Arthur Schopenhauer: «Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση»

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017 - 07:28

Arthur Schopenhauer: «Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση»

Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ, Γερμανός φιλόσοφος, γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1788 στο Ντάνστιχ της Πολωνίας και απεβίωσε στις 21 Σεπτεμβρίου 1860 στη Φρανκφούρτη. Ανήκει στην κατηγορία εκείνων των φιλοσόφων, που η φωνή τους ακούγεται κυρίως μετά θάνατον. Ανέπτυξε μια βιο-φιλοσοφική πορεία, βασικά γνωρίσματα της οποίας είναι κατ’ αρχήν το γεγονός ότι δεν διατηρούσε καλές σχέσεις με τον ακαδημαϊκό κόσμο, γεγονός που καθυστέρησε τη διάδοση της σκέψης του, καθώς και η καλλιέργεια μιας καινοτόμας και ελεύθερης σκέψης, η οποία του χάρισε τη μεταθανάτια φήμη. Πρόκειται για την προσπάθεια του να σκεφτεί τον κόσμο ως μια δική του παράσταση, δηλαδή ως παράσταση του βουλητικού και γνωρίζοντος υποκειμένου.

Έγινε γνωστός ως ο κατ' εξοχήν εκπρόσωπος του αθεϊστικού πεσιμισμού, ενώ ήταν από τους πρώτους φιλοσόφους του 19ου αιώνα που υποστήριξαν ότι το σύμπαν μόνο ορθολογικό δεν μπορεί να θεωρείται. Ξεκινώντας από τις θεωρίες του Πλάτωνα και του Καντ, οι οποίοι θεωρούσαν ότι ο κόσμος είναι δυνατόν να οδηγηθεί σε ορθολογικές συμπεριφορές, ο Σοπενχάουερ σε μια κατά βάση ασκητική άποψη, η οποία αναγνώριζε τη δύναμη του ενστίκτου, τόνιζε ότι απέναντι σε ένα κόσμο ανελέητης ανταγωνιστικότητας, θα πρέπει να αντιδράσουμε καταπολεμώντας τις φυσικές μας ροπές, στο σημείο βέβαια που αυτό είναι εφικτό, με σκοπό την επίτευξη της ψυχικής γαλήνης και την δημιουργία ενός πιο φιλικού σύμπαντος.

Το κύριο έργο του με τίτλο «Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση», παρουσιάζει για πρώτη φορά στην ιστορία του φιλοσοφικού προσανατολισμού της Ευρώπης, με θαυμαστή διαύγεια ύφους και τολμηρή σκέψη, την ιδέα μιας ανορθολογικής αρχής του κόσμου. Υποστήριζε ότι οτιδήποτε γνωρίζουμε σχετικά με τον κόσμο, αποτυπώνεται ως ένα φαινόμενο, μια ψευδαίσθηση. Οποιαδήποτε γνώση για τον κόσμο συνιστά ένα νοητικό οικοδόμημα του γνωρίζοντος υποκειμένου, κυριολεκτικά μια απεικόνιση. Έτσι, στο έργο του η γνώση προσδιορίζεται ως ένας σχηματισμός παραστάσεων του νου, που σημαίνει ότι κάθε είδος γνώσης συνδέεται με ένα υποκείμενο και ένα αντικείμενο γνώσης. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, τα αντικείμενα δεν είναι ανεξάρτητα από την αντίληψη που έχουμε για αυτά και από την όλη ψυχολογία μας. Ως εκ τούτου, η εν λόγω παράσταση αντανακλά και υποδηλώνει τον εξωτερικό κόσμο, αλλά δεν είναι σε θέση να αποκαλύψει, να φωτίσει τη βαθύτερη ουσία του, ολόκληρη την αλήθεια του, τις ακατάληπτες όψεις του.

Σύμφωνα, λοιπόν με τη θεώρηση του Γερμανού Φιλοσόφου, ο κόσμος παρουσιάζεται με δυο, δομικά διαφορετικούς, τρόπους, ως παράσταση και ως βούληση, έννοιες των οποίων η αντιστοιχία ανάγεται στους καντιανούς όρους, φαινόμενο και πράγμα καθεαυτό.  Έτσι, το φαινόμενο αποτελεί τη βάση, δηλαδή το έρεισμα, πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η ανάπτυξη της παράστασης του κόσμου. Στο σημείο αυτό, όμως, ο φιλόσοφος προσθέτει ότι η ουσία αυτής της παράστασης και αυτού του φαινομένου δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τη βούληση, καθώς η τελευταία είναι η ακαταμάχητη ισχύς κάθε απόπειρας να γνωρίσουμε τον κόσμο δια της παράστασης. Η γνώση που μας παρέχουν οι παραστάσεις δεν είναι σε θέση να φωτίζει τις ενδότερες δυνάμεις που κρύβουν τα πράγματα, καθώς πρόκειται για μια εξωτερική, λιγότερο ή περισσότερο πληροφοριακή γνώση, η οποία απηχεί μια φαινομενική, τυπική όψη της αλήθειας.

Προσέθετε, ακόμη, ότι το να διαθέτει το άτομο ως μόνη αντικειμενική, νοητική γνώση, τη γνώση του σώματος του, τη σωματική του ουσία και υπόσταση, σημαίνει ότι το ατομικό του Εγώ δομείται πάνω στη βούληση για ζωή. Προτείνει, λοιπόν, μια πορεία άρνηση της ζωής, με το νόημα της εκρίζωσης από μέσα μας της όποιας άρρωστης επιθυμίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η υπέρβαση του κλειστού ορίζοντα των σχεδιασμένων κινήσεων ή ενεργειών, επιτρέποντας μας να φτάσουμε σε μια κατάσταση ειρήνης, γαλήνης της ψυχής, αποδέσμευσης από τη μετεώριση ανάμεσα στην επιθυμία και το φόβο, στη χαρά και τον πόνο, στην ικανοποίηση και στο ανικανοποίητο.