Έρευνα και διαπιστώσεις

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019 - 10:00

Στην εκφυλισμένη περίοδο μεθοδευμένης εθνοαποδόμησης, αντεθνικής - διεθνιστικής διάλυσης και επαπειλούμενης  νεοοθωμανικής υποταγής που διέρχεται ο σύγχρονος Ελληνισμός, σε ότι αφορά στα μείζονα εθνικά και κοινωνικά ζητήματα,  αποτελεί συνηθέστατο φαινόμενο να αμφισβητείται  συστηματικά το προφανές, είναι πλέον ή βέβαιη στάση ο εφησυχασμός, είναι σίγουρη και δόλια μεθοδολογία η παραπληροφόρηση  και πιθανότατη κατάληξη η γενικευμένη αποσιώπηση της εκάστοτε αλήθειας. Το κοινωνικοπολιτικό δρώμενο εκπτύσσεται έτσι ώστε να μην ενοχληθεί καθόλου το Καθεστώς, οι πολλαπλές  φανερές και κρυμμένες παραφυάδες του, καθώς και τ’ αφεντικά του.

Επίσης συνηθέστατη είναι η ολότελα επιδερμική και μονομερής προσέγγιση μιας προεπιλεγμένης παρουσίασης της πραγματικότητας. Παρουσίασης της εκλεκτικής και στρεβλωμένης «μισής αλήθειας», που διενεργείται  από τα νεοεποχίτικα καθεστωτικά φερέφωνα, με σκοπό την περαιτέρω εξαπάτηση και διανοητική σύγχυση του οποιουδήποτε  πολίτη, θα μπορούσε πιθανόν να  ανιχνεύσει μέσα από τα γεγονότα και τις  αιτιώδεις σχέσεις τους την αλήθεια.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, εμείς οι Εθνικιστές του Λαϊκού Συνδέσμου  επιλέξαμε συνειδητά τον «περιθωριακό» και δύσκολο δρόμο της συστηματικής αναζήτησης και ανυποχώρητης υπεράσπισης της Αλήθειας (όσο τραυματική ή δυσφορική και αν αποκαλύπτεται εκάστοτε αυτή). Επιλέξαμε μια πορεία  ασύχαστη, ασυμβίβαστη και κοπιαστική, που έχει ως ασφαλή της γνώμονα την θεωρία μας και στηρίζεται στην μεθοδική επεξεργασία και ερμηνεία της πραγματικότητας.

Στο πνεύμα αυτό,  αποπειρόμαστε να διερευνήσουμε και να ερμηνεύσουμε τα εξελισσόμενα πολιτικά και οικονομικοκοινωνικά γεγονότα στην Πατρίδα μας, συναρτώντας τα με το διεθνές διαχρονικό δρώμενο, με μιαν ανάλυση που υπερβαίνει ρωμαλέα τις «εσκαμμένες» επιδερμικές προσεγγίσεις και εκτείνεται πολυδιάστατα και πολυσυνθετικά στις κρίσιμες και ουσιώδεις συνεκτικές λεπτομέρειες, απεριόριστη από  χώρο και χρόνο.

Στη νομική διεργασία  κατά την διερεύνηση μιας εγκληματικής πράξης χρησιμοποιείται ως αξιωματικό  πρόταγμα, το ερώτημα «τις ωφελείται;» (cui bono ?) από την πράξη αυτή. Η αναντίρρητη και συντριπτική λογική του βαρύτητα, δεν είναι δυνατόν να ξεπεραστεί από την όποια προκατάληψη ή δολιότητα. Έτσι, από το 80 π .Χ. (όταν το πρωτοχρησιμοποίησε ο Μάρκος Τούλλιος Κικέρων στην υπεράσπιση του Ρόσκιου Αμεριανού), μέχρι και σήμερα, το «cui bono» αποτελεί απαραίτητο θεμέλιο κάθε ανάλογης λογικής διεργασίας (συμπληρούμενο ενίοτε και από το «τις βλάπτεται;» - cui malo ?). Στην πατρίδα μας συνηθίζεται να επικαλούνται ρηχά και επιδερμικά αυτό το ερώτημα, γιά λόγους βερμπαλιστικού εντυπωσιασμού, οι μπολσεβίκοι ινστρούκτορες και διάφοροι σοσιαλφιλελεύθεροι… παρλαπίπες.

Η επιτυχής εφαρμογή της διεξοδικής ερευνητικής αρχής του «cui bono» απαιτεί μιαν εκτενή και βαθιά κατανόηση όλων των πιθανών κινήτρων των εκάστοτε δρώντων υποκειμένων. Η κατανόηση αυτών των κινήτρων απαιτεί επίσης να ληφθούν υπόψη, επιπλέον και τα κίνητρα που υπάρχουν έστω και  μόνο στο νου και στο θυμικό του εκάστοτε «δράστη». Η αρχή εφαρμόζεται επίσης  για να αναλύσει και να ερμηνεύσει τις πράξεις πολιτικής σημασίας. Σε αυτήν την ανάλυση, η κοσμοθεώρηση, η ιδεολογία, η θρησκεία, τα ήθη κι έθιμα, αλλά και οι ιστορικές εξελίξεις των εμπλεκομένων (όπως οι από μακρού υφιστάμενες διαμάχες και συμμαχίες φορέων και αντιλήψεων, οι τροποποιήσεις του κοινωνικού ύφους, τα ποικίλα διανοητικά και καλλιτεχνικά ρεύματα, το «δημοσίως αποδεκτό», η θρησκοληψία κ.ο.κ. ) πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη πολύ διεξοδικά.

Μερικές φορές, εκείνοι οι οποίοι διενεργούν μια πολιτική πράξη διαθέτουν μια παγκοσμίως πρωτότυπη, ριζική ή και μοναδική  αντίληψη, η οποία τους κάνει να επιδιώκουν ένα πρωτοποριακό στόχο, που μπορεί σε κάποιους άλλους ανθρώπους να εμφανίζεται αδιανόητος ή ανόητος. Σε αυτήν την περίπτωση είναι  πάρα πολύ εύκολο σφάλμα να αγνοηθεί ή να παρανοηθεί το όφελος που επιδιώκεται από μια τέτοια πρωτοποριακή  ομάδα ή να θεωρηθεί πως αυτή η ομάδα δεν διαθέτει κάποιο ανάλογο κίνητρο.

Είναι επίσης ιδιαίτερα δύσκολο να κριθούν τα κίνητρα ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών καθώς και διαφορετικών  πολιτισμικών καταβολών. Για την μελέτη και την κατανόησή τους απαιτείται ενδελεχής και λεπτομερής συνεκτίμηση των προσεγγίσεών  τους  με χαρακτήρα «εξελικτικής ψυχολογίας»  και «διαπολιτισμικών σχέσεων». Επίσης, είναι συχνό σφάλμα αυτής της διαδικασίας να αγνοούνται τα όποια κίνητρα μιας υπό εξέταση πλευράς, τα οποία δεν συμβαδίζουν με την θεμελιωμένη και σχηματοποιημένη νοοτροπία του αναλυτή.

Τέλος οι οποιεσδήποτε «δαιμονολογικές» προσεγγίσεις ή και η όποια δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση περί τα διάφορα ενοχλητικά γεγονότα, μοιραία αδυνατίζουν την αρτιότητα της τελικής διαπίστωσης. Έχοντας κατανοήσει σε βάθος τους παραπάνω δομικούς περιορισμούς και τα ενδεχόμενα  ελλείμματα της εξαίρετης αυτής μεθοδολογίας, προβαίνουμε στην μέγιστη εφικτή απόπειρα ολοδιάστατης ανάλυσης των εκάστοτε τρεχόντων γεγονότων, αλλά και των ιστορικών τους διασυνδέσεων και αντικτύπων.

Ποιόν λοιπόν ωφέλησε η μεταβολή της Πατρίδας μας σε περιφερειακό, βεβιασμένο πειραματικό δοκιμαστήριο, μήτρα - «καλούπι» και παράδειγμα ενός επισφαλούς και ανάλγητου προτύπου δήθεν «διαφυγής» από την κλιμακούμενη οικονομική κρίση; Μιας «διαφυγής» από τον βρόχο της οικονομικής αυτοκτονίας,  με επιτίμιο την έρπουσα υποταγή και την απροσχημάτιστη υποδούλωση στο διεθνές τραπεζοχρηματιστηριακό κεφάλαιο. Διότι  με τα αλλεπάλληλα «σωτήρια μέτρα» και «μνημόνια»  που εφαρμόσθηκαν σε βάρος του Λαού μας όχι μόνον δεν επετεύχθη καμία βελτίωση στον οικονομικό μαρασμό της Πατρίδας μας, ούτε βέβαια οι δανειστές και τα αφεντικά τους μας προσέφεραν κάποια  αναδιάρθρωση του χρέους μας, παρά τα όσα  (ανοήτως) επίστευαν διάφοροι επιεικώς… «αφελείς». Δηλαδή κάποιοι που είχαν πεισθεί από έναν (ψευδεπίγραφο)  ευφημισμό μιας (δήθεν) μερικής ακύρωσης (και στην ουσία ανακαταγραφής) του χρέους.

Είναι φανερό ότι, εδώ που έφθασε η Πατρίδα μας,  ακόμη και με αναδιάρθρωση του χρέους της,  θα συνεχίζει να αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα, επειδή είναι υποχρεωμένη  σε αυστηρότατη λιτότητα, υφιστάμενη  βαθύτατη ύφεση για να κλείσει το πρωτογενές της έλλειμμα (χωρίς δηλαδή να προσμετρώνται οι τόκοι). Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη της λιτότητας θα ήταν ένα δρώμενο που θα βοηθούσε την εθνική  οικονομία να επεκταθεί ή τουλάχιστον να μην συρρικνωθεί περισσότερο. Μόνον αυτό θα μείωνε κλιμακωτά τον υφιστάμενο  «οικονομικό πόνο» των λαϊκών στρωμάτων, μειώνοντας την απαιτούμενη (από το έξωθεν επιβεβλημένο τεχνητό αδιέξοδο) μείζονα έκταση δημοσιονομικής λιτότητας. Όμως, ο μόνος δρόμος άμεσης οικονομικής επέκτασης είναι αυτός της απαιτούμενης αύξησης των εξαγωγών, ο οποίος προφανώς μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν μειωθούν δραστικά οι ελληνικές τιμές και τα κόστη συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη. Τέτοιες μεθοδεύσεις θα ήταν ενδεχομένως εφικτές αν η Ελλάδα αποτελούσε μιαν ισχυρά συνεκτική κοινωνία, με αυστηρές μισθολογικές ρυθμίσεις βάσει συλλογικών συμβάσεων. Τότε αυτό ίσως ήταν πραγματοποιήσιμο, μέσω μιας συλλογικά συμφωνημένης μείωσης των μισθών σε όλο το εύρος και βάθος της εθνικής οικονομίας. Δηλαδή θα μπορούσε να εφαρμοσθεί αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «εσωτερική υποτίμηση». Τα έως τώρα δραματικά γεγονότα της κοινωνικής αποσύνθεσης κατέδειξαν  πως αυτό δεν είναι δυνατό.

Η «έξωθεν»  προαναγγελθείσα και εφαρμοζόμενη μαζική «φτωχοποίηση» και η συνακόλουθη εξαθλίωση του ελληνικού Λαού, ο δραστικός περιορισμός του εργασιακού κόστους και των κοινωνικών παροχών, λειτούργησαν και λειτουργούν ως «δαμόκλειος σπάθη» και σε άλλους ευρωπαϊκούς Λαούς με την επαπειλούμενη επέκταση τους ως «ντόμινο».

Οι διαδικασίες «υποστήριξης» προς την Ελλάδα εκ μέρους της ΕΕ και του ΔΝΤ, δεν μείωσαν τη διάθεση των κερδοσκόπων να στοιχηματίζουν στην εξασθένηση της ζώνης του ευρώ. Οι προφανώς υπερβολικά σκληροί όροι που μας επιβλήθηκαν,  φαίνεται πως στάθηκαν αντιπαραγωγικοί στο να επιλύσουν έμπρακτα το «ελληνικό πρόβλημα». Εφόσον  η τωρινή Ευρώπη δεν διευθετήσει τα δικά της θεμελιώδη οικονομικά  προβλήματα, το μέλλον του κάποτε «πολλά υποσχόμενου» ευρώ θα συνεχίσει αβέβαιο.  Προφανώς τα σκληρά μέτρα στην Πατρίδα μας δεν οδήγησαν σε αποκλιμάκωση των κερδοσκοπικών πιέσεων.

Επίσης προφανώς, πέρα από τα ευχολόγια των ξένων «φίλων» μας και των εντοπίων διαχειριστών τους, δεν πρόκειται να κατορθώσουμε να μειωθούν περισσότερο οι δαπάνες και ταυτόχρονα ν’ αυξηθούν οι φόροι. Κάθε φορά που μειώνονται οι κοινωνικές δαπάνες και αυξάνονται οι φόροι, η εθνική οικονομία πλήττεται ακόμη περισσότερο. Πόση ύφεση και πόση λιτότητα μπορεί εν τέλει  να αντέξει μια χώρα;  Είναι δε πράγματι τραγελαφικό για τον Λαό μας ότι η διεθνής κλίκα των οικονομικών τυράννων που σχεδίασε και κατεύθυνε (μαζί με τους εντόπιους  διαχειριστές της) το ξεπούλημα της Πατρίδας μας,  τώρα με … πλέρια «επιστημοσύνη» αναλύει και σχολιάζει την καταβαράθρωση του Ελληνισμού, προβαίνοντας σε προφητείες και «συμβουλές» για τον προεξαγγελμένο μας οικονομικό, κοινωνικό κι  εθνικό θάνατο.

Συνεπώς, η βέβαιη και αναντίρρητη απάντηση στο πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο ανωτέρω ερώτημα (με τις ποικιλόμορφες συστατικές δομικές πτυχές) «Τις ωφελείται;», έχει τουλάχιστον τρείς εμφανείς, «αντανακλαστικά» ωφελημένους αποδέκτες :

Το διεθνές σύμπλοκο του χρηματιστηριακού κεφαλαίου [«αγορές»-κοσμοπολίτες πλουτοκράτες κερδοσκόποι – «παγκόσμιες τράπεζες» – αμερικανικοί εκβιαστικοί «οίκοι αξιολόγησης» τύπου Standard and Poor's, Moody's και Fitch Group]. Αυτό το διεθνές πλουτοκρατικό κεφάλαιο, αφού δημιούργησε την ελεγχόμενη κρίση το 2008 και ρούφηξε αριστοτεχνικά τα λεφτά των φορολογουμένων, συνεχίζει να επιτίθεται με ληστρική λύσσα για ν’ αρπάξει τον πλούτο των Εθνών, σχεδόν ρισκάροντας ενίοτε (λόγω της ακόρεστης απληστίας των αφεντικών του) ακόμη και την επανάληψη ενός «κραχ» αντίστοιχου μ’ εκείνο  του 1929.

Τις  ΗΠΑ, οι οποίες βλέπουν περιχαρείς να εδραιώνονται και πάλι η παγκόσμια ηγεμονική τους θέση κι ο ρόλος τους ως παγκόσμιου δανειστή-τοκογλύφου, ενώ προς στιγμήν αμφισβητήθηκαν και κλονίσθηκαν από τις αλλεπάλληλες ήττες,  αναδιπλώσεις κι άκαρπες στρατιωτικές τους προσπάθειες σε Μέση Ανατολή κι Αφγανιστάν, όπως κι’ από την εσωτερική τους οικονομική επιληψία, (που είναι υπό προσωρινή καταστολή, μόνον επειδή συνεχίζουν να διαγουμίζουν τον πλούτο του πλανήτη).

Την Τουρκία του μεγαλομανούς σκηνοθετημένου «Σουλτάνου» (και «καραμανλικού κουμπάρου») Ερντογάν, που (με πρωτομάστορα τον Νταβούτογλου) σχηματοποίησε και επιδιώκει ασταμάτητα, (ακριβώς όπως οι προκάτοχοί του «σοσιαλφιλελεύθεροι» μισέλληνες πολιτικοί κι οι χουντικοί  πασάδες), να εκμεταλλευτεί παντοιοτρόπως την φανερή μας εθνική εξασθένηση, καθώς και την προϊούσα πολιτική εξαθλίωση και τραγελαφική αστειότητα. Προφανώς λοιπόν η παντοειδής καταρράκωση της Ελλάδος προσδίδει στρατηγική γεωπολιτική ωφέλεια στον προαιώνιο εχθρό μας,  στους Τούρκους, που θα συνεχίσουν να πλήττουν άμεσα. όπου και όποτε μπορούν, τα επιβιωτικά εθνικά μας συμφέροντα   στην Θράκη, στο Αιγαίο πέλαγος και στην μεγαλόνησο Κύπρο.

Είναι βέβαιο και οφθαλμοφανές δεδομένο πως η ξενόφιλη και ξενόδουλη «ελληνική» τάξη των εκλεκτών και προνομιούχων, μετά τον αιματηρό εξευτελισμό των Ιμίων και την ολόψυχη ευχαριστία προς τις ΗΠΑ του τότε «κυβερνώντος ανθρωπάκου», έπαψε άμεσα κι’ απροκάλυπτα να λειτουργεί (έστω προσχηματικά και υποκριτικά) ως εθνική «ελίτ». Αυτή η νεοπαγής και απεθνικοποιημένη κλίκα από «τουρκοπροσκυνημένους δουλοπρίγκηπες», εγκατέλειψε αδιάφορα και φοβικά την εξωτερική κι’ αμυντική πολιτική της Πατρίδας μας στην «προστασία» (κοινώς «νταβατζιλίκι») των ιμπεριαλιστών της  Ουάσιγκτον,  την πολιτική ασφαλείας και τις υπηρεσίες ασφαλείας στην διαχείριση των Αγγλοαμερικανών (ικανοποιώντας έτσι και τα «πρώην» και τα «νυν» αφεντικά της). Συνάμα παρέδωσε ανεπιφύλακτα την οικονομική πολιτική στο νεοεποχίτικο Διευθυντήριο των Βρυξελλών, εξυπηρετώντας  το με διάφορους εντόπιους σοσιαλφιλελεύθερους λογιστές και … σαράφηδές της.

Επιπλέον, σε ολόκληρη την διάρκεια της παρελθούσας 44χρονης «μεταπολιτευτικής» περιόδου συνεχίσθηκε ανενόχλητη η εξαναγκαστική μονοπωλιακή επικυριαρχία της «επαγγελματικής» αριστεράς στο κοινωνικοπολιτικό και ιδεολογικό δρώμενο του τόπου, με τις ευλογίες του καθεστώτος. Επίσης, πάλι με πλουσιοπάροχο σπόνσορα το καθεστώς, καλλιεργήθηκε εντατικά το «μποστάνι» της «ερασιτεχνικής» «επαναστατημένης» ή «οικολογικής» αριστεράς (αντιεξουσιαστές, αναρχικοί, αντιφάδες και «πράσινοι») με λίπασμά του την «επαναστατική τρομοκρατία». Παράλληλα, συρράφτηκε με ύπουλο και εν μέρει αποτελεσματικό τρόπο, μια ευκαιριοκρατική «ακροδεξιά πατριωτική κουρελού», γιά να λειτουργεί ως δεξιό δεκανίκι στους φιλελεύθερους εξουσιαστές και ως «ξώβεργα» γιά όποιον αφελή καλοπροαίρετο πατριώτη αντιδρούσε στα αριστεροδεξιά σκύβαλα. Έτσι απαρτιώθηκε ένα κωμικοτραγικό, δύσοσμο, kitsch και κλιμακωτά ασφυκτικό πολιτικό σκηνικό.

Ένα σκηνικό άριστο γιά να παιχθεί η τελευταία μεταπολιτευτική παράσταση του μπρεχτικού παραλόγου της τάχα «δημοκρατικής» μάσας, μίζας και ρεμούλας, του βολέματος και της εθνοπροδοσίας. Σκηνικό εξαθλίωσης, όπου, όλα τα μέλη του ειδεχθούς θιάσου, πρωταγωνιστές και κομπάρσοι, διαγκωνίζονται ποιός θα είναι πιό εθνοφοβικός, εθνοδιαλυτικός και εν τέλει εθνοπροδότης.

Α. Κωνσταντίνου