Από το επίμετρο του Κονδύλη για τον ελληνοτουρκικό πόλεμο

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018 - 07:28

Από το επίμετρο του Κονδύλη για τον ελληνοτουρκικό πόλεμο

Το τελευταίο χρονικό διάστημα οι προκλήσεις των Τούρκων έχουν κατά πολύ αυξηθεί και οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας είναι ιδιαιτέρως τεταμένες. Οι Τούρκοι εκμεταλλευόμενοι πλήρως την υποχωρητική πολιτική της Ελλάδας εξακολουθούν να αυξάνουν τις απαιτήσεις τους, προβάλλοντας το σενάριο μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης. Το εύλογο ερώτημα, που δημιουργείται αυτομάτως, είναι τι θα συνέβαινε σε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο και πώς η Ελλάδα θα μπορούσε να νικήσει σε αυτόν.

Ο αείμνηστος καθηγητής Παναγιώτης Κονδύλης στο βιβλίο του «Θεωρία του Πολέμου» και συγκεκριμένα στο περί ελληνοτουρκικών σχέσεων επίμετρο αναλύει τις γεωπολιτικές και στρατηγικές παραμέτρους ενός ελληνοτουρκικού πολέμου. Σύμφωνα λοιπόν με τον καθηγητή, η Ελλάδα έχει σοβαρά γεωγραφικά μειονεκτήματα σε σχέση με την Τουρκία. Μπορεί η έκταση της τουρκικής επικράτειας να είναι εξαπλάσια, αλλά είναι μία συμπαγής έκταση, σε αντίθεση με την κατά πολύ μικρότερη ελληνική επικράτεια, η οποία είναι κατακερματισμένη σε νησιά. Έτσι, για τους Τούρκους δεν είναι απαραίτητη η κατάληψη ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας προκειμένου να αποσπάσουν ένα τμήμα της, αλλά η κατάληψη μερικών ή ακόμη και ενός νησιού.

Ο καθηγητής αναλύει τέσσερα σημεία – επιχειρησιακές επόψεις, τα οποία είναι απαραίτητα έτσι ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να εξουδετερώσει τα γεωγραφικά της μειονεκτήματα:

«Ας αρχίσουμε από το ζήτημα των πιθανών εδαφικών απωλειών και κερδών, καθώς μου φαίνεται προφανές ότι η τουρκική πλευρά θα συνδέσει την αιτιολόγηση και τη διεξαγωγή του πολέμου εκ μέρους της με εδαφικές διεκδικήσεις. Αν αυτό ευσταθεί, τότε η ελληνική πλευρά θα έκανε πολύ άσχημα να περιορισθεί στην υπεράσπιση των προσβαλλόμενων εδαφών της. Αν αυτά ήσαν περισσότερα του ενός και αν δεν ήταν δυνατή η επιτυχής υπεράσπιση όλων τους, τότε οι Τούρκοι θα είχαν στο τέλος ένα καθαρό κέρδος, έστω και αν αυτό ήταν μικρό ή εκ των υστέρων φαινόταν «δυσανάλογο» (η έννοια είναι βέβαια σχετική) προς τις αντίστοιχες θυσίες. Γι’ αυτόν τον λόγο η ελληνική πλευρά πρέπει κατά το δυνατόν να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη, είτε ως αντιστάθμισμα για μόνιμες δικές της απώλειες είτε ως πιθανό αντάλλαγμα σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις […] Μία γρήγορη επισκόπηση των τριών πιθανών θεάτρων του πολέμου: της Θράκης, του Αιγαίου και της Κύπρου. Στη Θράκη, ή μάλλον στον Έβρο, η πυκνή συγκέντρωση στρατευμάτων και από τις δύο πλευρές σημαίνει ότι όποιος καταφέρει να διασπάσει πρώτος τις αντίπαλες γραμμές θα έχει τη δυνατότητα να αποκόψει αμέσως, μ' έναν κυκλωτικό ελιγμό σχεδόν επί τόπου, μεγάλες εχθρικές μονάδες. Όμως αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος, για τον οποίο οι ελληνικές δυνάμεις θα πρέπει εξ αρχής να επιδιώξουν με κάθε θυσία (και η πυκνή συγκέντρωση θα απαιτήσει κατά πάσα πιθανότητα σοβαρές θυσίες) τη διάσπαση του εχθρικού μετώπου και να μην αρκεσθούν σε μιαν παθητική άμυνα. Μια γρήγορη προέλαση τεθωρακισμένων μονάδων στην Ανατολική Θράκη, την οποία ευνοεί το πεδινό έδαφος και οι περιορισμένες αποστάσεις, θα μπορούσε να αποφέρει στην Ελλάδα το σημαντικότερο πιθανό αντίβαρο απέναντι σε οποιεσδήποτε εδαφικές απώλειες σε άλλες περιοχές. Πράγματι, πουθενά άλλου εκτός από τη Θράκη η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα αξιόλογης κατάκτησης εδαφών, οσοδήποτε περιορισμένη κι αν κρίνει κανείς αυτή τη δυνατότητα· πάντως υπάρχει, κι αφού είναι η μόνη πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο και με συνέπεια. Στο θέατρο του Αιγαίου, καθώς είπαμε, δεν έχει κανένα νόημα η προσπάθεια δημιουργίας προγεφυρωμάτων στη μικρασιατική ακτή, έστω κι αν τα προγεφυρώματα αυτά θα μπορούσαν να κρατηθούν για λίγο, η μόνη ενέργεια, η οποία θα μπορούσε ν' αποφέρει εδώ εδαφικά οφέλη, θα ήταν μια κατάληψη της Ίμβρου και της Τενέδου, υπό την προϋπόθεση ότι το ελληνικό ναυτικό θα ήταν σε θέση να την καλύψει (την αεροπορική κάλυψη τη θεωρούμε θεμελιώδη και αυτονόητη τόσο σε μιαν απόβαση στα νησιά όσο και σε μιαν προέλαση στη Θράκη· όμως το πρόβλημα της κυριαρχίας στον εναέριο χώρο είναι τόσο κρίσιμο, ώστε θα μιλήσουμε γι' αυτό χωριστά).

Τέλος, στην Κύπρο η ελληνική πλευρά πολύ λίγα πράγματα έχει να περιμένει. Και αν μπορέσει να υπερασπίσει κάτι, αυτό θα είναι δυνατόν μονάχα εάν ο κυπριακός πληθυσμός στο σύνολό του φανεί διατεθειμένος να πολεμήσει, αν χρειαστεί, με νύχια και με δόντια. Αυτό δυστυχώς δεν έγινε το 1974, όταν είδαμε βέβαια την τραγωδία των Κυπρίων, αλλά δεν είδαμε μιαν επίμονη παλλαϊκή αντίσταση μέχρις εσχάτων. Όμως τούτη τη φορά δεν υπάρχει νότος για να καταφύγει κανείς. Υπάρχει μόνον η θάλασσα.»

Αξίζει να σημειωθεί πως οι Τούρκοι, γνωρίζοντας την υπεροχή που προσφέρει στις ελληνικές μονάδες τεθωρακισμένων το πεδινό έδαφος και οι περιορισμένες αποστάσεις της Ανατολικής Θράκης, κατασκευάζουν ειδική αντιαρματική τάφρο 7,8 χιλιομέτρων στο προγεφύρωμα του Κάραγατς στην περιοχή των Καστανιών στον Έβρο, προκειμένου να εμποδίσουν πιθανή προέλαση ελληνικών δυνάμεων.

Ακόμη, η παρατήρηση του καθηγητή για τα γεγονότα της Κύπρου είναι ιδιαιτέρως εύστοχη. Γράφοντας «…αλλά δεν είδαμε μιαν επίμονη παλλαϊκή αντίσταση μέχρις εσχάτων» είναι προφανές ότι αναφέρεται στον Μακάριο, ο οποίος καλούσε το Συμβούλιο Ασφαλείας να χρησιμοποιήσει όλους τους τρόπους, ώστε να αποκατασταθεί η συνταγματική τάξη στην Κύπρο. Δήλωνε πως το πραξικόπημα της Ελληνικής Χούντας είναι μία εισβολή, υποστηρίζοντας μάλιστα πως οι Έλληνες έχουν καταλάβει την Κύπρο και είναι πολύ περισσότερο επικίνδυνοι από τους Τούρκους. Συνεπώς, είναι δεδομένο πως όποια προσπάθεια και αν καταβάλει ο Ελληνικός στρατός δεν θα τελεσφορήσει, εάν την Κύπρο μας την κυβερνούν “σύγχρονοι Μακάριοι”.

Επίσης, εις ό,τι αφορά το δεύτερο σημείο ο καθηγητής αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Το δεύτερο σημείο, που επιθυμούμε να υπογραμμίσουμε, είναι η ανάγκη συγκέντρωσης των δυνάμεων. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός του ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασμό αντίστοιχου κατακερματισμού των ενόπλων δυνάμεων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν πληρέστερη κάλυψή του. Ο πειρασμός αυτός μπορεί να αποβεί θανάσιμος, άλλωστε και ο σκοπός είναι καθ' εαυτόν ουτοπικός. Η αριθμητική υπεροχή της τουρκικής πλευράς και το πλήθος των πιθανών στόχων, της δίνει εξ αντικειμένου ορισμένα περιθώρια επιλογής και εκτέλεσης παραπλανητικών αποβατικών και άλλων κινήσεων με σκοπό να ενταθεί ο έτσι κι αλλιώς υπαρκτός ελληνικός πειρασμός του κατακερματισμού των δυνάμεων.

Αντίστοιχα μεγάλη επαγρύπνηση και διαίσθηση απαιτείται από την πλευρά της ελληνικής ηγεσίας, η οποία θα πρέπει να ξεκόψει εξ αρχής από την αντίληψη ότι είναι δυνατή η ίση προστασία των πάντων, θα πρέπει επίσης, λόγω της αριθμητικής μειονεξίας και της απόλυτης αναγκαιότητας αεροπορικής παρουσίας σε όλα τα καίρια επιχειρησιακά σημεία, να θέσει σε δευτερεύουσα και τριτεύουσα μοίρα την προάσπιση πόλεων και αμάχων πληθυσμών και να επικεντρώσει τα διαθέσιμά της όχι στην κάλυψη χώρου, αλλά αποκλειστικά στη συντριβή του κύριου όγκου των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων.»

Όμως, είναι βέβαιο πως η τήρηση του κανόνα της συγκέντρωσης των δυνάμεων δεν έχει καμία αξία, όταν οι δυνάμεις σου είναι πενιχρές και ο στρατιωτικός εξοπλισμός σου ανεπαρκής. Με το πέρας των ετών οι ελληνικές κυβερνήσεις συνεχώς μειώνουν τις εξοπλιστικές δαπάνες, εν αντιθέσει με την Τουρκία που τις αυξάνει, αναπτύσσοντας παράλληλα την δική της πολεμική βιομηχανία μέσω εκτεταμένων προγραμμάτων συμπαραγωγής. Κρίνεται απολύτως αναγκαίο λοιπόν, να αυξηθούν οι εξοπλιστικές μας δαπάνες άμεσα, αλλά και να ξεκινήσουμε την συμπαραγωγή καλάσνικοφ, όπως μας είχαν προτείνει οι Ρώσοι. Αναλύοντας το τρίτο σημείο ο καθηγητής γράφει:

«Κατά τρίτον λόγο, η ελληνική πλευρά δεν θα μπορέσει να αντισταθμίσει τα γεωγραφικά της μειονεκτήματα έναντι της τουρκικής αν δεν καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς τα θέατρα του πολέμου και περιορισμένο βάθος του χώρου γύρω τους. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί. Το μικρό βάθος του ελληνικού χώρου δίνει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να πλήξει ολόκληρη την επιφάνειά του με όπλα μικρότερου βεληνεκούς (ήδη η Τουρκία αποκτά αμερικανικούς πυραύλους ATACMS με βεληνεκές 120- 300 χλμ.) καθώς και με αεροπλάνα που διαθέτουν μικρότερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως από τα ελληνικά. Αλλά και αντίστροφα: το συγκριτικά μεγάλο βάθος του τουρκικού χώρου επιτρέπει να αποσυρθούν στο εσωτερικό του, δηλαδή πέρα από την εμβέλεια της ελληνικής δύναμης πυρός, όπλα μεγαλυτέρου βεληνεκούς (η Τουρκία έφτασε να συζητεί ακόμα και με την Κίνα την αγορά πυραύλων εδάφους- εδάφους μεγάλου βεληνεκούς) καθώς και αεροπλάνα με μεγαλύτερη ωφέλιμη ακτίνα δράσεως· ας σημειωθεί ότι τα τουρκικά αεροπλάνα μπορούν, ξεκινώντας από τα μακρινότερα ως προς εμάς αεροδρόμια της Ανατολίας (Μπάτμαν, Έρζουρούμ), να ανεφοδιάζονται στον αέρα όσο ακόμα βρίσκονται μέσα στον τουρκικό εναέριο χώρο και να εκτελούν έτσι αποστολές μέσα στην ελληνική επικράτεια σα να είχαν απογειωθεί από αεροδρόμια των μικρασιατικών παραλίων. Άρα, σε περίπτωση σύρραξης, η ελληνική πλευρά, ακόμα κι αν θα επιθυμούσε να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο με ένα προληπτικό χτύπημα, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα έβρισκε τον κορμό των αεροπορικών του δυνάμεων στα πλησιέστερα αεροδρόμια. Το κρίσιμο τούτο πρόβλημα λύνεται μόνον με πυραυλικά συστήματα κατάλληλου βεληνεκούς και με ουσιώδεις δυνατότητες ανεφοδιασμού των ελληνικών αεροπλάνων στον αέρα (π.χ. μεταξύ Κρήτης και Κύπρου).

Τα πράγματα θα ήσαν πολύ απλούστερα, εννοείται, αν η Ελλάδα και η Κύπρος δεν ήσαν κράτη με de facto μειωμένα κυριαρχικά δικαιώματα, αν δηλαδή οι αποφάσεις τους δεν εξαρτιόνταν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα από το τι ανέχονται οι Ηνωμένες Πολιτείες και το τι θεωρεί ως casus belli η Τουρκία. Στην περίπτωση αυτή, η κυρίαρχη κυπριακή κυβέρνηση θα καλούσε την κυρίαρχη ελληνική κυβέρνηση να εγκαταστήσει αεροπορικές δυνάμεις στο έδαφός της, οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν άμεσα την καρδιά και το υπογάστριο της τουρκικής επικράτειας.»

Είναι απαραίτητο δηλαδή να μεταφερθούν ελληνικές δυνάμεις στην Κύπρο. Θα πρέπει τα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη να σταθμεύουν στο αεροδρόμιο της Πάφου, αλλά και να τοποθετηθούν στη νήσο οι πύραυλοι S-300 (Οι Τούρκοι έχουν αγοράσει τους S-400). Με τις ενέργειες αυτές τριπλασιάζεται το στρατηγικό βάθος, χτυπώντας την βάση των τουρκικών αεροπορικών δυνάμεων. Όλα τα ανωτέρω είναι απαραίτητα για την νικηφόρο έκβαση του πολέμου, όμως δεν είναι αρκετά. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη νίκη του ελληνικού στρατού αποτελεί η επίτευξη του πρώτου μαζικού πλήγματος, την οποία λεπτομερώς αναλύει ο καθηγητής:

«Τέταρτο και τελευταίο, μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας, η Ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Το πρώτο πλήγμα το επιβάλλει σήμερα όχι κάποια «πολεμοχαρής» διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστημάτων: η λογική του μέσου αυτονομείται, όπως αναφέραμε στις εισαγωγικές μας παρατηρήσεις, και προσδιορίζει ουσιωδώς τον προσανατολισμό της πολεμικής στρατηγικής. […] Σήμερα, η δύναμη και το βεληνεκές του πυρός από κάθε κατεύθυνση προς κάθε κατεύθυνση και η μετάθεση του πολεμικού κέντρου βάρους από την ξηρά στον αέρα ακυρώνει αυτήν την προϋπόθεση· δεν υπάρχουν πια κρυψώνες για τις ένοπλες δυνάμεις, και το (μαζικό) πρώτο πλήγμα αποσκοπεί ακριβώς στην εξουδετέρωση των μέσων μιας αντεπίθεσης σε ευρεία κλίμακα. Οι ίδιοι αυτοί τεχνικοί παράγοντες καθιστούν τον χρόνο αποφασιστικό μέγεθος, με άλλα λόγια προσδίδουν στην εναρκτήρια φάση του πολέμου καθοριστική σημασία. Ό,τι δεν κερδίζεται ή ό,τι χάνεται στη φάση αυτή είναι δυσκολότατο ν' αποκτηθεί ή να αναπληρωθεί κατόπιν. Γι' αυτό και το πρώτο πλήγμα, το οποίο εγκαινιάζει την καθοριστική εναρκτήρια φάση του πολέμου, πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μαζικότερο και καιριότερο. Πρώτο πλήγμα, με τη στρατηγική σημασία του όρου, δεν είναι ο πρώτος τυχόν πυροβολισμός που πέφτει κατά το πρώτο “θερμό επεισόδιο” μιας πολεμικής αντιπαράθεσης· είναι μια συντονισμένη και ακαριαία ενέργεια όλων των κλάδων των ενόπλων δυνάμεων προς εκμηδένιση των ζωτικών σημείων του εχθρικού πολεμικού δυναμικού, ιδίως όσων εμφανίζονται κρίσιμα μέσα στη δεδομένη συγκυρία.»

Στα παραπάνω τέσσερα σημεία συνοψίσαμε τις προϋποθέσεις, υπό τις όποιες η Ελλάδα θα μπορούσε να κερδίσει έναν πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Βέβαια, δεν υπάρχει περίπτωση η τωρινή ελληνική κυβέρνηση (και οποιαδήποτε άλλη του “δημοκρατικού τόξου”) να πάρει την πρωτοβουλία για το πρώτο μαζικό πλήγμα. Κυβερνήσεις υποτακτικές, που δεν τολμούν να πάρουν πρωτοβουλία για το ζήτημα των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, είναι απίθανο να τολμήσουν να επιφέρουν το πρώτο μαζικό πλήγμα σε εμπόλεμη σύρραξη με τους «φίλους τους», τους Τούρκους. Είναι προφανές πως τα όσα αναφέρει ο καθηγητής Κονδύλης στην ανάλυσή του, μόνο μία Εθνική κυβέρνηση θα μπορούσε να τα κάνει πράξη. Μία κυβέρνηση που στην κυριολεξία θα τρόμαζε τους Τούρκους και θα απέτρεπε τα επεκτατικά σχέδιά τους. Και αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της Χρυσής Αυγής.

Σιδέρη-Τσάμη Μαρία