Η Μάχη του Μαραθώνα

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017 - 07:28

Η Μάχη του Μαραθώνα

«Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν»

Πρόλογος

Η προσέγγιση ενός ιστορικού γεγονότος και δη μιας μάχης είναι ιδιαίτερα σημαντική, πολλώ δε μάλλον όταν αυτή η μάχη σηματοδοτεί την σύγκρουση Ελλήνων και βαρβάρων και ειδικά όταν από αυτήν εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα πως στους καιρούς που όλοι μηδούσαν, κάποιοι αντιστέκονταν. Εδώ ευρίσκει κανείς και την ποιοτική διαφορά του χαρακτήρα που είχαν διαμορφώσει οι πάντα ανυπόταχτοι πολίτες των ελληνικών πόλεων- κρατών. Κρατούσα αντίληψη άλλωστε της εποχής ήταν ότι ο θάνατος στο πεδίον της μάχης  είναι ο μέγιστος και ο κάλλιστος. Αυτή η υστεροφημία, η αγάπη για τη δόξα ακόμα και μετά τον θάνατο, η μετάβαση στην αθανασία μέσα από πολεμικά κατορθώματα και αριστείες ώθησε για πολλούς αιώνες τους λίγους να αντισταθούν στους πολλούς. Αν κάτι μένει από την επική μάχη του Μαραθώνα, είναι σίγουρα η εντύπωση πως κανένας αγώνας δεν είναι μάταιος και πως ο εχθρός δεν είναι ποτέ ανίκητος.

Τα γεγονότα πριν την μάχη

Η σύγκρουση ανάμεσα σε Έλληνες και Πέρσες, οι λεγόμενοι Περσικοί Πόλεμοι, ή Μηδικά, ήρθαν ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Από τη μια η ανεξαρτησία, η ελευθερία, η αίσθηση υπεροχής εναντίον των βαρβάρων,  το ανυπότακτο πνεύμα του Έλληνα που δεν μπορεί να γονατίσει ενώ στον αντίποδα, φυλές και έθνη υποταγμένα σε έναν δυνάστη που κυβερνά με φόβο. Είναι άλλωστε γνωστό πως ο σεβασμός και ο φόβος, αν και φαίνεται πως έχουν τα ίδια αποτελέσματα, εν τούτοις δεν είναι ίδιου βεληνεκούς κινητήριες δυνάμεις.

Της πρώτης επίθεσης στον ελλαδικό χώρο από τους Πέρσες έχει προηγηθεί η βοήθεια από την Αθήνα και την Ερέτρια, με 20 και 5 πλοία αντίστοιχα,  προς τις ιωνικές πόλεις των παραλίων της Μ. Ασίας, οι οποίες στενάζουν υπό τον περσικό ζυγό. Η λεγόμενη Ιωνική επανάσταση όμως δεν καρποφόρησε και ως αποτέλεσμα είχε την ακόμη σκληρότερη μεταχείριση των Ελλήνων της Μ. Ασίας. Ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος ορκίζεται να εκδικηθεί την Αθήνα και με μια συμβολική κίνηση ρίχνει με το τόξο του ένα βέλος στον ουρανό ενώ κάθε μέρα ένας υπηρέτης ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον να του λέει: «Δέσποτα, μέμνησο των Αθηναίων».

Ξεκινά λοιπόν μια εκστρατεία για την ταπείνωση των Ελλήνων, αφορμή της οποίας αποτελεί η βοήθεια προς τις ιωνικές μικρασιατικές πόλεις. Ο σκόπος όμως των Περσών είναι να  ανοιχτούν προς δυσμάς, κάτι που όμως δεν θα καταστεί εφικτό, χάρη στην αντίσταση των ελληνικών πόλεων-κρατών. Μια χαρισματική προσωπικότητα όμως έχει βάλει την υπογραφή της σε αυτή τη μάχη σύμβολο. Πρόκειται για τον Αθηναίο στρατηγό Μιλτιάδη, η ευφυία και οι ικανότητες του οποίου οδήγησαν στην ταπεινωτική ήττα των Περσών.

Ο Μιλτιάδης

Δεν θα μπορούσε να μην γίνει ιδιαίτερη μνεία στον στρατηγό των Αθηναίων, ο οποίος διείδε την κατάλληλη στιγμή και επιτέθηκε αν και οι εχθροί ήταν τρομακτικά υπεράριθμοι. Καταγόταν από αριστοκρατική γενιά, πήρε ενεργότατα μέρος στην Ιωνική Επανάσταση και κατέφυγε στην Αθήνα όταν οι Πέρσες την κατέπνιξαν. Εκεί διορίζεται ως ένας από τους δέκα στρατηγούς για το διάστημα 490 - 489. Αμέσως μετά την εκλογή του το 490, ως στρατηγός των ελληνικών δυνάμεων νίκησε τους Πέρσες στη μάχη του Μαραθώνα , αφού πέτυχε να πείσει τον Καλλίμαχο να δοθεί εκεί η μάχη, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος. Το 489 οργάνωσε εκστρατεία στην Πάρο, η οποία είχε κατακτηθεί από τους Πέρσες, χωρίς  όμως να έχει αίσια έκβαση και καταλήγει μάλιστα να τραυματιστεί. Επιστρέφοντας, κατηγορείται για προδοσία και ενώ αρχικά καταδικάζεται εις θάνατον, η ποινή του μετατρέπεται σε πληρωμή υπέρογκου προστίμου. Επειδή αδυνατεί να το πληρώσει φυλακίζεται και πεθαίνει από την πληγή που είχε στο πόδι του, ενώ το πρόστιμο για την αποκατάσταση της τιμής του αναλαμβάνει να πληρώσει ο γιος του Κίμωνας.

Η συμβολή του στην νίκη που πέτυχαν οι Έλληνες στη μάχη του Μαραθώνα είναι αναντίρρητη. Εφάρμοσε πλήθος στρατηγικών κινήσεων και καινοτομιών αποδεικνύοντας πως είχε ιδιαίτερες στρατηγικές ικανότητες: επέλεξε την επιθετικότητα και τον αιφνιδιασμό όταν έκρινε πως έπρεπε, παρατήρησε το στράτευμα του αντιπάλου και διέκρινε τις αδυναμίες των πλευρών του, χτυπώντας με μεγάλη δύναμη στα σημεία που έκρινε τρωτά και αδύναμα.  Σε εκείνον μάλιστα αποδίδεται η επινόηση του ελιγμού της διπλής υπερκέρασης,ο οποίος εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στον Μαραθώνα.

Η κρίσιμη μάχη

Οι στρατιώτες του περσικού στρατού υπολογίζονται από 50 έως 100.000 χιλιάδες ενώ οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς ήταν μόλις 10.000-11.000. Οι Πέρσες αρχικά αποβιβάστηκαν στην Ερέτρια και πέτυχαν να την καταστρέψουν ολοκληρωτικά ενώ συνέχισαν την πορεία τους και πραγματοποίησαν απόβαση στον Μαραθώνα.

Ωστόσο δεν γνωρίζουν πως από στρατηγικής σημασίας η περιοχή αυτή θα αποβεί υπέρ των Ελλήνων, μιας και θα είχαν την δυνατότητα να επιλέξουν τη στιγμή της σύγκρουσης σε ένα έδαφος που δεν προσφερόταν για την πλήρη ανάπτυξη του περσικού στρατού.

Ο Μιλτιάδης γνώριζε περίφημα πως οι Πέρσες είχαν συγκέντρωση δυνάμεως στο κέντρο τους ενώ οι πτέρυγες ήταν σαθρές. Έτσι αποφάσισε την ενίσχυση των ελληνικών ακρών και την αποδυνάμωση του κέντρου του πετυχαίνοντας την περικύκλωση και την κονιορτοποίηση των Περσών. Για περίπου 6 ημέρες δεν κάνει καμία κίνηση, μόνο παρατηρεί.  Αποφασίζει αίφνης να επιτεθεί όταν τα άλογα των εχθρών ήταν ακόμη στους στάβλους και όχι με απλό βηματισμό αλλά τροχάδην, αιφνιδιάζοντας τους Πέρσες, οι οποιοί διαπιστώνουν πως δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικοί οι τοξότες τους. Μετά την σαρωτική επίθεση που δέχονται και τις τρομακτικές απώλεις που μετράνε αποφασίζουν να μπουν στα πλοία τους και να αναχωρήσουν ενώ οι Έλληνες τους καταδιώκουν προκαλώντας τους ακόμη περισσότερες απώλειες.

Πέραν όμως του Μιλτιάδη θα πρέπει να θυμόμαστε οπωσδήποτε και τον Κυνέγειρο, αδερφό του Αισχύλου ο οποίος κρατούσε με το ένα χέρι την πρύμνη ενός περσικού πλοίου, προκειμένου να το εμποδίσει να αποπλεύσει. Οι Πέρσες του το ακρωτηριάζουν με ένα τσεκούρι, όπως κάνουν και στο δεύτερο χέρι με το οποίο συνεχίζει να τους εμποδίζει. Τέλος, δαγκώνει την πρύμνη δείχνοντας τη δύναμη της θέλησης στους εχθρούς του.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως οι νεκροί Πέρσες είναι περίπου 6400 ενώ οι Έλληνες μόλις 192, αριθμοί οι οποίοι αλάνθαστα καταδεικνύουν την ανωτερότητα της πολεμικής αρετής των Ελλήνων.

Μετά την μάχη

Ο Μιλτιάδης δεν επιδίδεται σε ανούσιους πανηγυρισμούς. Γνωρίζει πολύ καλά πως δεν έχουν τελειώσει ακόμη όλα. Στέλνει μήνυμα νίκης στους Αθηναίους και τους εφιστά την προσοχή γιατί θεωρεί πως οι Πέρσες κινούνται προς το Φάληρο.

Ο αγγελιαφόρος Θέρσιππος  συναντά τους πρώτους κατοίκους των οικισμών και αναφωνεί «νενικήκαμεν», ενώ την επόμενη στιγμή ξεψυχάει.

Παράλληλα, ο Μιλτιάδης με τον στρατό των Αθηναίων επιστρέφει κατά την διάρκεια της νύχτας στην Αθήνα και παρατάσσεται στο Φάληρο, προτού φτάσει ο περσικός στόλος. Με την αυγή, οι απαστράπτουσες ασπίδες των περήφανων υπερασπιστών της Ελλάδας τυφλώνουν τους εισβολείς, οι οποίοι δεν τολμούν να πλησιάσουν. Στρέφουν τα νώτα τους ταπεινωμένοι και επιστρέφουν στην Περσία, εγκαταλείποντας, προσωρινά, τις αξιώσεις που είχαν. Η Ελληνική νίκη ενάντια στα στίφη των βαρβάρων είναι γεγονός.

Επίλογος

Κάθε μάχη έχει και την δική της σπουδαιότητα.  Ως ιστορικό γεγονός όμως κρίνεται με διαφορετικά κριτήρια. Αντικειμενικότερο κριτήριο όλων  είναι η αποτροπή των συνεπειών που θα επέφερε η επικράτηση του εισβολέα. Η Ελλάδα αρχικά θα βυθιζόταν στο σκοτάδι και θα υποδουλωνόταν. Τον ίδιο δρόμο θα ακολουθούσε πιθανόν και όλη η ευρωπαική ήπειρος καθώς δεν φαίνεται να υπήρχαν αξιόλογες δυνάμεις για να ανακόψουν και να εμποδίσουν την περσική εξάπλωση. Τόσο ο Θουκυδίδης όσο και ο Πλάτωνας δήλωσαν στο έργο τους αυτή την σημασία που είχε η ελληνική αντίσταση για την Ευρώπη. (Θουκυδίδης, Α΄ 89 και Πλάτων, Νόμοι 698 Β)

Κάθε μάχη είναι και ένα σημάδι αντίστασης. Είναι ένας πόλεμος υπέρ ιερών και οσίων.

Κάθε μάχη είναι η απόφαση των πολεμιστών και του συνόλου να εναντιωθούν στα σχέδια των δυναστών .

Κάθε μάχη είναι ένα γερό πάτημα των ποδιών, μια φάλαγγα από όπλα(ασπίδες) που στέλνει ένα και μόνο μήνυμα: ότι τα σχέδια των εχθρών δεν θα περάσουν.

Κάθε μάχη είναι θυσίες για την Ιδέα και τον Σκοπό, είναι ανιδιοτέλεια, ευθύνη, όχι απλά καθήκον αλλά επίγνωση του καθήκοντος.

Κάθε μάχη είναι ένα κάστρο, ένα φρούριο, ένα οχυρό που δεν έπεσε. Κι αν έπεσε κάποια στιγμή εκ της κόνεως του αναγεννήθηκε.

Μια τέτοια μάχη με όρους άνισους, με εχθρούς πάνοπλους και λυσσασμένους, αριθμητικά υπέρτερους, φαινομενικά παντοδύναμους, ουσιαστικώς όμως τρωτούς στα δικά τους άκρα, δίνει εδώ και 30 και πλέον έτη ο Λαικός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή, υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση του Αρχηγού μας Νικόλαου Μιχαλολιάκου. Μια μάχη πολύπλευρη και πολυεπίπεδη, με νεκρούς και φυλακισμένους. Κι αν φάνηκαν οι εχθροί να πλησιάζουν, οι δικές μας ασπίδες που αστράφτουν στο φως της αυγής ενωμένες σε μια φάλαγγα, θα τους κάνουν να στρέψουν τα νώτα.

Νικόλαος Λεμοντζής

Διαβάστε περισσότερα στο ενδέκατο τεύχος του περιοδικού "Μαίανδρος"