Είναι όντως σοβαρή η απειλή σύρραξης στην Κορεάτικη Χερσόνησο;

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017 - 10:04

Είναι όντως σοβαρή η απειλή σύρραξης στην Κορεάτικη Χερσόνησο;

Η εκτόξευση πυραύλων cruise Tomahawk εναντίον συριακής αεροπορικής βάσης, η ρήψη της συμβατικής υπερβόμβας GBU-43 MOAB εναντίον υπογείων εγκαταστάσεων των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και οι πολεμικές απειλές των ΗΠΑ εναντίον της Βορείου Κορέας αναμφίβολα αυξάνουν τον φόβο σε μεγάλη μερίδα του παγκόσμιου πληθυσμού για επικείμενη σύρραξη στην Κορεατική Χερσόνησο, καθώς και σε άλλες εύφλεκτες περιοχές του πλανήτη. Οι εξελίξεις είναι μεν ανησυχητικές, όμως αντί να παρασυρόμαστε από την πολεμική υστερία που κάποιοι εντέχνως προσπαθούν να καλλιεργήσουν, ας εκτιμήσουμε τα γεγονότα ρεαλιστικά και ουχί υπό την σκοπιά των πάσης φύσεως προφητών της αποκάλυψης και της συνωμοσιολογίας.

Αν οι ΗΠΑ ήθελαν πραγματικά να εξωθήσουν την Ρωσία και την Κίνα προς την κατεύθυνση μιας παγκόσμιας σύρραξης εξ αιτίας ή εξ αφορμής του ανισσόροπου καθεστώτος της Πιονγκγιάνγκ, έως τώρα είχαν άπειρες ευκαιρίες για να το πράξουν και ίσως να το είχαν κάνει αν πραγματικά από μια τέτοια σύρραξη θα απέρρεε στρατηγικό όφελος έναντι αυτών των δυο υπερδυνάμεων. Όμως στρατηγικό όφελος για τις ΗΠΑ από μια τέτοια σύρραξη δεν προκύπτει, ούτε καν στα χαρτιά. Στον αντίποδα η Κίνα και η Ρωσία έχουν εξελιχθεί στους μεγαλύτερους πιστωτές της Δύσης και των ΗΠΑ, μαζί με την Ιαπωνία κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου. Η παγκόσμια οικονομική, αλλά και στρατιωτική, βαρύτητα της Κίνας και της Ρωσίας καθημερινά αυξάνεται ενώ αυτή των ΗΠΑ βαίνει μειούμενη, κάτι που προσπαθεί να αποτρέψει ο Τραμπ με την πολιτική του «America First». Βεβαίως και η ρωσοκινεζική οικονομική βαρύτητα δεν αποτελεί εχέγγυο για την αποσόβηση του κινδύνου μιας σύρραξης μεταξύ των υπερδυνάμεων, όμως ας αναλύσουμε τις εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων για να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα.

Πρώτον η επίθεση με πυραύλους cruise εναντίον της συριακής στρατιωτικής βάσης ήταν εξόχως περιορισμένη όσον αφορά την καταστροφική ισχύ αυτής και ουδόλως επηρέασε τα στρατιωτικά τεκταινόμενα στο έδαφος της Συρίας, δεν επηρέασε τις σχέσεις Μόσχας-Δαμασκού ή Μόσχας-Τεχεράνης, πολύ δε περισσότερο δεν οδήγησε σε αντιπαράθεση μεταξύ των υπερδυνάμεων. Η κατάσταση στην κρίση της Συρίας παραμένει θετική υπέρ των δυνάμεων του Άσαντ, δυνάμεις οι οποίες καθημερινά προωθούνται εις βάρος των τρομοκρατών του Ισλαμικού Κράτους. Είναι γνωστό ότι οι μαχητές του ISIS που προέρχονται από δυτικοευρωπαϊκές χώρες ήδη εγκαταλείπουν το έδαφος της Συρίας και επιστρέφουν στην Ευρώπη μεταμφιεσμένοι ως λαθρομετανάστες.

Δεύτερον η ρίψη της υπερβόμβας στο Αφγανιστάν ουδόλως επηρέασε την παγκόσμια γεωπολιτική κατάσταση. Μπορεί μεν η Βόρειος Κορέα να έλαβε το μήνυμα για να πάψει να είναι ο παγκόσμιος πυρηνικός ταραχοποιός, όμως η καταστροφή κάποιων υπόγειων εγκαταστάσεων των Ταλιμπάν στη μέση του πουθενά στο Αφγανιστάν ουδείς υποστηρίζει σοβαρά ότι παίζει ρόλο στην παγκόσμια γεωστρατηγική.

Προς το παρόν λοιπόν αυτό που παραμένει εν ισχύ ως ορατός κίνδυνος ανάφλεξης είναι οι πολεμικές απειλές στην Κορεατική Χερσόνησο, σε ένα σημείο του πλανήτη στο οποίο οι ΗΠΑ φαίνεται να θέλουν να κλιμακώσουν την ένταση. Οι πολεμικές ιαχές όμως της Ουάσιγκτον δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένη ανάληψη δράσης. Ο κατάπλους αμερικανικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή δεν προμηνύει απαραίτητα κάποια πολεμική επιχείρηση, εξ άλλου έχει συμβεί ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν με αφορμή τις ενέργειες του παρανοϊκού σταλινικού μορφώματος της Βορείου Κορέας. Αντί πολεμικής επιχείρησης οι ΗΠΑ κατ’ αρχήν προστρέχουν σε διπλωματική βοήθεια από την Ρωσία και την Κίνα, μάλιστα ο υπουργός Εξωτερικών Rex Tillerson εναπόθεσε τις ελπίδες του για την λύση της κρίσης στον εποικοδομητικό ρόλο και στην θετική στάση που μπορεί να παίξει το Πεκίνου.

Το Πεκίνο από την πλευρά του υποπτεύεται ότι το πραγματικό κίνητρο που κρύβεται πίσω από την αμερικανική επιθετικότητα εναντίον της Β. Κορέας είναι η παρεμπόδιση της στρατηγικής και οικονομικής πορείας του στην Ασία, για αυτό και η αντίδραση του στα τεκταινόμενα αποτελεί την λιγότερη προβλέψιμη πτυχή σε αυτή την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, αν και μέχρι στιγμής δείχνει παραδειγματική διπλωματική νηφαλιότητα προσπαθώντας να πείσει τα δυο μέρη να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις. Υπενθυμίζουμε ότι η Κίνα θεωρεί την σταλινική Β. Κορέα από την εποχή του κορεατικού πολέμου 1950-53 ως σημαντική buffer-zone μεταξύ των συνόρων της και των αμερικανικών στρατευμάτων που στρατοπεδεύουν στην Ν. Κορέα.

Όλα αυτά δεν προμηνύουν προπαρασκευή μιας σύρραξης, αλλά δείχνουν είτε μια ανικανότητα στην διεκδίκηση των όποιων συμφερόντων των ΗΠΑ, αφού αυτά εξαρτώνται από την καλή θέληση της Κίνας ή της Ρωσίας να χαλιναγωγήσει το καθεστώς της Πιονγκγιάνγκ, είτε το σκέλος μιας στρατηγικής που έχει ως στόχο την εσωτερική ατζέντα πολιτικής του Τραμπ. Δηλαδή μπορεί ο κυβερνητικός μηχανισμός του Τραμπ να εκπέμπει μια επιθετική και ίσως αλλοπρόσαλλη δυναμική στην Βόρειο Κορέα, μπορεί να φαίνεται ότι ανασκευάζει όλες τις προεκλογικές του δεσμεύσεις σχετικά με την Κίνα και την Ρωσία, αλλά στην πραγματικότητα η στρατηγική και η τακτική που ακολουθεί είναι η δημιουργία ήσσονος σημασίας προβλημάτων στην Κορεατική Χερσόνησο με τα οποία μπορεί να καταγράψει μια «επιτυχία» στην εξωτερική του πολιτική.

Όμως γιατί χρειάζεται ο Τραμπ μια τέτοια επιτυχία; Διότι αυτή την επιτυχία θέλει να την ανταλλάξει με την προώθηση της ατζέντας του στην εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ, καταλαμβάνοντας τα κάστρα της αμερικανοσιωνιστικής ατζέντας των προκατόχων του (μονοπώλιο χρήματος, Obamacare, μετανάστευση) και φέρνοντας έτσι την κατάσταση υπό τον έλεγχο του, κάτι που δεν έχει καταφέρει υπό την τεράστια πίεση των ΜΜΕ και του Κογκρέσου μέχρι στιγμής.

Η πιθανότερη εξέλιξη της κρίσης θα είναι η αποκλιμάκωση αυτής, τόσο από πλευράς ΗΠΑ όσο και από την Βόρεια Κορέα. Η μεν Πιονγκγιάνγκ είναι μεν παρανοϊκή αλλά δεν έχει αυτοκτονικές τάσεις, η δε Ουάσιγκτον γνωρίζει πολύ καλά ότι ο υποτιθέμενος αντίπαλος δεν μπορεί να την απειλήσει με πυρηνικά ή συμβατικά όπλα, ούτε καν τους συμμάχους της Ιαπωνία και Νότιο Κορέα. Γνωρίζει επίσης η Ουάσιγκτον ότι η αμφισβήτηση της γεωπολιτικής ισορροπίας στην Κορεατική Χερσόνησο μπορεί μεν να έχει θετικά αποτελέσματα στην ατζέντα εσωτερικής πολιτικής, αλλά η σύρραξη στην περιοχή ουδόλως δύναται να της επιφέρει στρατηγικό πλεονέκτημα, έχοντας ως αντιπάλους την Ρωσία και την Κίνα.

Γ. Λιναρδής