Domique Venner - Η ζωή, η δράση και το τέλος που συντάραξε την Γαλλία: Έξι χρόνια από τον θάνατο ενός στοχαστή της Ευρώπης

Τρίτη, 21 Μαΐου 2019 - 22:32

Domique Venner - Η ζωή, η δράση και το τέλος που συντάραξε την Γαλλία: Έξι χρόνια από τον θάνατο ενός στοχαστή της Ευρώπης

Ο Dominique Venner (που γεννήθηκε στις 16 Απριλίου 1935 στο Παρίσι και πέθανε εκεί στις 21 Μαΐου 2013), ήταν Εθνικιστής ιστορικός, φιλόσοφος, δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος. Υπήρξε μέλος της θρυλικής «Οργάνωσης του Μυστικού Στρατού» («Organisation de l' Armée Secrète» - OAS). Αργότερα απεχώρησε από την ενεργό πολιτική και επικεντρώθηκε σε μια σταδιοδρομία ως ιστορικός.

Ειδικεύθηκε στην στρατιωτική και πολιτική ιστορία, αλλά και στα έργα του Ernst Jünger. Την εποχή του θανάτου του, ήταν ο συντάκτης του διμηνιαίου ιστορικού περιοδικού «La Nouvelle Revue d'Histoire». Στις 21 Μαΐου 2013, ο Venner αυτοκτόνησε μέσα στον καθεδρικό ναό των Παρισίων Notre Dame για να διαμαρτυρηθεί ενάντια στη φυλετική και πολιτιστική κατάπτωση της Ευρώπης, σε αλληλεγγύη με τη Γαλλική Άνοιξη «Διαδήλωση για όλους» («La Manif pour tous», μαζικές διαμαρτυρίες που έλαβαν χώρα το 2013 στην Γαλλία ενάντια στη νομοθεσία που επέτρεπε τον γάμο ομοφυλοφίλων. Ήσαν οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις στη Γαλλία εδώ τις τελευταίες πέντε δεκαετίες.)

Γιός ενός αρχιτέκτονα, μέλους του «Λαϊκού Γαλλικού Κόμματος» (PPF) του Doriot, κατετάγη εθελοντικά και πολέμησε ως αλεξιπτωτιστής στον πόλεμο της Αλγερίας μέχρι τον Οκτώβριο του 1956. Μετά την επιστροφή του στη Γαλλία εντάχθηκε στο κίνημα «Νέο Έθνος». Μετά την σοβιετική καταστολή της ουγγρικής επανάστασης του 1956, συμμετείχε στην καταστροφή των γραφείων του Κομμουνιστικού Κόμματος στις 7 Νοεμβρίου 1956. Βοήθησε στην ίδρυση του βραχυβίου «Εθνικού Κόμματος» και συμμετείχε στο δυναμικό «Λαϊκό Κίνημα της 13ης Μαΐου» με επικεφαλής τον στρατηγό Chassin. Ως μέλος της OAS, φυλακίστηκε επί 18 μήνες στη φυλακή La Santé ως «πολιτικά ανεπιθύμητος». Ελευθερώθηκε το 1962.

Μετά την απελευθέρωσή του το φθινόπωρο του 1962, ο Venner έγραψε ένα πολιτικό μανιφέστο με τίτλο «Προς μια θετική κριτική», το οποίο παραλληλίσθηκε ως το ανάλογο για την άκρα δεξιά του «Τι πρέπει να κάνουμε» του Λένιν. Στο μανιφέστο, ο Venner διερεύνησε τους λόγους της αποτυχίας του πραξικοπήματος του Απριλίου του 1961 και του διαχωρισμού που υπάρχει μεταξύ «εθνικοφρόνων» και «εθνικιστών», ενώ ζήτησε τη δημιουργία μιας ενιαίας επαναστατικής και Εθνικιστικής οργάνωσης, η οποία θα είναι «μονολιθική και ιεραρχική», αποτελούμενη από νέους, «πειθαρχημένους και αφοσιωμένους» Εθνικιστές αγωνιστές που θα είναι έτοιμοι για «μάχη».

Τον Ιανουάριο του 1963, δημιούργησε (μαζί με τον Alain de Benoist) ένα κίνημα και ένα περιοδικό με τίτλο «Ευρώπη – Δράση», τα οποία αργότερα διηύθηνε. Συνέχισε ιδρύοντας τις «Εκδόσεις Saint-Just», που λειτουργούσαν παράλληλα με την «Ευρώπη-Δράση» και αποτελούντο από Εθνικιστές, μέλη της «Εθνικής Ομοσπονδίας Φοιτητών» (FEN), πρώην μέλη της ΟΑΣ, νεαρούς αγωνιστές μαχητές και πρώην «Συνεργάτες», όπως ο συγγραφέας Lucien Rebatet. Ήταν μέλος της «Ομάδας Έρευνας και Μελέτης για τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» («Groupement de Recherche et d' Études pour la civilization européenne –GRECE») από την αρχή της μέχρι τη δεκαετία του '80. Δημιούργησε επίσης, το 1970, το «Ινστιτούτο Δυτικών Σπουδών-ΙΕΟ» και την επιθεώρησή του «Πόλη – Ελευθερία». Το IEO εργάσθηκε παράλληλα και σε συνεργασία με την GRECE και προσέλκυσε πολυάριθμους διανοούμενους. Ήταν αντι-κομμουνιστικό, αντίθετο με την «διανοητική υπονόμευση» του Έθνους και υποστήριζε τις «Δυτικές αξίες». Αυτοδιαλύθηκε το 1971, ενώ τον ίδιο χρόνο ο Venner διέκοψε όλες τις πολιτικές του δραστηριότητες, ώστε να επικεντρωθεί στην καριέρα του ως ιστορικός.

Ο Venner ήταν ειδικός στον τομέα των όπλων και του κυνηγιού, έγραψε δε διάφορα βιβλία και για αυτά τα θέματα. Τα κύρια ιστορικά του έργα ήσαν τα εξής: «Baltikum» (1974), «Ο λευκός ήλιος των κατεστραμμένων» (1975), «Η επαναστατημένη καρδιά» (1994), «Gettysburg» (1995), «Οι Λευκοί και οι Κόκκινοι» (1997), «Ιστορία της Συνεργασίας» (2000) και «Ιστορία της τρομοκρατίας» (2002).Το 1981, το βιβλίο του «Ιστορία του Κόκκινου Στρατού» κέρδισε το πολύτιμο «Βραβείο της ιστορίας Broquette-Gonin», που απονέμεται από την Γαλλική Ακαδημία.

Το 1995, ο Venner δημοσίευσε την «Κριτική Ιστορία της Αντίστασης», η οποία υπογράμμισε την ισχυρή επιρροή και παρουσία των Γάλλων Εθνικιστών στην Αντίσταση (συχνά αποκαλούμενων «αντιστασιακοί του Βισύ»). Το έργο επικρίθηκε έντονα, επειδή δεν έθιγε καθόλου τη στάση του Εθνικού Κυβερνήτη του Βισύ Στρατάρχη Pétain απέναντι στην Αντίσταση.

Το 2002, ο Venner έγραψε το «Ιστορία και Παράδοση των Ευρωπαίων», στο οποίον ανέφερε τις κοινές πολιτιστικές βάσεις του ευρωπαϊκού πολιτισμού και περιέγραψε τη θεωρία του για την «παραδοσιοκρατία» (έννοια που, μεταξύ άλλων, κρίνει αξιολογικά τις ιδιαιτερότητες κάθε κοινωνίας και πολιτισμού). Έλεγε χαρακτηριστικά: «Ιλιάδα και Οδύσσεια είναι η Βίβλος της Ευρώπης»!

Υπήρξε αρχισυντάκτης του περιοδικού «Μελέτη ιστορίας» μέχρι τη διάλυσή του στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Το 2002, δημιούργησε το περιοδικό «La Nouvelle Revue d'Histoire» («Η νέα ιστορική επιθεώρηση»), ένα διμηνιαίο περιοδικό αφιερωμένο σε ιστορικά θέματα. Συμμετείχε επίσης σε ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα στον δεξιό ραδιοσταθμό εθνικής εμβελείας «Ράδιο Ευγένεια».Τέλος, μερικά βιβλία του μεταφράσθηκαν στην αγγλική, γερμανική, ισπανική, πορτογαλική και ιταλική γλώσσα.

Στις 21 Μαΐου 2013, περίπου στις 4 μμ., ο Venner αυτοκτόνησε με πυροβόλο όπλο στον καθεδρικό ναό της Notre Dame de Paris, οδηγώντας στην εκκένωση περίπου 1.500 ατόμων από τον ναό. Υπήρξε σφοδρός αντίπαλος της μουσουλμανικής μετανάστευσης στην Γαλλία και στην Ευρώπη, του εξαμερικανισμού των ευρωπαϊκών εθίμων και της νομιμοποίησης του ομοφυλοφιλικού «γάμου». Λίγες ώρες νωρίτερα είχε αφήσει μια ανακοίνωση στο ιστολόγιό του, σχετικά με τις επικείμενες διαδηλώσεις της «Γαλλικής Άνοιξης» κατά του νόμου 2013-404, της «μασονικής νομοθεσίας που νομιμοποιεί το βδέλυγμα». Στην ανακοίνωση αυτήν, ο Venner εγκρίνει την αντίσταση των διαδηλωτών απέναντι στο «διαβόητο νόμο», αλλά εκφράζει αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα των διαδηλώσεων για την πραγματοποίηση κοινωνικών αλλαγών. Καταδικάζει τους διαδηλωτές επειδή αγνοούν την απειλή της «μετανάστευσης του Αφρο-Μαγκρέμπ», την οποία προβλέπει ότι θα οδηγήσει σε «πλήρη αντικατάσταση του πληθυσμού της Γαλλίας και της Ευρώπης». Προειδοποιεί: «Ειρηνικές διαδηλώσεις στο δρόμο δεν θα είναι αρκετές για να το αποτρέψουν. [...] Θα χρειαστούν νέες, θεαματικές και συμβολικές ενέργειες για να αναζωογονηθούν οι άνθρωποι από τον εφησυχασμό τους [...] Εισερχόμαστε σε μιαν εποχή όπου τα λόγια πρέπει να υποστηριχθούν από πράξεις.»

Σε μιαν επιστολή που απέστειλε στους συναδέλφους του στο «Ράδιο Ευγένεια», χαρακτηρίζει την αυτοκτονία του ως εξέγερση «ενάντια στις διάχυτες ατομικές επιθυμίες που καταστρέφουν τις άγκυρες της ταυτότητάς μας, ιδιαίτερα της οικογένειας, της εσώτερης ουσίας της πολυχιλιετούς κοινωνίας μας». Εξηγεί επίσης την απόφασή του να αυτοκτονήσει μέσα στον καθεδρικό ναό: «Διάλεξα ένα πολύ συμβολικό μέρος που σέβομαι και θαυμάζω!». Ο αλησμόνητος Γάλλος αγωνιστής «της πένας και του όπλου», στέκει δίπλα στους Έλληνες στωικούς, στους Ρωμαίους πατρικίους και στους μεσαιωνικούς ιππότες, γεμάτος προμηθεϊκή τόλμη. Βρίσκεται θριαμβικά άφθαρτος στα Ηλύσια Πεδία, εκεί που αξιώνονται οι Ήρωες και οι Σοφοί!

«Εκείνοι που δεν αποδέχονται την χειραγώγηση του νου και τον ευνουχισμό των μαζών, πρέπει να φορούν την ετικέτα των «φασιστών». Το να αμφιβάλλεις για την ειλικρίνεια των κυριάρχων της γνώμης σε μια δημοκρατία ή να αμφισβητείς τις αντιφάσεις της «γραμμής» σε έναν κομμουνιστικό καθεστώς, το να αρνείσαι να συγκρίνεις τον πολιτισμό της Δύσης με τον προϊστορικό θρήνο της νέγρικης καταγωγής ή με τη νοσηρή αποσύνθεση ενός ορισμένου μοντερνισμού, το να περιφρονείς την «καθολική συνείδηση», χαμογελώντας όταν κάποιος μιλάει για το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση, όλα αυτά είναι οι αποδείξεις για ένα ύποπτο και εξεγερμένο πνεύμα. Η εξέγερση σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς οδηγεί σε φυσική εξόντωση και σε ένα φιλελεύθερο καθεστώς στην κοινωνική εξάλειψη. Έτσι, και ο ένας και ο άλλος, καταστρέφουν τον δημιουργικό ατομικισμό και τις λαϊκές ρίζες, δηλαδή την ίδια την ουσία της ανθρωπότητας και της κοινότητας. Δεσμεύουν την ανθρωπότητα σε ένα αδιέξοδο, στο χειρότερο είδος οπισθοδρόμησης».

Α. Κωνσταντίνου