Dies natalis sapientiae

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018 - 10:30

Dies natalis sapientiae

«Η ευτυχία μου: Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω, έμαθα να βρίσκω. Από τότε που κάποιος άνεμος μου εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους.»

Σαν σήμερα γεννήθηκε στο Ραίκεν της Σαξονίας, κοντά στην Λειψία, ο κορυφαίος φιλόσοφος του 19ου αιώνα Φρειδερίκος Γουλιέλμος Νίτσε, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος. Έγραψε σπουδαία κριτικά δοκίμια για τη θρησκεία, την ηθική, τη φιλοσοφία, τις επιστήμες και τον πολιτισμό, επιδεικνύοντας μιαν ιδιαίτερη κλίση στη χρήση μεταφορών και αφορισμών. Η από μέρους του ριζική αμφισβήτηση της αξίας αλλά και της αντικειμενικότητας της αλήθειας οδήγησε σε αμέτρητες σφοδρές διαμάχες, ενώ η φιλοσοφική επίδρασή του παραμένει ουσιαστική, κυρίως στους κλάδους του μεταμοντερνισμού, του υπαρξισμού και του μεταστρουκτουραλισμού.

Ξεκίνησε την λαμπερή του σταδιοδρομία του ως κλασικός φιλόλογος, κάνοντας βαθυστόχαστες και πρωτότυπες κριτικές αναλύσεις σε αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα, προτού εντρυφήσει σε μέγα βάθος στη φιλοσοφία. Το 1869, σε ηλικία 24 ετών (!), πριν ακόμα αποκτήσει τον διδακτορικό του τίτλο, διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην έδρα της Κλασικής Φιλολογίας, όντας ο νεότερος που έχει πετύχει κάτι ανάλογο. Παραιτήθηκε το καλοκαίρι του 1879 εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που τον ταλάνιζαν σχεδόν όλη του τη ζωή. Στο πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «Η Γέννηση της Τραγωδίας» (1872), στο ΙΕ’ κεφάλαιο, ο μέγας Νίτσε κάνει ιδιαιτέρα μνεία στο Έθνος μας, με ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα :

«Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνότανε, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα. Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικό ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του. Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ' αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους. Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες.

Βέβαια, πού και πού, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο άλμα».

Το νιτσεϊκό έργο υπήρξε μια στεντόρεια κραυγή μέσα στην ζοφερή πνευματική νύχτα. Ο ίδιος παρατηρούσε πως για να σε ακούσει κάποιος πρέπει να τον ξεκουφάνεις, να «του σπάσεις τα αυτιά». Πάρα πολλές φορές βρίσκουμε στα έργα του την έκδηλη περιφρόνησή του για πρόσωπα και πράγματα της εποχής του. Η κρίση του δεν ήταν γέννημα κακίας ή μικρότητας, αλλά μια Ολύμπια φωνή που επιθυμούσε σφόδρα να ακουστεί αφυπνιστική στα αυτιά και συνάμα στις συνειδήσεις όλων. Ο ίδιος ο Νίτσε προέβλεψε ότι τα έργα του θα παρερμηνευθούν και ότι πολύ δύσκολα θα υπάρξει κάποιος ο οποίος θα τα κατανοήσει σε βάθος. Είχε πει: «Αυτό που κάνουμε δεν το καταλαβαίνουν ποτέ, μα μονάχα το επαινούν ή το κατηγορούν».

Ο μεγαλύτερος έλληνας στοχαστής της νεότερης ιστορίας μας, ο τιτάνιος Νίκος Καζαντζάκης έγραψε χαρακτηριστικά για τον Νίτσε:

«Μια μέρα εκεί που διάβαζα σκυμμένος στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, μια κοπέλα με ζύγωσε κι έγειρε από πάνω μου. Κρατούσε ανοιχτό ένα βιβλίο κι είχε βάλει το χέρι της κάτω από τη φωτογραφία ενός αντρός που ‘χε το βιβλίο, για να κρύψει τ’ όνομά του, και με κοίταζε με κατάπληξη.

-Ποιος είναι αυτός; Με ρώτησε δείχνοντάς μου την εικόνα.

Σήκωσα τους ώμους: -Πώς θέλετε να ξέρω; Είπα.

-Μα είστε εσείς, έκαμε η κοπέλα, εσείς, απαράλλαχτος. Κοιτάχτε το μέτωπο, τα πυκνά φρύδια, τα βαθουλά μάτια. Μονάχα που αυτός είχε χοντρά κρεμαστά μουστάκια, κι εσείς δεν έχετε.

Κοίταξα αλαφιασμένος: -Ποιος είναι λοιπόν; Έκανα προσπαθώντας ν’ αναμερίσω το χέρι της κοπέλας, να δω τ’ όνομα.

-Δεν τον γνωρίζετε; Πρώτη φορά τον βλέπετε;

Ο Νίτσε! Ο Νίτσε! Είχα ακούσει τ’ όνομά του, μα δεν είχα ακόμα τίποτα διαβάσει δικό του.

-Δε διαβάσατε τη «Γένεση της Τραγωδίας», το «Ζαρατούστρα» του; Για τον Αιώνιο Γυρισμό, για τον Υπεράνθρωπο;

-Τίποτα, τίποτα, απαντούσα ντροπιασμένος, τίποτα.

-Περιμένετε! Είπε κι έφυγε η κοπέλα πεταχτή.

Σε λίγο μου ‘φερνε το «Ζαρατούστρα».

-Να, είπε γελώντας, να λιονταρίσια θροφή για το μυαλό σας – αν έχετε μυαλό. Κι αν το μυαλό σας πεινάει.

Ετούτη στάθηκε μια από τις πιο αποφασιστικές στιγμές της ζωής μου. Εδώ, στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, με τη μεσολάβηση μιας άγνωστης φοιτήτριας, μου ‘χε στήσει καρτέρι η μοίρα μου

Α.Κ.