ακόμη μη κατακτηθέντες εξ ολοκλήρου) Γερμανούς και στους Μοραβούς (ή Τσέχους) και επίσης κατόπιν θα προσήγγιζαν λίαν επιτυχώς τους διαδόχους των Αβάρων στην ουγγρική πεδιάδα - τους Μαγυάρους.

Γιά την ηθολογία και τον εν γένει πολιτισμόν τους αντλούμε πολύτιμα συμπεράσματα από την αρχαιολογικήν επιστήμη : Όπως και οι Γερμανοί και Σλάβοι γείτονές τους, οι Άβαροι έθαπταν τους νεκρούς τους μέσα σε έναν σχεδόν ορθογώνιο λάκκο, το βάθος του οποίου συχνά εποίκιλε αναλόγως προς τον πλούτο και την διαστρωματική κατάταξη του ατόμου στην αβαρική κοινωνία. Τα αντικείμενα της καθημερινής ενδυμασίας εσυνόδευαν συνήθως τον νεκρό -ένα σύνθετο σύνολο ζώνης με εναλλακτικές πόρπες (χρησιμοποιούμενο για να περικλείσει έναν μακρό, πλατύ χιτώνα), ιμάντες, ελεύθερες πόρπες και καρφίδες στηρίξεως, ενώτια, χάνδρες, κορδόνια ενδυμάτων, στολίσματα της κόμης και η πανταχού παρούσα σιδηρά μάχαιρα. Μερικές φορές, οι ταφικές  προσφορές, τα αναθηματικά κτερίσματα φαίνεται ότι εσυμβόλιζαν μια νέα ζωή στο επέκεινα. Τα προσωπικά είδη εφαίνετο επίσης πως ήσαν ακληρονόμητα, επειδή τα δικαιώματα ιδιοκτησίας του θανόντος εσυνεχίζοντο και μετά θάνατον. Ωστόσον, από τόπου σε τόπο, τα «ταφικά αγαθά» των Αβάρων διαφέρουν πάρα πολύ, τόσον σε ποιότητα όσον και σε ποσότητα. Επί παραδείγματι, στο Ζομεράϊν αμ Λαϊταγκεμπίργκε (Sommerein am Leithagebirge) της Αυστρίας, ένα πήλινο δοχείο συνόδευε σχεδόν κάθε ταφή, αλλά δεν συνυπήρχαν με αυτό οστά ζώων που να υποδηλώνουν μια προσφορά τροφίμων. Στο κοντινό Μέντλινγκ (Mödling) αντιθέτως, αγγεία και οστά των ζώων απεκαλύφθησαν τακτικότατα, αλλά σχεδόν πουθενά δεν υπήρχαν μαγειρικά σκεύη. Έτσι, ενώ ήταν παντού έθιμο να παραδοθεί ο θανών στην «άλλη ζωή» με τα συνοδευτικά χρειώδη ταφικά αγαθά, ο ακριβής τρόπος με τον οποίον εξεπληρούτο αυτή η υποχρέωση προφανώς αφέθη κατά το πλείστον στην οικογένειά του ή στην φατρία όπου ανήκε.

Τα διαφορετικά μείγματα Αβάρων αποίκων από τα κέντρα που ευρίσκοντο ανατολικότερον, όπου εζούσαν μαζί και ομάδες επιζώντων επαρχιωτών Ρωμαίων ή Γερμανών, ημπορούν επίσης να βοηθήσουν στην εξήγηση κάποιων ταφικών παραδοξοτήτων. Αλλά τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία από τους τάφους των Αβάρων σχετίζονται με την κοινωνική κατάσταση των ανδρών και των γυναικών. Εδώ ευρίσκει κανείς τα όντως διακριτά  υπολείμματα του πολιτισμού των Αβάρων : Σύνθετα σύνολα περιζωμάτων και ζωνών, συχνά με πόρπες εκ σπανίων μετάλλων, όπλα όπως το επανατατικό τόξο με βέλη ή μια σπάθη και ολοκλήρους σωρούς σαγών - αυτά είναι μεταξύ των κυρίων ευρημάτων τα οποία διακρίνονται στους νεκρούς άνδρες των Αβάρων. Οι γυναίκες διακρίνονται από μια ποικιλία κοσμημάτων: πολύχρωμα περιδέραια ηλέκτρου ή από υάλινες χάνδρες, ορειχάλκινες πόρπες ενδυμάτων, αργυρά ή ορειχάλκινα ενώτια, μερικές φορές ένα αργυρό, ορειχάλκινο ή σιδηρούν περικάρπιο και ακόμη σπανιότερον ένα μεταλλικό περιδέραιο. Οι περίπλοκες ζώνες ήσαν το κατ’ εξοχήν σύμβολον της κοινωνικής θέσεως μεταξύ των ανδρών,  ωραία δε δείγματα αυτών ευρέθηκαν στους τάφους στο  Λεόμπερσντορφ (Leobersdorf) της Αυστρίας. Η ιδιάζουσα σημασία της ζώνης των λαών των ευρωπαϊκών στεπών, τονίζεται σαφώς σε μια σειρά από εθνογραφικές και εικονογραφικές πηγές για τους Σκύθες (που αναφέρεται και από τον Ηρόδοτο) μέχρις τα σύνορα της Κίνας.

Επί παραδείγματι σε έναν θρύλο των Βογκούλων (ή Μάνσι), ενός ουγγρο-ουραλικού λαού κυνηγών και κτηνοτρόφων της δυτικής Σιβηρίας, ο υπέρτατος θεός παρουσιάζει στον άνθρωπο μια περίτεχνη διακεκοσμημένη ζώνη, ώστε με αυτήν «να συνδέσει τον Ουρανό και την Γη». Στην «Μυστική Ιστορία των Μογγόλων» («Mongγol-un niγuča tobčiyan»), την παραδοσιακή μογγολική επικοϊστορική αφήγηση η οποία χρονολογείται από το 1240, ο 11χρονος νεαρός Τεμουτζίν - ο οποίος αργότερον θα γίνει ο φοβερός κατακτητής Τζενγκίς Χαν - περιγράφεται πως ανταλλάσσει χρυσές ζώνες με έναν άλλο νεαρό ώστε να παγιώσουν την συμμαχία τους. Χαρακτηριστικώς, αν και όχι πάντοτε, οι  διακοσμημένοι ιμάντες - ζώνες  σαγής από την πρωταρχική και την μεσαία περίοδο της ιστορίας των Αβάρων, έχουν διακοσμητικά επιθέματα που αποτελούνται από χρυσό ή άργυρο, ή επίχρυσο ή επάργυρο, ανάγλυφον ή σφραγισμένον ορείχαλκο. Η αναγλυπτική τεχνική και πολλά από τα διακοσμητικά σχέδια σε αυτές τις ζώνες προέρχονται από τον βυζαντινό πολιτισμό. Πράγματι, η πλουσιοτάτη ποικιλία βυζαντινών αντικειμένων σε πλουσίους πρωίμους τάφους Αβάρων, δεν αφήνει καμίαν αμφιβολία ότι οι ιδιοκτήτες τους είχαν πρόσβαση στους θησαυρούς του ανατολικού Μεσογειακού κόσμου, είτε από λύτρα, είτε από ληστρική λεία ή από εμπόριο.

Η σύνδεση του πρωίμου πολιτισμού των Αβάρων με τον βυζαντινό πολιτισμό ενισχύεται περαιτέρω από τον φερόμενο ως «Πρίγκηπα του Bócsa», που βρέθηκε το 1935. Αυτός ο άνδρας ετάφη φέρων μιαν επιχρυσωμένη ενδυμασία που περιελάμβανε δύο ζώνες διακοσμημένες με πολύτιμα επιθέματα. Στην μια ζώνη το στολίδι απετελείτο από κυκλικές πλάκες χρυσού και αργύρου με ανάγλυφο τεχνική, ενώ η άλλη ζώνη ήταν διακοσμημένη με σπάνιες «ψευδο-πόρπες» από χρυσό. Αυτός ο πολεμιστής ήταν επίσης οπλισμένος με ένα ξίφος, ένα μακρό ξιφίδιο και μία φαρέτρα που έφερε 25 βέλη και εσυνοδεύετο από ένα αργυρό αγγείο, ένα χρυσό δισκοπότηρο και ένα αργυρόχρυσο κέρας πόσεως, δηλαδή ο θανών κατείχε εντελώς πολυπληθή πλουσία ταφική συλλογή κτερισμάτων. Οι Άβαροι δεν ήσαν πλέον υποτελείς του Βυζαντίου μετά την κατοχή τους στην Παννονία, αλλά προφανώς ελάμβαναν  αποζημιώσεις από καιρού σε καιρό, οπότε αυτό θα ημπορούσε να εξηγήσει αυτά τα «είδη πολυτελείας». Ενθυμούμεθα με αυτά την χρυσή φιάλη ευρεθείσα σε ένα θησαυροφυλάκιο, φυλασσομένη τώρα στο «Μουσείον Ιστορίας της Τέχνης» (Kunsthistorisches Museum) της Βιέννης: διακεκοσμημένη με σκηνές με ακριβεστάτη ανάγλυφο αναπαράσταση, απεικονίζει έναν έφιππο θωρακοφόρο πολεμιστή (και πιθανώς κάποιον θρύλο με ανατολίτικες επιδράσεις), όπου ένας εστεμμένος τοξότης ιππεύων ένα παράξενο-πτερωτό, ανθρωπόμορφο πλάσμα, στρέφεται να βάλλει κατά ενός χαριτωμένου αιλουροειδούς.

Παρατηρών αυτά τα έργα τέχνης, ημπορεί κανείς να κατανοήσει ευκόλως το δέος των ανδρών του Καρλομάγνου όταν εν τέλει κατέκτησαν την αβαρική μυθική λεία τους. Ορισμένα άλλα ευρήματα καταδεικνύουν την αψευδή και ισχυρά βυζαντινή επιρροή στον πολιτισμό των  Αβάρων. Τα βυζαντινά νομίσματα - ή οι αβαρικές απομιμήσεις τους - εμφανίζονται μερικές φορές σε τάφους ως μια προσφορά «οβολού» διελεύσεως στον άλλον κόσμο. Μία κορασίς επτά ετών από το Kiskorôs-Vágóhíd, έφερεν ενώτια και ένα περιδέραιον αποτελούμενο από μικροσκοπικούς, εμφατνιασμένους τριχοπειλημματικούς λίθους που εκρέμοντο από ένα περίτεχνο χρυσό περιλαίμιον,  αρμόζον ακόμη και στην αυλή της Κωνσταντινουπόλεως. Μία γυναίκα που είχε ταφεί σε έναν απομονωμένο τάφο στην Cibakháza έφερε ένα χρυσόφυλλο κάλυμα κεφαλής, το οποίον είχε ως κύριο διακοσμητικό του θέμα δύο αντιμέτωπα πτηνά καθήμενα σε ένα δένδρο με δαντελωτή παρυφή, στοιχείον που απηχεί ένα θέμα εξόχως κοινό στην παλαιοχριστιανική τέχνη.

Μέχρι στιγμής, γνωρίζουμε κατ’ ελάχιστον την καθημερινή ζωή των Αβάρων και ημπορούμε μόνον να την ανακατασκευάσουμε από διάσπαρτα λεπτοφυή  πειστήρια. Ορισμένες πτυχές ημπορούν να συναχθούν με βάση παραλληλισμούς και παραλλαγές ομοιοτήτων προς νομαδικούς λαούς όπως οι Μογγόλοι, που ζούσαν σε πτυσσόμενες σκηνές ονομαζόμενες «γιούρτες» ή σε καλύβες ευκόλως αποσυναρμολογούμενες. Οι οικισμοί των Αβάρων τουλάχιστον κατά την αρχική περίοδο της ιστορικής παρουσίας τους, ημπορούσαν να μετακινούνται, χωρίς αμφιβολία, από τόπου σε τόπο, μαζί με τις βόσκουσες αγέλες των ζώων τους, ενώ από την πώληση δερματίνων ειδών και γουναρικών ημπορούσαν να αντλούν έσοδα. Μόνο να μαντέψουμε δυνάμεθα έως ποιον βαθμό αυτές οι συνήθειες έδωσαν την θέση τους σε ένα περισσότερον εδραιωμένον τρόπο ζωής, βασιζόμενο στην γεωργία, όταν οι ληστρικοί Άβαροι κατέστησαν μόνιμοι οικιστές. Είναι σχετικώς πρόωρο να ειπούμε ότι διέθεταν έναν σταθερό βιότοπο, αλλά οι μεγάλες συγκεντρώσεις ταφών του ογδόου αιώνος υποστηρίζουν λίαν εντόνως αυτήν την άποψη. Η κατάπτωση και σύνθλιψη των Αβάρων «δια χειρός Καρλομάγνου», οδήγησε τελικώς σε μιαν εκτεταμένη σλαβική παρουσία στην μείζονα τέως αβαρική περιοχή. Πράγματι, η επακόλουθος έλλειψη πληθυσμού ίσως οδήγησε τους Καρολινείους κυριάρχους να ανέχονται ή ακόμη και να ενθαρρύνουν την εκεί σλαβική μετανάστευση. Αυτό παρέχει μάλλον μιαν εξήγηση - ή τουλάχιστον μία πιθανή εξήγηση - για την εξαφάνιση των Αβάρων ως αρχαιολογικού πολιτισμού. Με την θραύση της ανεξαρτησίας τους, απλώς απερροφήθησαν ή εξετοπίσθησαν από τους νέους επήλυδες.

Μια άλλη πιθανή εξήγηση για την εξαφάνιση ακόμη και της ταφικής παρουσίας των τρομερών Αβάρων,  έγκειται στην ανάπτυξη της χριστιανικής ιεραποστολικής δραστηριότητος, η οποία οδήγησε τους Αβάρους στην ανώνυμο ταφή εντός του εκκλησιαστικού περιβόλου, αντί των κτερισματοφόρων προσωποποιημένων ταφικών μνημείων. Η ίδρυση στην Κάτω (βορειοδυτικήν Αυστρία) της μονής του Ζανκτ Πέλτεν (Sankt Pölten) από Βενεδικτίνους μοναχούς εκ της μονής Τεγκερνζέε (Tegernsee) της Βαυαρίας, ολίγον μετά τους πόλεμους κατά των Αβάρων αποτελεί απτήν απόδειξη της νέας χριστιανικής κυριαρχίας. Το 889 μ. Χ. οι Μαγυάροι κατέλαβαν τις ουγγρικές πεδιάδες και προς στιγμήν εφάνη πως το ιστορικόν ωρολόγιον επαλινδρόμησε. Για μιαν ακόμη φορά οι πολεμιστές από τις στέπες διέσπειραν τον τρόμο στις μακρές επιδρομές τους και επέστρεφαν για να θάψουν τους νεκρούς τους με πλήρη πανοπλία. Αλλά εντός ολίγων γενεών οι Μαγυάροι έδειξαν ότι είχαν κατανοήσει καλώς το μάθημα που είχε εκφύγει από τους προκατόχους τους Αβάρους : Η επιβίωση κάποιου ευρίσκετο στην ικανότητα προσαρμογής του χριστιανισμού στον πολιτισμό του, πριν ο επίμονος απειθής απωθηθεί βιαίως και πάλιν στο εξωτερικό του πολιτισμένου κόσμου ή και συντριβεί. Το σωτήριον έτος 1000 ο αρχηγός των Μαγυάρων εβαπτίσθη ως καθολικός βασιλεύς Στέφανος. Έτσι οι Μαγυάροι εκαθιέρωσαν ένα ισχυρό μεσαιωνικό βασίλειο στις χώρες όπου οι Άβαροι ευρίσκοντο πλέον θαμμένοι με τις περίτεχνες ζώνες τους και τα ισχυρά παλίντονα τόξα τους, κείμενοι σχεδόν πέραν ​​από την …. εμβέλεια της ιστορικής μνήμης.

Α. Κωνσταντίνου