Ακρίτες κι απελάτες, αρματωλοί και κλέφτες

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013 - 07:28

Ακρίτες κι απελάτες, αρματωλοί και κλέφτες

Συχνά σε ιστορικά κείμενα των αιώνων της Τουρκοκρατίας συναντούμε τους όρους αρματολοί και κλέφτες. Αντίστοιχα σε κείμενα της Βυζαντινής ιστορίας συναντούμε τους αντίστοιχους ακρίτες και απελάτες. Έχουν άραγε οι όροι αυτοί εννοιολογική συγγένεια και αν ναι, ποιές οι διαφορές μεταξύ των; Στο ερώτημα αυτό επιχειρείται στο σύντομο αυτό άρθρο να δοθεί η επεξηγηματική απάντηση. 

 ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ 

Ήσαν οι διορισμένοι από την αυτοκρατορική εξουσία οριοφύλακες των ανατολικών συνόρων του Βυζαντίου, που προστάτευαν το κράτος από τις εισβολές Περσών, Τούρκων και Αράβων. Γνωστότερος όλων ο Διγενής Ακρίτας του οποίου η δράση εξαίρεται στον περίφημο κύκλο της ηρωικής ποίησης και ειδικότερα στο ομώνυμο Βυζαντινό έπος. Ακρίτες αναφέρονται για πρώτη φορά από την εποχή του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου και Νικηφόρου Φωκά τον 10ο μΧ αιώνα.  

Η αποστολή οργανωμένου στρατού από την κεντρική εξουσία για την υπεράσπιση ακραίων περιοχών του τεραστίου σε έκταση Βυζαντινού κράτους σε περιπτώσεις εισβολών βαρβάρων επιδρομέων ήταν διαδικασία δαπανηρή και χρονοβόρα. Έτσι για τη φύλαξη ανέθεταν το έργο αυτό σε ισχυρές τοπικές προσωπικότητες με χορήγηση ειδικών προνομίων, όπως ιδιόκτητες εκτάσεις γης, δικαίωμα τοπική στρατολόγησης και ειδικά φορολογικά προνόμια. 

Έτσι οι ακρίτες γίνονταν οι άγρυπνοι φρουροί των συνόρων, το μάτι και το χέρι της κεντρικής αυτοκρατορικής εξουσίας. Το δικαίωμα που παρεχωρείτο σε κάθε ακρίτα – τοπάρχη μεταβιβαζόταν κληρονομικά στους απογόνους του και έτσι η διαδοχή στο αξίωμα αυτό δημιουργούσε σε βάθος χρόνου μια οικογενειακή παράδοση. Τα κατορθώματα των ακριτών επαίνεσε η λαϊκή μούσα της ποίησης και παρήγαγε εξαίρετα έργα, όπως το έπος του Διγενή Ακρίτα και τον περίφημο ακριτικό κύκλο της ηρωικής ποίησης. Αυτή με τη σειρά της έγινε η «μαγιά» για τη δημιουργία των ενθουσιαστικών δημοτικών τραγουδιών, που διαμόρφωναν επί αιώνες το φρόνημα και τη συνείδηση των νέων γενεών. 

ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΑΠΕΛΑΤΕΣ 

Στη Βυζαντινή εποχή απελάτες καλούνταν οι ζωοκλέφτες, αλά και οι γενναίοι πολεμιστές που κατά καιρούς συνέπρατταν με τους ακρίτες στη φρούρηση των ορίων και των στρατηγικών σημείων της περιφέρειας της αυτοκρατορίας. Ο συνήθης οπλισμός τους ήταν το περίφημο για την ανθρωποκτόνο ιδιότητα του απελατίκι, που ήταν ένα μεγάλο ρόπαλο με την εικόνα του Αγίου Μάμαντα ζωγραφισμένη πάνω τους. Οι απελάτες ήσαν κατά κάποιο τρόπο οι πρόδρομοι των μετέπειτα κλεφτών της Τουρκοκρατίας, όπως οι ακρίτες ήταν μια προδρομική μορφή των αρματωλών από του 15ου αιώνα και μετέπειτα. 

Οι απελάτες ήταν άνθρωποι ρωμαλέοι και ατίθασοι, που περιέρχονταν σε απομεμακρυσμένες περιοχές του Βυζαντινού κράτους κατά ομάδες, μικρές ή μεγάλες ληστεύοντας και λεηλατώντας άνευ συγκεκριμένων κανόνων, λόγω αυτής της δράσης τους έρχονταν συχνά σε σύγκρουση με τους τότε ακρίτες, αλλά ενίοτε συνεργάζονταν με αυτούς για την αντιμετώπιση εξωτερικών κινδύνων. Για αυτούς τους απελάτες, τους συνεργαζόμενους με τους ακρίτες, η λαϊκή μούσα διάσωσε στο έπος του Διγενή Ακρίτα πολλές λεπτομέρειες για τη δράση των. 

 ΟΙ ΑΡΜΑΤΩΛΟΙ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ 

Το όνομα αρματωλός παρουσιάζεται στην Ελληνική ιστορία για πρώτη φορά το 15ο αιώνα επί Βενετών, που ανέθεταν σε Έλληνες μισθωτούς φρουρούς τη φύλαξη των στην Ελλάδα ευρισκομένων κτήσεών τους με πρωτοσημειούμενο αρματωλό τον Ηπειρο-μανιάτη Κορκόδειλο Κλαδά. Το ίδιο σύστημα φύλαξης ακολούθησαν και οι Τούρκοι μετά την κατάκτηση της Ελλάδας στις ορεινές και δύσβατες περιοχές, που δεν μπορούσαν οι ίδιοι να ελέγξουν αποτελεσματικά. Κυρίως στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και Αιτωλοακαρνανία, όχι όμως και στην Πελοπόννησο που ήταν οι κυριότερες περιοχές που έδρασαν οι αρματωλοί. 

Ο αρματωλός ή καπετάνος μισθοδοτείτο από τον Τούρκο Πασά της περιοχής και είχε κάτω από τη δούλεψή του τα παλληκάρια του με επικεφαλής των τον υπαρχηγό – γραμματέα ή και πρωτοπαλλήκαρο. Οι αρματωλοί καπετάνοι και τα παλληκάρια τους ασκούνταν καθημερινά στα όπλα (καρυοφίλι, σπαθί), αλλά και σε σωματικά αθλήματα όπως ο δρόμος ταχύτητας, η λιθοβολία και τα άλματα. Στην υπαίθριο ζωή τους καθίσταντο με τον καιρό ανθεκτικοί, καρτερικοί στις ελλείψεις και τολμηροί έως και ριψοκίνδυνοι. Ικανότητες απαραίτητες για να μπορούν να αντιμετωπίζουν τους κλέφτες της περιοχής των, όταν έστηνα παγάνες για να τους συλλάβουν εξερχόμενους από τα λημέρια τους. φονικότατες μάχες διεξήγοντο μεταξύ αρματωλών και κλεφτών και τα γιουρούσια με αλαλαγμούς και γυμνά ξίφη παρέπεμπαν σε μάχες ηρωικών Αρχαιοελλήνων. 

 ΟΙ ΠΟΛΥΦΗΜΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ 

Κλέφτες εκαλούντο από την αρχή της Τουρκοκρατίας οι ανυπότακτοι εκείνοι που δεν ανέχονταν την Τουρκική εξουσία και κατέφευγαν στα απρόσιτα βουνά, όπου παρά τις αντίξοες εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες, συνέχιζαν τον ελεύθερο βίο τους. Δημιουργούσαν μικρούς ή μεγάλους οικισμούς , όπου με τις οικογένειές τους μαζί καλλιεργούσαν χέρσες εκτάσεις και επιδίδονταν επίσης σε περιορισμένη κτηνοτροφία. Για συμπλήρωση των αναγκαίων προς το ζειν συχνά έκαναν επιδρομές στα πεδινά εδάφη σαν στεριανοί πειρατές, εξ ου και αποκλήθηκαν κλέφτες από την τότες Τουρκική εξουσία, όπως μας λέγει και ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του. 

Οι κλέφτες αποτέλεσαν τη μαγιά της λευτεριάς κατά τον επιτυχή χαρακτηρισμό του Μακρυγιάννη. Δημιουργούσαν ένα συνεχή κλονισμό της Τουρκικής, στην Ελλάδα, κυριαρχίας και για τη ζωή και τη δράση τους έχουν γράψει γνωστοί περιηγητές, όπως ο γνωστός Τούρκος Εβλιγιά Τσελεμπή, ο Γάλλος Choiseul Gouffier, ο «Ανώνυμος Έλληνας» στην Ελληνική Νομαρχία, ο Κυριάκος Σιμόπουλος, ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο Ιωάννης Φιλήμων, ο Τάκης Κανδηλώρος, αλλά και πολλοί άλλοι ανώνυμοι και επώνυμοι χρονικογράφοι των τελευταίων αιώνων της Τουρκοκρατίας. Πλήθος εγκωμιαστικών για αυτούς τραγούδια, τα λεγόμενα κλέφτικα έχουν γραφτεί, στα οποία εξαίρεται η σωματική τους αντοχή, η αγωνιστικότητά τους και η επιδεξιότητά τους στο χειρισμό των όπλων. 

Αγωνιζόμενοι πίσω από τα λεγόμενα ταμπούρια τους εναντίον των Τούρκων, αλλά και μη διστάζοντας σε παράτολμες καταδρομικές επιχειρήσεις εναντίον των αλλόθρησκων κατακτητών, αποτελούσαν το μόνιμο άγχος και εφιάλτη τους. περήφανοι όντες, ζητούσαν από τους συντρόφους τους στη μάχη, μπροστά στον κίνδυνο ως τραυματισμένοι να συλληφθούν ζωντανοί, να τους κόψουν το κεφάλι και να το πάρουν μαζί τους για ταφή προκειμένου να μην ατιμαστεί από τους Τούρκους. 

Το σύστημα των κλεπτών αποτέλεσε για τους Έλληνες ένα πρότυπο πολεμικό σχολείο, που σχημάτισε κατά το 18ο και 19ο αιώνα ιδίως, την πρώτη στρατιωτική δύναμη, μετά από αυτή των Μανιατών, ώστε δικαίως να θεωρούνται οι κλέφτες μαζί με τους αρματωλούς οι πυρήνες και η βάση του προπαρασκευαζόμενου αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία των Ελλήνων. 

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΡΑΜΤΩΛΩΝ – ΚΛΕΦΤΩΝ 

Κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας αρματωλοί και κλέφτες ανταγωνίζονταν αιματηρά οι μεν τους δε, διότι ο σκοπός της ύπαρξής των αρματολών ήταν η αντιμετώπιση των κλεφτών ως ληστών, που δημιουργούσαν αισθήματα ανασφάλειας σε Τούρκους και Έλληνες. Με την πάροδο όμως του χρόνου και όσον η καταπίεση των ραγιάδων γινόταν σκληρότερη, τα δύο στρατόπεδα των αντιμαχόμενων αρματωλών και και κλεφτών, προσλάμβαναν όλο και περισσότερο χροιά εθνική και συνείδηση αντιστασιακή κατά του Τούρκου δυνάστη. Έτσι με τους κοινούς των πλέον αγώνες οι αρματωλοί και οι κλέφτες προπαρασκεύασαν το αγωνιστικό φρόνημα των υπολοίπων Ελλήνων και αποτέλεσαν τα φυτώρια της στρατιωτικής προπαιδείας των φιλελεύθερων Ελλήνων κατά το 19ο  και τελευταίο αιώνα της Τουρκοκρατίας. 

Αποτέλεσμα των κοινών προσπαθειών αρματολών και κλεφτών κατά των άριστα στρατιωτικά εκπαιδευμένων, αντίθετα με ότι σήμερα νομίζουμε, Τούρκων μαχητών, ήταν η παραγωγή από τα αρματωλίκια και την κλεφτουριά αξεπέραστων Ελλήνων μαχητών, άριστων στην τακτική του κλεφτοπολέμου (ανταρτοπολέμου της εποχής), που εξουδετέρωναν επιτυχώς την Τουρκική υπεροχή σε πολεμικά μέσα και αριθμό πολεμιστών, όπως απεδείχθη και κατά την περίοδο της επανάστασης του 1821. 

Σπύρος Παπαδάκης