Ανωνύμου του Έλληνος - Η Ελληνική Νομαρχία, ήτοι Λόγος εις την Ελευθερίαν

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018 - 07:28

Ένα φλογερό μανιφέστο, ένα εθνεγερτικό σάλπισμα, μια κραυγή ελευθερίας. Με αυτές τις φράσεις θα μπορούσε να περιγραφεί με ενάργεια το εγχειρίδιο με τίτλο ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ-Λόγος εις την Ελευθερία.

Ο συγγραφέας αυτού του πονήματος, επίτηδες άγνωστος, γεγονός που πυροδότησε πλήθος φιλολογικών συζητήσεων ανά τα έτη. Διάφοροι άνδρες της εποχής θεωρήθηκαν οι δημιουργοί του, αλλά το μυστήριο παραμένει άλυτο μέχρι και τη σημερινή εποχή, με πιθανότερη την εκδοχή πως δημιουργός του ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης. Ωστόσο, αυτό που κερδίζει τον αναγνώστη από την πρώτη σελίδα είναι η αμεσότητα με την οποία ο συγγραφέας απευθύνεται ταυτόχρονα σε μυαλό και καρδιά, καθώς τα επιχειρήματά του βασίζονται στην λογική αλλά ταυτόχρονα ο περιγραφικός και συνάμα πατριωτικός λόγος δημιουργούν πλήθος συναισθημάτων.

Ο στόχος του συγγραφέα ξεκάθαρα δεδηλωμένος: η αφύπνιση του Έλληνα, η πατριωτική εγρήγορση, η ανάληψη έργων ώστε να πληρωθεί ο βασικός πόθος όλων, η πολυπόθητη λευτεριά. Καταλυτικό γεγονός για τον συγγραφέα του έργου αποτέλεσε η θυσία του Ρήγα, η οποία, όπως ο ίδιος θεωρεί όταν συγγράφει το βιβλίο στα 1806, είναι αρκετή για να πυροδοτήσει την δίκαιη αντίδραση του σκλαβωμένου Γένους, από το οποία περιμένει τόσα πολλά και το οποίο μόνο μέσα από την Ομόνοια και την Αυτοθυσία θα καταφέρει να αγωνιστεί και να αποτινάξει τις άλυσσους της σκλαβιάς.

Πως ημπορεί ο ελεύθερος, ω Έλληνες, να ακούση τον πολεμικό ήχον της σάλπιγγος και να μείνη ακίνητος; αναρωτιέται ρητορικά ο συγγραφέας, ο οποίος ξεκινάει την αφήγησή του σε μια εποχή που το Γένος προετοιμάζεται για τον ξεσηκωμό, τον εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Ως συνεχιστής των αοιδών και των ραψωδών κατ’ αναλογία με την επίκληση στην Μούσα για να παράσχει έμπνευση, τον τόσο απαραίτητο οίστρο, τη θεία αρωγή προς το δύσκολο έργο του ποιητή, ομοίως και ο Ανώνυμος Έλλην συνεχίζει την λογοτεχνική παράδοση ζητώντας από τους αθάνατους προγόνους να του δώσουν δύναμη να εκφράσει «καθώς πρέπει τα της ελευθερίας κάλλη και εις τους απογόνους». Ένα επιχείρημα και γεγονός που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να απαντήσει στους αρνησιπάτριδες και τους εν γένει αρνητές της συνέχειας της Ελληνικής Φυλής, καθώς οι Έλληνες του 19ου αιώνα είχαν επίγνωση της καταγωγής τους. Ζητούμενο εξ’ αρχής λοιπόν η Ελευθερία του πνεύματος, η Ελευθερία του Γένους, η Ελευθερία της Ρωμιοσύνης. Και οι πνευματικοί άνθρωποι στρατεύουν την πένα τους στην Ιδέα του ξεσηκωμού και της Επανάστασης.

Μια Επανάστασης το είδος της οποίας ουδεμία σχέση έχει με τα ψευδεπίγραφα κελεύσματα της γαλλικής επαναστάσεως, όπως αναληθώς και χυδαίως διατείνονται και διδάσκουν στα Ελληνόπουλα τα φερέφωνα του ανθελληνισμού και της παγκοσμιοποίησης. Σε αυτή τους την τύφλωση απαντάει διαφωτιστικά ο Γέρος του Μωριά, ο οποίος ξεκάθαρα λέει πως: «“Η Επανάστασις η ιδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν, από όσας γίνονται σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης οι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιοι πόλεμοι. Ο ιδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος, ήταν Έθνος με άλλο Έθνος» και έτσι χάνονται όλα τα φληναφήματα περί ταξικού πολέμου και «έμπνευσης από τις ιδέες της Γαλλικής επανάστασης».

Μέσα από την προσεκτική μελέτη του λόγου του Ανωνύμου Έλληνος προκύπτει αβίαστα ότι αυτός επιθυμεί να παρακινήσει τους αναγνώστες να νιώσουν μέσα τους την αιμάτινη σύνδεση της φυλής και ως άξιοι απόγονοι των μεγάλων Ηρώων του παρελθόντος, να λαχταρήσουν να τους μοιάσουν, να τους μιμηθούν και να προσπαθήσουν να τους ξεπεράσουν σε έργα ανδρείας. Και αυτά δεν θα μπορούσαν να είναι άλλα από την συστράτευση και την προετοιμασία για τον μεγάλο Ξεσηκωμό, τον θεάρεστο και από έτη αναμενόμενο.

Το κείμενο είναι σαφώς επηρεασμένο από την πλατωνική φιλοσοφία καθώς ο συγγραφέας προβαίνει στην ενδελεχή εξέταση των πολιτευμάτων, των μορφών διακυβέρνησης που εμφανίστηκαν στις ανθρώπινες κοινωνίες και τονίζει πως ο άνθρωπος θα είναι ευτυχής μόνο όταν ζει σε μια πολιτεία, η οποία διακυβερνάται από το πολίτευμα που ονομάζεται ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ, τα χαρακτηριστικά της οποίας παρουσιάζει αναλυτικά στη συνέχεια.

Η Νομαρχία του Ανωνύμου Έλληνος είναι το πολίτευμα εκείνο που συνδυάζει τις υγιείς αρχές της Δημοκρατίας, της εξουσίας του Λαού, υπό την έννοια ότι ο λαός έχει αυστηρά την άμεση διακυβέρνηση στα χέρια του και όχι το σημερινό κατάντημα της αντιπροσωπευτικής φαυλοκρατίας, ο οποίος ως Άριστος γνώστης της σημασίας της ελευθερίας του και των ικανοτήτων του ψηφίζει για τα θέματα που τον αφορούν και αυτοβούλως πείθεται σε αυτούς που αξιοκρατικά και με βάση την αριστοκρατία του Πνεύματος, προκρίνονται ως οι κατάλληλοι για να διακυβερνήσουν. Πρόκειται για έναν συνδυασμό της πραγματικής και ελεύθερης εξουσίας του Λαού με την αριστοκρατία αυτών που προορίζονται να άρχουν, εξαιτίας των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους.

Εις ότι αφορά την αξιοκρατία, δέχεται την ανομοιότητα που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους, μια ανομοιότητα η οποία εκπορεύεται από την ίδια τη Φύση: «Η πρώτη είναι η ίδια η φύσις, η οποία άλλους μεν έκανε δυνατής κράσεως και άλλους αδυνάτου..» Αυτή η αναφερόμενη ανομοιότητα στον καιρό της πάσει θυσία εξίσωσης όλων διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο, καθώς καθορίζει αυτούς που είναι προικισμένοι να κυβερνήσουν στη Νομαρχία, η οποία δεν επιθυμεί ισοπεδωτικά να εξισώσει τους πάντες, αλλά μέσα στην ανομοιότητα να προκρίνει την αριστοκρατία του σώματος και του πνεύματος, ενώ ταυτόχρονα εναγκαλίζει και υποβοηθά και τους υπόλοιπους πολίτες, μέσα από την ενθάρρυνση για αξιοποίηση των φυσικών χαρισμάτων. Στη Νομαρχία, ο καθένας γνωρίζει το έργο που πρέπει να επιτελέσει, όπως και στην Ιδανική Πολιτεία του Πλάτωνα, είναι ευχαριστημένος και περήφανος με αυτό και όλοι ανεξαιρέτως: «..χύουσι το αίμα τους δια την αγάπην της πατρίδος των και δια την φύλαξιν των νόμων των». Πραγματικά σε αυτό το σημείο, ο Ανώνυμος Έλλην, προκρίνει με τρόπο εξαιρετικό την διάκριση των πολιτών με βάση τα φυσικά τους χαρίσματα και τις εγγενείς ικανότητες, προβάλλοντας την Εθνική Ομοψυχία , την πνευματική ολοκλήρωση και την ανάπτυξη του συναισθήματος της φιλοπατρίας, η οποία μετουσιώνεται σε ενσυνείδητη αυτοθυσία για τα Ιερά και τα Όσια. Και ποιος δεν θα θέλει αλήθεια να θυσιαστεί για την Πατρίδα του, όταν έχει ζήσει γαλουχημένος από ανθρώπους ικανούς να τον διδάξουν, κυβερνώμενος με δικαιοσύνη και μέσα σε πνεύμα Αξιοκρατίας;

Μεγάλη σημασία δίνει ο συγγραφέας και στην εκπαίδευση, θεμελιώδη πυλώνα της Εθνικής συνείδησης. Μέσα από την εκπαίδευση, ο Έλληνας θα ανοίξει τους ορίζοντες του, θα καταπολεμήσει τον σκοταδισμό, το Πνεύμα του θα αναζητήσει την Ελευθερία, η οποία θα έλθει μόνο μέσα από σκληρούς εθνικούς αγώνες. Στη Νομαρχία, φτωχοί και πλούσιοι καλλιεργούνται και γυμνάζονται με μέριμνα της ίδιας, αφήνοντας τις κλίσεις και τα ταλέντα να ξεδιπλωθούν κατάλληλα. Εντύπωση δεν θα πρέπει να προκαλεί ο συνδυασμός πνευματικής καλλιέργειας και σωματικής ασκήσεως που προτείνει, καθώς ως συνεχιστές των αρχαίων Ελλήνων, ο ιδανικός τρόπος εκπαίδευσης των οποίων συνοψίζεται στο γνωστό απόφθεγμα νους υγιης εν σωματι υγιη, οφείλουν να ακολουθήσουν την ταυτόχρονη παίδευση σώματος και πνεύματος, η οποία θα οδηγήσει στην κατάκτηση του προτύπου του καλού καγαθού ανδρός. Σαν μέρος αυτής της εκπαιδεύσεως προτείνει και την επίσκεψη σε ναούς, την ενατένιση των αγαλμάτων και των ανδριάντων όπου: «καθείς βλέπει πάντοτε τον θανόντα ήρωα…και βλέποντας τον ευκόλως παρακινείται εις το να δουλεύση πιστώς την πατρίδα του και μετά πάσης χαράς να θυσιάση την ζωήν του διά την σωτηρία της».

Μέσα από ιστορικά παραδείγματα ο συγγραφέας επιχειρεί να καταδείξει ότι οι Έλληνες πάντοτε πολεμούσαν και θυσιάζονταν αφειδώς για την υπόθεση της Ελευθερίας. Αρχικώς, προβαίνει σε μια εξαίσια αισθαντική ανάλυση της ψυχοσύνθεσης των 300 του Λεωνίδα, πριν την επική μάχη στις Θερμοπύλες, στην οποία με την πολεμική τους αρετή και ανδρεία κέρδισαν την υστεροφημία. Ο σκοπός του συγγραφέα προφανής: να εγείρει στις ψυχές των αναγνωστών την δίψα να έλθουν σε επαφή με το ηρωικό και ένδοξο παρελθόν και με απώτερο στόχο, η έμπνευση που θα λάβουν, τα πρότυπα που θα ξεπηδήσουν, να αποτελέσουν την σπίθα εκείνη που θα γίνει φλόγα και θα οδηγήσει στην αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, της μισητής και πολύχρονης σκλαβιάς. Που θα γίνει πυρκαγιά, η οποία θα εξαγνίσει το μονοπάτι που θα βαδίσει πλέον ξανά αρειμάνιο και ελεύθερο το Ελληνικό Γένος. Εντυπωσιακή είναι και η αφήγηση που συνδέεται με το ηρωικό Σούλι, την ανδροθρέπτα και ανυπότακτη αυτή γη αλλά και για τον Ρήγα Φεραίο, για τον θάνατο του οποίου, όπως σωστά προβλέπει, θα γίνει η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το πικρό ποτήρι της σκλαβιάς.

Από τα μέχρι τώρα λεχθέντα γίνεται αντιληπτό με ενάργεια ότι επιτομή και κοινός παρονομαστής των σκέψεων του Ανωνύμου Έλληνος αποτελεί η έννοιας της Ελευθερίας, τα χαρακτηριστικά της, οι ευεργεσίες της για τον άνθρωπο και το έθνος. Για αυτόν, η ελευθερία είναι μια αξία υπεραιώνια και θεμελιώδης, για την οποία αξίζει να θυσιαστεί κανείς, είτε για να την διατηρήσει αν είναι ήδη ελεύθερος, είτε για να την διεκδικήσει αν είναι καταδυναστευμένος. Άπαξ και γευτεί τους γλυκούς καρπούς της, νιώσει την ευεργετική της επίδραση και ενεργήσει ως άνθρωπος ελεύθερος, δεν μπορεί να φανταστεί διαφορετικά τον εαυτό του και τη ζωή του. Τα ένστικτά του, τα οποία έχουν πυροδοτήσει την δημιουργία και παγίωση ενός διαφορετικού χαρακτήρα, δεν είναι δυνατόν να ανακαλέσουν ή να αναστείλουν την λειτουργία τους. Ο άνθρωπος ελεύθερα επιλέγει να παραμείνει ελεύθερος. Είναι μάλιστα έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του, ώστε οι οικείοι του, οι συμπολίτες του, οι ομοεθνείς του, να συνεχίσουν να δρέπουν τους καρπούς της ελευθερίας. Σε αυτές τις σκέψεις εμφανές είναι το ΚΑΛΕΣΜΑ για προσωπική και συλλογική ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. Βήμα πρώτο, η συνειδητοποίηση της έννοιας και της αξίας της ελευθερίας. Βήμα δεύτερο, Αγώνας για την κατάκτηση αυτής. Βήμα τρίτο και σημαντικότερο, ΑΓΩΝΑΣ ΔΙΑΡΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΟΣ για την διατήρηση και προάσπισή της.

Ο άνθρωπος δε που δεν εμφορείται από τις αξίες της ελευθερίας και της φιλοπατρίας δε μπορεί να προβεί στο μέγα βήμα της αυτοθυσίας για την διατήρηση της ακεραιότητας της Πατρίδας αλλά και την προάσπιση αυτής της ελευθερίας. Παρομοιάζεται δε με έναν δούλο, ο οποίος δεν διαθέτει πατρίδα, φίλους και οικείους, μοναδική έγνοια του οποίου είναι αποκλειστικά και μόνο ο εαυτός του. Αν θυμηθούμε όμως τους τιτάνες της πολιτικής σκέψης Πλάτωνα και Αριστοτέλη, το μέρος, η μονάδα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει αν δεν παρουσιάζει πρόοδο και το σύνολο, η ομάδα. Ομοίως, στη σκέψη του Ανωνύμου, ο ανελεύθερος προσπαθεί και νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του και έτσι η υπόθεση της Πατρίδας μένει ανεκπλήρωτη, ημιτελής και ατελέσφορη. Σάλπιγμα ελευθερίας και γενναιότητας λανθάνει σε κάθε λέξη, σε κάθε παράγραφο, σε όλους τους συλλογισμούς.

«Πώς να διοικήση ορθώς ο παραβάτης των νόμων;» Εξέχουσα θέση στη Νομαρχία έχουν οι θεσπισμένοι νόμοι και σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο διοικητής, ο ηγέτης οφείλει να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση, πρότυπο ήθους και αρετής. Μόνο έτσι, οι ελεύθεροι άνδρες θα δεχτούν να διοικηθούν, όταν θα βλέπουν το παράδειγμα που πρέπει να ακολουθήσουν να ορθώνεται μπρος τους.

Βαθύτατη συγκίνηση προκαλεί στον αναγνώστη ένα συγκεκριμένο χωρίο, μια διαπίστωση τόσο αληθινή: «Το ελληνικόν Γένος δεν εγεννήθη δια την δουλείαν». Δεν αρμόζει στον Έλληνα να είναι ραγιάς, υπόδουλος. Όσο και αν τον καταπατάνε αυτός αντέχει, κουβαλάει μέσα του καλά φυλαγμένη τη μεγαλοσύνη του παρελθόντος. Και όταν αυτή βρίσκει διέξοδο, όταν εκδηλωθεί, αυτοκρατορίες λυγίζουν και πέφτουν, στρατοί καταρρακώνονται και διαλύονται.

Στον λόγο του συγγραφέα εμπεριέχεται και μια προειδοποίηση πολύ σημαντική προς αυτούς που «καυχώνται εις το να δεικνύωνται πιστοί οπαδοί και δούλοι του τυράννου εκούσιοι», και επειδή η ψυχή του Έλληνα δεν αντέχει τους προδότες, τους ξεπουλημένους και τους ρουφιάνους του κάθε δυνάστη, η Νέμεση θα επέλθει σύντομα καθώς: «ταχέως θέλετε μετανοήσει, ναι, θέλετε μετανοήσει και θέλετε κλαύσει πικρώς δια τας κακουργίας σας».

Με ιδιαίτερο ζήλο ιχνηλατεί και τα αίτια που δεν επιτρέπουν στους Έλληνες, παρά την δυστυχία της τυραννίας που βιώνουν, να αποτινάξουν τον ζυγό της σκλαβιάς. Αυτά θεωρεί πως σχετίζονται με την αμάθεια του ιερατείου, που επιδιώκει να θησαυρίζει συνεργαζόμενο με τον τύραννο παρά να κηρύξει τη Επανάσταση, καθώς και στην απουσία αρίστων συμπολιτών.

Προσκλητήριο σε μάχη είναι ο λόγος του Ανωνύμου Έλληνος, ο οποίος αξιώνει από τους Έλληνες της Διασποράς να επιστρέψουν άμεσα στην Πατρίδα, καθώς ευάριθμοι, σπουδαγμένοι και έμπειροι ως είναι, μπορούν πολλαπλώς να την ωφελήσουν, τόσο στην προπαρασκευή του Αγώνος, όσο και στην στελέχωση του ελεύθερου πλέον κράτους. Στηλιτεύει ωστόσο τους δειλούς και τους ριψάσπιδες, αυτούς που φρονούν πως θα πρέπει να απευθυνθούν σε δυνάμεις εξωγενείς και αλλότριες για να τους ελευθερώσουν και ακόμη περισσότερο τους καιροσκόπους και τους αμέτοχους, αυτούς που καραδοκούν να επιστρέψουν όταν πλέον θα έχει απελευθερωθεί η Ελλάς, διαπίστωση καθώς φαίνεται διαχρονική, η οποία μας θυμίζει τους σημερινούς ωχαδερφιστές, μόνιμη επωδός των οποίων είναι η φράση: «πηγαίντε μπροστά και ακολουθούμε».

Ως επιμύθιο αλλά και προμετωπίδα ας μείνει μια χαρακτηριστικότατη φράση: «Τα άρματα της δικαιοσύνης είναι ανίκητα και οι Οθωμανοί θέλουν φύγει απ’ έμπροσθεν των αρματωμένων Ελλήνων», που μας θυμίζει τα αναρίθμητα παραδείγματα μαχών, στις οποίες οι Έλληνες, λιγότεροι και χειρότερα οπλισμένοι μεγαλούργησαν. Δύναμη ψυχής, ανδρεία, φιλοπατρία και αυτοθυσία είναι οι αρετές που διδάσκονται από αυτό τα εξαίσιο προεπαναστατικό πνευματικό μεγαλούργημα. ΕΛΛΗΝΕΣ ΞΕΣΗΚΩΘΕΙΤΕ κραυγάζει. Και οι κραυγές εισακούστηκαν, από τους λίγους, τους θαρραλέους, τους ερασιθάνατους.

Νικόλαος Λεμοντζής

Διαβάστε αυτό και άλλα πολλά στο δέκατοεκτο τεύχος του περιοδικού "Μαίανδρος"