Εγκαίνια της Μεγάλης Εκκλησίας της Αγίας του Θεού Σοφίας στην Βασιλεύουσα

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018 - 07:28

Εγκαίνια της Μεγάλης Εκκλησίας της Αγίας του Θεού Σοφίας στην Βασιλεύουσα

Αναφέρουμε σήμερα την επέτειο των κατά την 27η Δεκεμβρίου του έτους 537 μ.Χ. εγκαινίων του Ιερού Ναού της «Αγίας Του Θεού Σοφίας» Κωνσταντινουπόλεως, ενός έργου θαυμαστού, μεγάλου και σπουδαίας συμβολικής μείζονος σημασίας για το Έθνος, έργου που κατεσκευάσθη με εντολή του «θεοστέπτου» αυτοκράτορος Ιουστινιανού Α΄, του καλουμένου και Γιουτπράνδα.

Ο ναός αυτός παραμένει αιώνιο και αθάνατο σύμβολο του Ελληνισμού, της Ορθοδοξίας και του Παγκοσμίου Πολιτισμού, «λαλεί δε εν σιωπή» τα άπειρα μεγαλεία του Θεού.

Στην θέα και μόνον του μεγαλοπρεπούς «παλαιφάτου» ναού, είτε στο άκουσμα της περιφήμου λεκτικής περιφράσεως «Αγιά Σοφιά» ο Ελληνισμός ανακαλεί με πόνο ψυχής στην συλλογική μνήμη του το γεγονός της Αλώσεως της Πόλεως των πόλεων, της Πόλεως του Κωνσταντίνου, κατά το ζοφερόν έτος 1453 μ.Χ. Συνήθως όμως ο Ελληνισμός παραβλέπει ή και αγνοεί το χαρμόσυνο γεγονός των εγκαινίων της «Μεγάλης Εκκλησίας», ως πρωτίστου ναού της πρωτευούσης Βασιλίδος πόλεως της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Ελληνικού Έθνους, εγκαινίων τα οποία έλαβαν χώρα την 27η Δεκεμβρίου του έτους 537 μ.Χ.

Όταν ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Μέγας μετέφερε την πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού κράτους από την επτάλοφο Ρώμη στο Βυζάντιο (324), το οποίον «ένεκα τιμής» για τον ιδρυτή και κτήτορα της νέας πρωτευούσης μετονομάσθη σε Κωνσταντινούπολη και απετέλεσε την «Νέα Ρώμη», απεφάσισε να ανεγείρει εκεί έναν περίλαμπρο θριαμβικό καθεδρικό ναό. Επ’ αυτού υφίσταται διαφωνία μεταξύ των ιστορικών και ειδικότερον ο πολύς εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης ο Σχολαστικός (380 - 440 μ.Χ.) αναφέρει ότι «….την μεγάλην εκκλησίαν έκτισεν, ήτις Σοφία μεν προσαγορεύεται νυν» ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου και διάδοχος αυτού Κωνστάντιος.

Υφίστανται βεβαίως ιστορικές μαρτυρίες ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος έκτισε προηγουμένως δύο ναούς επ’ ονόματι των φερομένων «Θείων Ιδιοτήτων» του Μονογενούς Υιού - Λόγου του Θεού, ήτοι τους ναούς της «Αγίας Ειρήνης» (δηλαδή της «Ειρήνης του Θεού») και της «Αγίας Δυνάμεως» (δηλαδή της «Δυνάμεως του Θεού»). Ως τρίτο ναό επεθύμησε να ανεγείρει εκείνον της «Υπάτης Σοφίας του ενσάρκου Μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού» και προς τούτο ο ναός απεκλήθη Μεγάλη Εκκλησία «της Του Θεού Σοφίας».

Ανεξαρτήτως της όποιας διχογνωμίας των ιστορικών περί της ανεγέρσεως του ναού από τον Μέγα Κωνσταντίνο ή τον υιό και διάδοχόν του Κωνστάντιο, τα εγκαίνια αυτού και η «καθιέρωσή» του στο όνομα του ενσαρκωθέντος Λόγου - Χριστού έλαβαν χώρα την 15ην Φεβρουαρίου του 360 μ.Χ. ενώ ως επίσημη «εόρτιος ημέρα» της νεοδμήτου Εκκλησίας ορίσθηκε η 25η Δεκεμβρίου επειδή τιμάται η κατά σάρκα γέννηση του Χριστού.

Ο ναός αυτός είχε την μορφή της τρικλίτου ή πεντακλίτου (με τρία ή πέντε κλίτη – διαχωριστικούς διαδρόμους), «ξυλοστεγούς» Βασιλικής και για πρώτην φορά ο Εκκλησιαστικός Ιστορικός Σωκράτης καθιέρωσε την ονομασία «Μεγάλη Εκκλησία», προφανώς επειδή επρόκειτο για έναν εξόχως περίλαμπρο ναό, αλλά και αποδίδοντα ως «Σοφία» την θεία ιδιότητα του ενσαρκωμένου Υιού του Θεού. [Σημειωτέον το γεγονός ότι, επειδή το κτίσμα αυτό απετέλεσε τον καθεδρικό ναό της πρωτευούσης της Αυτοκρατορίας και την ιερά καθέδρα της «Μητρός Εκκλησίας» Κωνσταντινουπόλεως, προσέδωσε δε τον τίτλο της «Μεγάλης Εκκλησίας» στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίον έως και σήμερα ονομάζεται και «Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία»].

Ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα που συνδέεται ιστορικώς με τη Μεγάλη Εκκλησία είναι η επικράτηση του εθίμου να στέφονται εντός του ναού οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, αφ’ ότου για πρώτην φορά ο νικητής των Βανδάλων Αυτοκράτωρ Λέων Α΄ ο Θραξ έλαβε το στέμμα από τα χέρια του Πατριάρχου στην Μεγάλη Εκκλησία το 457 μ.Χ.

Στις 20 Ιουνίου του 404 μ.Χ. ο Αυτοκράτωρ Αρκάδιος (κατ’ απαίτηση της δολίας συζύγου του Ευδοξίας) εξόρισε τον Αρχιεπίσκοπο τότε Κωνσταντινουπόλεως μετέπειτα Άγιον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, οπότε οι εξαγριωμένοι οπαδοί του Αρχιεπισκόπου, οι λεγόμενοι «Ιωαννίται», επυρπόλησαν την Εκκλησία. Ο δεύτερος ναός της Του Θεού Σοφίας ανοικοδομήθηκε αμέσως υπό του αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Β΄ και η νέα Εκκλησία, στον ίδιον αρχιτεκτονικό τύπο της ξυλοστεγούς Βασιλικής εγκαινιάσθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 415 μ.Χ. Στις 15 Ιανουαρίου του 532 εξεδηλώθη στην Κωνσταντινούπολη η μεγάλη λαϊκή εξέγερση, γνωστή ως «Στάση του Νίκα», η οποία απείλησε να ανατρέψει τον Ιουστινιανό. Αυτός διασωθείς από τον βέβαιο θάνατο απεφάσισε να ανεγείρει νέα Εκκλησία, επειδή οι στασιαστές επυρπόλησαν και κατέστρεψαν ολοσχερώς την υπάρχουσα Μεγάλη Εκκλησία.

Ο Ιουστινιανός επέλεξε τον Ανθέμιο τον Τραλλιανό (474 – 534/ Έλλην από την Σελεύκεια της Καρίας που εργάσθηκε ως γεωμέτρης και αρχιτέκτων στην Κωνσταντινούπολη) και τον Ισίδωρο τον Μιλήσιο (Έλλην μαθηματικός, μηχανικός και αρχιτέκτων) για να εκπονήσουν τα σχέδια και να διευθύνουν την επίβλεψη των εργασιών ανοικοδομήσεως της Μεγάλης Εκκλησίας. Η ανοικοδόμηση άρχισε στις 23 Φεβρουαρίου του 532 μ.Χ. και ολοκληρώθηκε σε 5 έτη και 10 μήνες, οπότε στις 27 Δεκεμβρίου του 537 μ.Χ. έγιναν τα εγκαίνιά της.

Για την ανοικοδόμηση του ναού εργάσθηκαν 10.000 άνδρες και εδαπανήθη το ασύλληπτο για την εποχή ποσόν των 320 κεντηναρίων, ήτοι ποσόν 3.600.000 χρυσών αγγλικών λιρών, δηλαδή με τρέχουσες τιμές περίπου 908.028.000 ευρώ. Συμφώνως με τις μαρτυρίες των χρονογράφων όταν ο Αυτοκράτωρ συνοδευόμενος από τον Πατριάρχη Μηνά εισήλθε από τις Βασιλικές Πύλες στον εσωτερικό ναό, εθαύμασε το πράγματι περίλαμπρο κάλλος του, ανήλθε στον άμβωνα και εκτείνων τα χέρια του προς τον ουρανό ανεφώνησε : «Δόξα τω Θεώ, τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι. Νενίκηκά σε, Σολομών». Όπως αναφέρεται στις ιστορικές πηγές, κατά την ημέρα των εγκαινίων, ήταν τόσος ο ενθουσιασμός του Αυτοκράτορος Ιουστινιανού ώστε διέταξε για τις πάνδημες εκδηλώσεις και την δημοσία ευτυχία να σφαγιασθούν χίλια βόδια, έξι χιλιάδες πρόβατα, επτακόσια ελάφια, χίλιοι χοίροι και δέκα χιλιάδες όρνιθες, ενώ διενεμήθησαν επίσης στους πτωχούς και τριάντα χιλιάδες μόδιοι σίτου (περίπου 600.000 κιλά).

Ο αξιοθαύμαστος αυτός αυτοκρατορικός ναός, ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό ρυθμό της «τρουλαίας» Βασιλικής με τον σχεδόν «αχειροποίητο τρούλο», με τους πολυχρώμους κίονες έχοντες περίτεχνα κιονόκρανα, διαθέτει απαράμιλλης καλλιτεχνικής τεχνοτροπίας ψηφιδωτά αλλά και την σαγηνευτική «ορθομαρμάρωση», (δηλαδή επένδυση των τοίχων του οικοδομήματος με πλάκες μαρμάρου) είχε χωρητικότητα 23.000 ανθρώπων. Υπήρξεν όντως το «Μέγα Μοναστήρι» των θρύλων και δημωδών ασμάτων, χώρος όπου ηχούσαν μέχρι την Άλωση (1453 μ.Χ.) δεκάδες καμπάνες και εκατοντάδες σήμαντρα, ενώ υπηρετούσαν δεκάδες δεκάδων ιερείς, διάκονοι, υποδιάκονοι, διακόνισσες, ψάλτες, αναγνώστες και πυλωροί οι οποίοι αρχικά ήσαν 525 και ολίγον προ της Αλώσεως ανήρχοντο σε 800. Όσον αφορά στα περίλαμπρα και περίτεχνα ψηφιδωτά της Εκκλησίας πρέπει να αναφέρουμε την ένθρονη «Πλατυτέρα των ουρανών» στην κόγχη του Ιερού Βήματος, το τρίπτυχον όπου ο Θεάνθρωπος έχει εκατέρωθέν του την Υπεραγία Θεοτόκο και τον Τίμιο Πρόδρομο σε στάση ικετευτική, την τριπρόσωπο παράσταση της προσφοράς στην ένθρονη Θεοτόκο από τον Μέγα Κωνσταντίνο της Βασιλευούσης Πόλεως από δε τον Ιουστινιανό του ναού της Του Θεού Σοφίας. Επίσης τις τριπροσώπους παραστάσεις της ισταμένης Βρεφοκρατούσης Παναγίας εχούσης εκατέρωθεν αυτής τον Αυτοκράτορα Ιωάννη τον Πορφυρογέννητο και την σύζυγό του Αυγούστα Ειρήνη, του ενθρόνου Χριστού πλαισιουμένου από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ τον Μονομάχο και την σύζυγό του Αυγούστα Ζωή, τις μορφές των πτεροφόρων Αγγέλων, τις παραστάσεις Ιεραρχών, (όπως του Ιερού Χρυσοστόμου και του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου), καθώς και την μοναδική παράσταση με τον ένθρονο Χριστό έχοντα προ των ποδών του γονυπετή και δεόμενο τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄ τον Σοφό, (αυτός αφιέρωσε αυτήν την ψηφιδογραφία για να εκφράσει την μετάνοιά του για το αμάρτημα της τετραγαμίας, οπότε γι’ αυτό ο Πατριάρχης Νικόλαος ο Α΄ ο Μυστικός του επέβαλε βαρύ επιτίμιο, απαγορεύων την είσοδό του στον ναό).

Είκοσι έτη μετά τα πρώτα εγκαίνια, στις 14 Δεκεμβρίου του 557 μ.Χ., ένας ισχυρός σεισμός συνεκλόνισε την Κωνσταντινούπολη, ο τρούλος του ναού κατέπεσε, συνέτριψε την αψίδα παρά τον άμβωνα, τον ίδιο τον άμβωνα, το κιβώριο (κατασκευή με θολωτό σχήμα που τίθεται επάνω από την Αγία Τράπεζα του ιερού) και την Αγία Τράπεζα. Η αποκατάσταση του ναού από τον αρχιτέκτονα Ισίδωρο τον Νεότερο (ανεψιό του Ισιδώρου του Τραλλιανού), έγινε σε πέντε έτη, επτά μήνες και δεκαεπτά ημέρες. Επειδή είχε καταστραφεί η Αγία Τράπεζα, ο ναός έπρεπε να εγκαινιασθεί εκ νέου. Τα εγκαίνια έλαβαν χώρα από τον Πατριάρχη Ευτύχιο, στις 24 Δεκεμβρίου του 563 μ.Χ. Έκτοτε και μέχρι την Άλωση τα θυρανοίξια του ναού εορτάζοντο στις 22 Δεκεμβρίου και στις 23 του αυτού μηνός η ανάμνηση των εγκαινίων.

Για την ημέρα των εγκαινίων εγράφησαν δύο τροπάρια : Ένα για την Υπεραγία Θεοτόκο ως προστάτιδα πολιούχο και πνευματική έφορο της Κωνσταντινουπόλεως όπου αναφέρεται: «Η Πόλις σου, Θεοτόκε, η εν σοι βασιλεύουσα μεγάλων λυτρωθείσα δια σου περιστάσεων σοι ύμνων ευχαριστίας προβάλλεται» και ένα για τον Χριστό, στον οποίον ήταν αφιερωμένος ο ναός εξ αρχής και στο οποίον ο χορός δέεται: «Την Πόλιν ημών, Κύριε, ως της οικουμένης οφθαλμόν εκ πάσης σου δικαίας απειλής ελευθέρωσον και τοις σκήπτροις της βασιλείας αυτής δια παντός κατακόσμησον, βαρβάρων αποστροφήν και κινδύνων απαλλαγήν δια της Θεοτόκου δωρούμενος».

Ο ιστορικός Προκόπιος ο Καισαρεύς [(500 - 565) ένας εξέχων Βυζαντινός λόγιος από την Παλαιστίνη. Ακολουθών ως γραμματεύς τον στρατηγό Βελισάριο στους πολέμους του Ιουστινιανού, ο Προκόπιος συνέγραψε δύο κύρια ιστορικά έργα, ένα σχετικά με τους πολέμους της περιόδου 527 - 554 (Υπέρ των πολέμων λόγοι) και ένα σχετικώς με το οικοδομικόν έργο του Ιουστινιανού στην επικράτεια της Αυτοκρατορίας («Περί Κτισμάτων»)] αναφέρει με μύχιο θαυμασμό ότι, ο τεράστιος τρούλος του ναού καθώς λούεται στο άπλετο φως που εισέρχεται από τα παράθυρα τα οποία ευρίσκονται στην βάση του, «δίδει την εντύπωση ότι είναι ένα τμήμα ουρανού που κρέμεται στη γη». Παρά το γεγονός ότι οι Οθωμανοί κατακτητές προσεπάθησαν να επιτύχουν κάτι ανάλογο στους θόλους των τζαμιών τους, εντούτοις ο τρούλος της Αγίας Σοφίας παραμένει ανεπανάληπτος. Προκαλεί τεραστίαν έκπληξη το γεγονός της υπερ-ανθεκτικής τοιχοδομίας του ναού παρά τους πολλούς σεισμούς οι οποίοι επί αιώνες εσυνέβησαν στο έδαφος της σεισμογενούς Κωνσταντινουπόλεως. Οι ειδικοί επισημαίνουν πως ότι το μέγα μυστικό για τον τρόπον με τον οποίον εκτίσθη ο ναός της είναι το υλικό της τοιχοποιίας : Ένα είδος πυριμάχου τούβλου, που είναι δώδεκα φορές ελαφρύτερο του κανονικού και αντέχει στην δυναμική φόρτιση που προκαλεί ο σεισμός. Διεπιστώθη επίσης ότι η το κονίαμα που εχρησιμοποιήθη, απετελείτο από ημικρυσταλλωθέν υλικό το οποίον έχει την ιδιότητα να «απορροφά» την ενέργεια του σεισμού, ενώ λέγεται επίσης ότι ο ασβέστης «ζυμώθηκε με λάδι αντί για νερό».

Ο πράγματι αιωρούμενος τρούλος, με διάμετρο 33 μέτρα (!) και ύψος (σήμερα) 13,80 μέτρων, σκέπει τον έχοντα περίπου σχήμα κύβου ναό, εδράζεται δε επί τεσσάρων μεγάλων «τόξων» τα οποία στηρίζονται σε τέσσαρες τεραστίους «πεσσούς» (κτιστοί τετράγωνοι στύλοι) που απέχουν ο ένας από τον άλλο 31 μέτρα. Γενικώς ο ναός έχει μήκος 92 μέτρα, πλάτος 74 μέτρα και ύψος 13,80 μέτρα, ενώ στον εσωτερικό του χώρο, ημπορεί να εγκολπώσει ολόκληρον το ναό της Παναγίας των Παρισίων !

Κατά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Λατίνους στην διάρκεια της Δ΄ Σταυροφορίας μετετράπη σε Λατινική Εκκλησία (1204-1261) και υπέστη πολλές καταστροφές, αλλοιώσεις και κλοπές από τους συμπλεγματικούς και βουλιμικούς, μισορθοδόξους παπικούς. Από το 1453 έως και το έτος 1934 λειτούργησε ως τέμενος, οπότε ο Κεμάλ Πασάς το μετέτρεψε σε μουσείο .Στη διάρκεια της λειτουργίας του ως τέμενος, ο ναός υπέστη πλείστες όσες εσωτερικές και εξωτερικές αλλοιώσεις, μεταξύ δε αυτών ήταν και η επικάλυψη των μοναδικών ψηφιδωτών τα οποία επιχρίσθηκαν με κονίαμα, επειδή το Ισλάμ ως αβρααμική ανεικονική θρησκεία απαγορεύει κάθε απεικόνιση των ιερών προσώπων. Επραγματοποιήθησαν επίσης κατά καιρούς με εντολή των Οθωμανών Σουλτάνων πολλές εργασίες επισκευής και συντηρήσεως του όλου οικοδομήματος.

Ο Σουλτάν Αμπντουλμετζίτ ο Α’ κατά το έτος 1847 ανέθεσε την συντήρηση του κτίσματος στους διασήμους Ιταλο-Ελβετούς αρχιτέκτονες Gaspare και Giuseppe Fossati, οι δε εργασίες διήρκεσαν επί δύο έτη (1847-1849). Οι δυο αδελφοί απέξεσαν το κονίαμα και απεκάλυψαν τα ψηφιδωτά, τα οποία, αφού ενετόπισαν, κατέγραψαν, εσυντήρησαν και εμελέτησαν, δυστυχώς τα επεκάλυψαν και πάλιν, αλλά η σημαντική αυτή μελέτη εβοήθησε τους κατοπινούς ερευνητές και αρχαιολόγους να εντοπίσουν και να αποκαλύψουν προσφάτως και άλλα από τα ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας.

Τα περί του αρχιτεκτονικού σχεδίου βάσει του οποίου ανηγέρθη η Μεγάλη μας Εκκλησία διασώζει ένας θρακικός θρύλος, (τον οποίον διασώζει στις μελέτες του ο Πατήρ της Εθνικής Λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης) που αναφέρει χαρακτηριστικώς: «Όταν ο Βασιλεύς αποφάσισε να χτίσει την Αγιά Σοφιά στην Πόλη, κανείς τεχνίτης δεν μπόρεσε να του παρουσιάσει σχέδιο που να του αρέσει. Και όταν μια φορά πήγε να λειτουργηθεί ο Βασιλεύς και απόλυκε (ετελείωσε) η Εκκλησία, κει που έπαιρνε τ’ αντίδωρο χάμω. Σκύβει να το πάρει, δεν το βρίσκει. Όταν άξαφνα βλέπει μια μέλισσα με τ’ αντίδωρο στο στόμα να πετά από το παράθυρο. Βγάνει διαταγή, όποιος έχει μελίσσια να τα τρυγήσει, για να βρεθεί τ’ αντίδωρο. Και άλλος κανείς δεν το ‘βρε παρ’ ή ο Πρωτομάστορας, που σ’ ένα κυψέλι είδε αντί για κερήθρα μια Πανώρια Εκκλησία πελεκητή και στην Αγία Τράπεζά της το αντίδωρο. Την είχε φτειασμένη η μέλισσα με τη χάρη του αντίδωρου της προσφοράς. Αυτή την Εκκλησιά επαρουσίασε ο πρωτομάστορας στο Βασιλέα, και ίδια μ’ αυτήν έκαμαν την Αγιά Σοφιά».

Σε μιαν άλλη ιστορική πηγή κάποιου «Ανωνύμου», [την οποίαν μετέφρασε ο ομότιμος καθηγήτης της Βυζαντινής Φιλολογίας στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης Θεοχάρης Δετοράκης, στο βιβλίον του «Αγία Σοφία: Ο ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας»,εκδόσεις Alter - Ego ΜΜΕ Α.Ε.,2008] αναφέρονται με ιδιαιτέρα λεπτομέρεια τα όσα ενήργησε ο Ιουστινιανός για την ανέγερση του ναού, καθώς και τα πολυτελή αφιερώματα που προσέφερε. Γράφει λοιπόν ο εν λόγω «Ανώνυμος» συγγραφεύς τα εξής αποκαλυπτικά :

«Απέστειλε (ο Ιουστινιανός) διαταγή στους στρατηγούς, στους διοικητές των επαρχιών, στους εκπροσώπους των δικαστικών και των οικονομικών υπηρεσιών, να αναζητήσουν όλοι αυτοί για να βρουν κίονες και κιονόκρανα, πλάκες και άβακες και κιγκλιδώματα θυρών και παραθύρων, και κάθε λογής υλικό κατάλληλο για την ανέγερση ναού. Όλοι αυτοί που έλαβαν τη βασιλική εντολή έστελναν στον Βασιλιά Ιουστινιανό από όλες τις επαρχίες της ανατολής και της δύσης, του βορρά και του νότου, και από όλα τα νησιά, υλικά από παλαιούς ειδωλολατρικούς ναούς, από λουτρά και άλλα οικοδομήματα. Τους οκτώ ρωμαϊκούς κίονες, καθώς μαρτυρεί ο Πλούταρχος, αρχιγραμματέας και επιστολογράφος του Ιουστινιανού, απέστειλε με πλοίο από τη Ρώμη μια χήρα γυναίκα, ονομαζόμενη Μαρκία, που τους είχε στην κατοχή της. Ήσαν κίονες του ναού του Ηλίου, που τον έκτισε στη Ρώμη ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός, αυτός που αργότερα κατέφυγε στην Περσία. Αυτή λοιπόν η προαναφερθείσα Μαρκία έγραψε στον Βασιλιά Ιουστινιανό τα ακόλουθα: “αποστέλλω κίονες ίσους στο μήκος, στο πλάτος και στο βάρος για τη σωτηρία της ψυχής μου”. Τους οκτώ πράσινους, που είναι αληθινά αξιοθαύμαστοι, τους μετέφερε από την Έφεσο ο στρατηγός Κωνσταντίνος. Από τους υπόλοιπους κίονες άλλοι μεταφέρθηκαν από την Κύζικο, άλλοι από την Τροία, άλλοι από τα νησιά των Κυκλάδων. Και αρκετά άλλα υλικά συγκεντρώθηκαν. Και χρειάστηκαν επτάμισι χρόνια για να συγκεντρωθούν αυτά τα υλικά….Αφιέρωσε ακόμη ο Ιουστινιανός σκεύη ολόχρυσα των δώδεκα εορτών, ιερά Ευαγγέλια, ραντιστήρια, δοχεία αγιασμού, δίσκους, δισκοπότηρα. Κι όλα ήταν ολόχρυσα με πολύτιμα πετράδια. Το σύνολο των ιερών σκευών ήταν χίλια. Και ακόμη τριακόσια χρυσά σωληνωτά άμφια στολισμένα με πετράδια, για να χρησιμοποιούν οι ιερείς ιδιαίτερα σε κάθε εορτή. Μια χιλιάδα ήταν και τα ποτηροκαλύμματα και τα διακοκαλύμματα, ολόχρυσα και αυτά με μαργαριτάρια και πολύτιμους λίθους. Εικοσιτέσσερα Ευαγγέλια που ζύγιζαν το καθένα δύο κεντηνάρια. Τριάντα έξι ολόχρυσα θυμιατά, στολισμένα με πετράδια, τριακόσιους χρυσούς λύχνους, που καθένας είχε βάρος σαράντα λίτρες, έξι χιλιάδες πολυκάνδηλα και μικρότερα κανδήλια ολόχρυσα στον νάρθηκα, στον άμβωνα, στο ιερό βήμα και στους δύο γυναικωνίτες. Αφιέρωσε ακόμη σταυρούς χρυσούς στολισμένους με κάθε λογής πολύτιμα πετράδια, έτσι ώστε ο καθένας να αξίζει οκτώ κεντηνάρια. Και δύο μανουάλια ολόχρυσα, με πετράδια και με πολύ μεγάλα μαργαριτάρια, που άξιζαν το καθένα πέντε κεντηνάρια. Και άλλα δύο μανουάλια τεράστια στο μέγεθος, γλυπτά από ολόλευκο μάρμαρο. Τα πόδια τους ήταν ολόχρυσα, και άξιζαν ένα κεντηνάριο το καθένα. Έκαμε ακόμη και άλλα πενήντα μεγάλα ασημένια μανουάλια (για τον Κυρίως ναό) και άλλα διακόσια ασημένια στο ύψος του ανθρώπου, για να τοποθετηθούν στο ιερό, γύρω από την Αγία Τράπεζα».

Ο Νικόλαος Πολίτης αναφερόμενος στην Άλωση διασώζει επίσης και τα περί της Αγίας Τραπέζης της Αγίας Σοφίας γράφων: «Την ημέρα που πάρθηκεν η Πόλη έβαλαν σ’ ένα καράβι την Αγία Τράπεζα, να την πάνε στη Φραγκιά, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Εκεί όμως στη θάλασσα του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και η Αγία Τράπεζα εβούλιαξε στον πάτο. Στο μέρος εκείνο η θάλασσα είναι λάδι, όση θαλασσοταραχή κι αν είναι γύρω. Και το γνωρίζουν το μέρος αυτό από τη γαλήνη που είναι πάντα εκεί και από την ευωδία που βγαίνει. Πολλοί μάλιστα αξιώθηκαν να την ιδούν στα βάθη της θάλασσας. Όταν θα πάρουμε πάλι την Πόλη, θα βρεθεί και η Άγια Τράπεζα και θα τη στήσουν στην Αγιά Σοφιά, να γίνουν σ’ αυτήν τα εγκαίνια».

Εν τούτοις, παρά τον ζόφο δουλείας αιώνων, στις 19 Ιανουαρίου του 1919 ο Κρητικός πατήρ Ελευθέριος Νουφράκης από τις Αλώνες Ρεθύμνου (1872-1941), ο οποίος υπηρετούσε ως στρατιωτικός ιερεύς στην Β΄ Μεραρχία, μιαν εκ των δύο ελληνικών Μεραρχιών που είχαν σταλεί στην εκστρατεία της Κριμαίας κατά των Μπολσεβίκων, ευρέθη στην υπό «συμμαχική επικυριαρχία» Βασιλεύουσα και «επιθυμίαν επεθύμησε» να τελέσει την αναίμακτο θεία λειτουργία στην τελούσα «εν αιχμαλωσία» Μεγάλη Εκκλησία του Γένους, η οποία λειτουργούσε ως τέμενος. Ευδόκησε λοιπόν ο Παντοδύναμος και ομού μετά τεσσάρων άλλων παρισταμένων Ελλήνων Αξιωματικών (τον ταξίαρχο Φραντζή, τον ταγματάρχη Λιαρομάτη, τον λοχαγό Σταματίου και τον υπολοχαγό Νικολάου) ετέλεσε με κίνδυνο της ζωής του την θεία λειτουργία στο ναό και ολοκλήρωσε την θρυλική «μισοτελειωμένη λειτουργία» κατά την ημέραν της Αλώσεως.

Το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι είναι ο παλαιότερος θρήνος για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, όπου αναφέρεται η Μεγάλη Εκκλησία του Γένους. Πιθανόν προέρχεται από την Κρήτη. Ευρέθη σε χειρόγραφό του 15ου αιώνος· ο τίτλος του ήταν: «Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης». Ανήκει στη δευτέρα περίοδο (1453-1821) της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και δη στο ιστορικόν είδος. Στην κατωτέρω μορφή του εδημοσιεύθη το 1914 από τον Νικόλαο Πολίτη στην συλλογή του «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού».

Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆς, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια,
σημαίνει κι ἡ Ἁγιά-Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι,
μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἑξήντα δυὸ καμπάνες,
κάθε καμπάνα καὶ παπᾶς, κάθε παπᾶς καὶ διάκος.

Ψάλλει ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης,
κι ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν ψαλμουδιὰ ἐσειόντανε οἱ κολόνες.
Νὰ μποῦνε στὸ χερουβικὸ καὶ νά ῾βγει ὁ βασιλέας,
φωνὴ τοὺς ἦρθε ἐξ οὐρανοῦ κι ἀπ᾿ ἀρχαγγέλου στόμα:
«Πάψετε τὸ χερουβικὸ κι ἂς χαμηλώσουν τ᾿ Ἅγια,
παπάδες πᾶρτε τὰ ἱερὰ καὶ σεῖς κεριὰ σβηστῆτε,
γιατί ῾ναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει.

Μόν᾿ στεῖλτε λόγο στὴ Φραγκιά, νὰ ῾ρθοῦν τρία καράβια,
τό ῾να νὰ πάρει τὸ σταυρὸ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ βαγγέλιο,
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο, τὴν ἅγια Τράπεζά μας,
μὴ μᾶς τὴν πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μᾶς τὴ μαγαρίσουν».

Ἡ Δέσποινα ταράχτηκε καὶ δάκρυσαν οἱ εἰκόνες.
«Σώπασε κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴ πολυδακρύζῃς,
πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ῾ναι».

Α. Κωνσταντίνου